Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Το έλος της μικρής μας πόλης, άρθρο του Στέλιου Ελληνιάδη






















Το έλος της Μικρής μας Πόλης, 
του Στέλιου Ελληνιάδη

Από κοινωνία δημιουργικών συνοικιών, η Αθήνα έγινε εργοτάξιο αδίστακτων εργολάβων και πολιτικών, στερημένη από κάθε ίχνος αττικής κουλτούρας

Τριάντα χρόνια άφηνα έξω από το σπίτι την παλιά και βαριά R100. Πρόπερσι μου κλέψανε την μπροστινή ρόδα, στην πλατεία Βικτωρίας. Πέρσι μου πήραν το ποδήλατο, στου Ψυρρή, την ώρα που έπινα καφέ. Προχτές, άρπαξαν στην Πατησίων την αλυσίδα από το λαιμό μιας γειτόνισσας. Κάπως έτσι ζούμε στην Αθήνα. 

Η πόλη μας άλλαξε, και αλλάζει αναγκαστικά ο τρόπος ζωής και η κουλτούρα μας. Η υποβάθμιση έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.
Στην Αθήνα, αν πάθεις έμφραγμα πρέπει να είσαι πολύ τυχερός για να φτάσεις έγκαιρα στο εφημερεύον νοσοκομείο, αν θέλεις να παίξεις μπάλα πρέπει να πας εκδρομή κι αν έχεις μικρό παιδί είναι λαχείο να βρεις θέση σε παιδικό σταθμό. Η πόλη ξέμεινε από ανάσες και δρόμους διαφυγής. Τα σκουπίδια έχουν εκατονταπλασιαστεί. Κανένας δήμαρχος, κανένας υπουργός και καμία κυβέρνηση δεν νοιάστηκε. Το μοντέλο τους οδηγεί τη γειτονιά και κατά προέκταση όλο το δήμο σε κατάρρευση. Εξαφάνισαν τους παράγοντες που δημιουργούσαν τον τοπικό βιωματικό πολιτισμό και δημιούργησαν μία βιτρίνα πόλης, μεταφέροντας όλες τις λειτουργίες της συνοικίας έξω από τη συνοικία.
Η Αθήνα ήταν η σινεμαδούπολη των Βαλκανίων με 500 κινηματογράφους και εκατό ελληνικές ταινίες που γυρίζονταν κάθε χρόνο μέσα στην πόλη! Τώρα, στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, έχει 500 οίκους ανοχής από τον Αγιο Παντελεήμονα Αχαρνών ώς τον Κεραμεικό και εκατοντάδες πόρνες κατά μήκος των οδών Πατησίων, 3ης Σεπτεμβρίου και Σόλωνος, σε μια τεράστια πιάτσα δίπλα στα σουπερμάρκετ της ηρωίνης. 
Η χαριστική βολή στα μαγαζιά

Η Αθήνα ήταν πανεπιστημιούπολη με δεκάδες σχολές και χιλιάδες φοιτητές που συντηρούσαν εκατοντάδες βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, καφετέριες και ρουχάδικα. Τώρα, ο φοιτητόκοσμος περιορίστηκε στο άχαρο και άψυχο γκέτο της Πανεπιστημιούπολης, στις παρυφές της πόλης. Αντιθέτως, στο κέντρο μεταφέρθηκαν οι μεγάλες πίστες, από την παραλιακή, τη Συγγρού και την εθνική οδό. Αν περάσεις κατά τη διάρκεια της μέρας από του Ψυρρή ή το Γκάζι, δεν κυκλοφορεί ψυχή. Ζωνταντεύουν το βράδυ και το πρωί ξαναπεθαίνουν. Ζόμπι.
Η Αθήνα ήταν ζωντανή απ' άκρη σ' άκρη. Τα μαγαζιά κρατούσαν την πόλη «ανοιχτή» από τους πιο κεντρικούς ώς τους πιο απόμερους δρόμους. Κάτοικοι και καταστηματάρχες αποτελούσαν από κοινού τη γειτονιά. Σταδιακά, διοχετεύθηκε ο κόσμος στα τεράστια εμπορικά κέντρα και άρχισε η αφαίμαξη της γειτονιάς. Ikea, The Mall, Carrefour κ.λπ., ξεχαρβάλωσαν τον εμπορικό ιστό της πόλης. Και τώρα, με τα κυβερνητικά μέτρα, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά θα ξεπεράσουν τα νοικιασμένα.
Οι δήμαρχοι, απόλυτα δεμένοι με την κεντρική εξουσία, χρησιμοποιούν το δήμο για την παραπέρα αναρρίχησή τους και ευθύνονται για την αφυδάτωση και τη χρεοκοπία της πόλης. Αντί να διασώζουν ό,τι υπάρχει, να αναπληρώνουν ό,τι χάνεται και να δημιουργούν συνθήκες ευνοϊκές για την τοπική κουλτούρα, υποτάσσουν την πόλη στους εργολάβους και τα τραστ. Είναι χαρακτηριστική η επίμονη υποστήριξη του δημάρχου στην κατασκευή του εμπορικού κέντρου του Βωβού στο Βοτανικό, το οποίο στοχεύοντας στην προσέλκυση 25 χιλιάδων επισκεπτών ημερησίως (μόλις ένα χιλιόμετρο από το εμπορικό κέντρο) θα έδινε τη χαριστική βολή στα καταστήματα που κρατούν την πόλη ζωντανή.
Είναι χαρακτηριστική και η αδιαφορία των δημάρχων για χώρους και κτίρια που με την παρουσία τους καθόριζαν το στίγμα κάθε περιοχής. Η πρόσφατη, επί θητείας Νικήτα Κακλαμάνη, κατεδάφιση του αρχοντικού σινέ «Αττικα» που δέσποζε σαν σήμα κατατεθέν της πλατείας Αμερικής, ήταν η τελευταία από μια σειρά κατεδαφίσεις ή αλλαγές χρήσης που εξαφάνισαν έναν άξονα πολιτισμού που ξεκινούσε από το Πολυτεχνείο και έφτανε ώς τα όρια του δήμου της Αθήνας, στη Ριζούπολη. Περισσότερα από 25 κινηματοθέατρα, μερικά εξαίσια κτίρια, απαλλοτριώθηκαν. Το θέατρο των αδελφών Καλουτά, το φαντασμαγορικό «Ράδιο Σίτι» στην πλατεία Κολιάτσου και το σινέ «Σελέκτ» στον Αγιο Λουκά έγιναν άχαρα σουπερμάρκετ. Το σινέ «Αντζελα» με την ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική του κατάντησε ερείπιο. Καταρρέει και το «Green Park» στο Πεδίον του Αρεως. Το εργοστάσιο και τα στούντιο της Κολούμπια έγιναν μπάζα. Ούτε η ιστορία τους, ιστορία της ελληνικής μουσικής, ούτε ο αγώνας των κατοίκων για να γίνουν μουσείο της ελληνικής δισκογραφίας συγκίνησαν τους υπουργούς Πολιτισμού και το δήμαρχο της Αθήνας. Ούτε ενδιαφέρθηκαν για το στούντιο Polysound, στο ύψος του Αρχαιολογικού Μουσείου, που κατεδαφίστηκε παίρνοντας μαζί του την ιστορία που έγραψε ο Γιάννης Σμυρναίος ηχογραφώντας όλους τους σημαντικούς καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Μαρινέλλα ώς τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Ακη Πάνου.
Αντίστοιχες και εξίσου θλιβερές είναι οι απώλειες σε όλους τους άξονες της πόλης, με μελλοθάνατο το σινέ «Αστρον», 1.360 θέσεων, στους Αμπελόκηπους, όπου διοργανώναμε κυριακάτικα πρωινά με τους Socrates. Η πόλη δεν διαθέτει πια σινέ τέχνης· μετά την «Αλκυονίδα» και το «Στούντιο», σφραγίστηκε και το «Αλφαβίλ».
Η εξουθενωτική περιπέτεια της αυτοδιαχειριζόμενης έκθεσης βιβλίου, που πραγματοποιείται την άνοιξη και το φθινόπωρο, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τύχης των πολιτισμικών στοιχείων της πόλης. Εκδιώχτηκε από το Πεδίον του Αρεως όπου λειτουργούσε επί τριάντα χρόνια και έκτοτε φθίνει, ελλείψει χώρων, από δω κι από κει.
Η Αθήνα αποτελούσε ένα πολυεστιακό κέντρο παραγωγής πολιτισμού. Κάθε συνοικία είχε το δικό της δίκτυο. Θέατρα, σινεμά, κλαμπ, ταβέρνες, εργαστήρια κοσμημάτων και κεραμικών, ωδεία και αλάνες για ποδόσφαιρο. Και οι καλλιτέχνες ζούσαν και δημιουργούσαν στις συνοικίες. Για παράδειγμα, ο Μαμαγκάκης στην Αγία Ζώνη, ο Σαββόπουλος στη Δεινοκράτους, ο Χατζιδάκις στη Ρηγίλλης, ο Σπανός και ο Σιδηρόπουλος στην πλατεία Αμερικής, ο Ακης Πάνου στα Πατήσια, ο Ξαρχάκος στα Εξάρχεια, ο Μουσαφίρης στο Κουκάκι, ο Σούκας στην Κυψέλη και δεκάδες άλλοι, σε διαμερίσματα πολυκατοικιών ή μικρές μονοκατοικίες, έπιαναν το σφυγμό της πόλης εξ επαφής και όχι εξ αποστάσεως και τον μετέτρεπαν σε μουσική της πόλης. Το Μέγαρο Μουσικής, το «Παλλάς», η «Τεχνόπολις» και το «Μπάντμιντον» αποτελούν αποκτήματα της πόλης, αλλά είναι υπερτοπικού χαρακτήρα και δεν αντισταθμίζουν τις απώλειες στη βάση της κοινωνίας. 

Στέρεψαν οι γειτονιές

Αυτή η πόλη διαλύεται συστηματικά από μία διαπλεκόμενη πολιτική και οικονομική εξουσία που αντιλαμβάνεται την πρόοδο ως μια διαρκή εργολαβία ανεξαρτήτως επιπτώσεων στο περιβάλλον και τον πολιτισμό. Τα αποτελέσματα είναι ορατά. Ο συνδυασμός ημιμαθών επαρχιωτών και αποξηραμένων αποφοίτων αμερικανικών πανεπιστημίων στην εξουσία εξαφανίζει τα ίχνη της αστικής κουλτούρας που χάραζαν φωτισμένοι δάσκαλοι, αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, καλλιτέχνες και διαλύει τα στοιχεία που συνάρθρωναν τη σπουδαία λαϊκή κουλτούρα της πόλης. Η λουστραρισμένη με πτυχία του Yale και του Harvard πολιτισμική ανεπάρκεια δεν κρύβεται, ούτε στις ιδέες, ούτε στα έργα τους. Η φτώχεια δεν εμπόδιζε την πόλη να είναι παραγωγική. Η ασφυξία που προκαλεί η πολιτική και οικονομική εξουσία την εμποδίζει.
Οι γειτονιές από αυτάρκεις μονάδες που συνδύαζαν κατοικία, εργασία, σπουδές και αναψυχή, αφυδατώθηκαν και στέρεψαν. Οι κάτοικοι έπρεπε πλέον να ικανοποιούν πολλές από τις ανάγκες τους μακριά από τις εστίες τους. Σε αμιγείς χώρους εμπορίου και μαζικής αναψυχής. Κάτι το οποίο είναι αυτονόητο στις νεόδμητες περιοχές των Βριλησσίων και του Αμαρουσίου, αλλά όχι στην Κυψέλη και τα Πατήσια. Χωρίς τα δικά τους στοιχεία, οι γειτονιές με μεγάλη πυκνότητα, προβληματικές υποδομές και χαμηλά εισοδήματα, υποβαθμίζονται δραματικά. Εντάθηκε η αποξένωση και η απομόνωση.
Αναπόφευκτη συνέπεια της υποβάθμισης ήταν να προσελκύσουν το μεγάλο ρεύμα των φτωχών μεταναστών, που προσανατολίστηκαν σε περιοχές που είχαν ήδη αρχίσει να φθίνουν οικονομικά, περιβαλλοντικά και πολιτισμικά.
Οταν ήρθαν οι μετανάστες στην πόλη τα υδραυλικά είχαν ήδη σκουριάσει, οι υπόνομοι πλημμύριζαν, τα αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα πάνω στα πεζοδρόμια. Αλλά και αυτό το κύμα μετανάστευσης που άλλαζε το πολιτισμικό στίγμα της πόλης, δεν αντιμετωπίστηκε με κάποιο σχέδιο αρμονικής συνύπαρξης. Το μεταναστευτικό σπρώχτηκε κάτω από το χαλί σαν σκουπίδι δημιουργώντας βαθιά ρήγματα στην κοινωνία. Με αποτέλεσμα να ευνοηθούν οι παραβατικές συμπεριφορές και να συμπιεστούν οι πολιτισμικές ανάγκες εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που στερούνται τα απολύτως στοιχειώδη για να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Ξαφνιάστηκαν οι Αθηναίοι που χιλιάδες μουσουλμάνοι προσευχήθηκαν στην πλατεία Δημαρχείου. Αλλά δεν τους λείπει μόνο το τζαμί. Στην πλατεία Κουμουνδούρου, κάθε Κυριακή μεσημέρι, οι Πακιστανοί παίζουν κρίκετ ανάμεσα στα δέντρα και στην πλατεία Βικτωρίας οι Σομαλοί παίζουν μπάλα μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα που αδειάζουν οι καφετέριες. Για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους με δική τους κουλτούρα και δικές τους ζωτικές ανάγκες δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη. Ετσι, αναζητούν λύσεις και διεξόδους στο περιθώριο, προκαλώντας συχνά τη δυσφορία των εντοπίων.
Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, αναπτύσσονται άμυνες και αντιστάσεις από δημιουργικούς και ανήσυχους ανθρώπους. Οι πιο εύποροι μετακόμισαν σε πιο ασφαλείς και ευάερες περιοχές. Ανάμεσα σ' αυτούς που παραμένουν, υπάρχει μία εμφανής τάση να δημιουργηθούν αυτόνομες περιοχές, καταφύγια μέσα στην πόλη που γίνεται όλο και πιο άγρια και αφιλόξενη. Γεννιούνται παρέες διασυνοικιακές, ορίζονται και διαμορφώνονται περιοχές, πάρκα και πλατείες, κτίρια και στέκια πάσης φύσεως με όρους μικρής ή μεγάλης αυτονομίας. Τα Εξάρχεια είναι μια αυτάρκης συνοικία με χαρακτήρα. Σπίτια, μαγαζιά, σχολές, καταστήματα, εργαστήρια, καφετέριες, στέκια. Ολα μαζί σε ένα. Αλλά ο σπόρος φυτρώνει κι αλλού, σε μικροκλίμακες. Σε όλες σχεδόν τις συνοικίες υπάρχουν καταλήψεις κτιρίων και γης. Η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης λειτουργεί σαν χώρος πολιτισμού εδώ και τρία χρόνια από κατοίκους. Το πάρκο Κύπρου και Πατησίων ξαναφυτεύτηκε έπειτα από συνεχείς αντιπαραθέσεις με το δήμο και την αστυνομία. Στο κτήμα Δρακόπουλου εμποδίστηκε η ανέγερση πολυώροφου κτιρίου και στο άλσος Παγκρατίου η κατασκευή θεάτρου από το δήμο. Το πάρκο Διδότου και Χ. Τρικούπη δημιουργήθηκε εκ του μηδενός και συνεχώς βελτιώνεται. Και γύρω απ' όλους αυτούς τους χώρους αναπτύσσονται συλλογικότητες. Συσπειρώνονται κάτοικοι κάθε ηλικίας και επαγγέλματος που προστατεύουν το περιβάλλον δημιουργώντας εστίες πολιτισμού. Σ' αυτούς τους χώρους βρίσκουν χώρο έκφρασης και ακροατήριο θεατρικές ομάδες, μουσικά σύνολα και χορευτικά συγκροτήματα, γίνονται μαθήματα γλώσσας και παρουσιάσεις βιβλίων.
Στο ίδιο πνεύμα, πολλαπλασιάζονται οι «πολυχώροι» («Ιανός», «Bios», «@ρουφ», «Φλοράλ», «Νοσότρος», «Μπλακ Ντακ» κ.ά.) σε ανθρώπινη κλίμακα. Επίσης, πολλές μικρές θεατρικές και μουσικές σκηνές, σε υπόγεια, αποθήκες, ακόμα και διαμερίσματα. Σε ανοιχτούς χώρους, η πόλη φιλοξενεί πολλά ενδιαφέροντα φεστιβάλ: Resistance, Αντιρατσιστικό, Β-Fest, Νεολαίας Συνασπισμού κ.λπ. Φέτος, μεταξύ άλλων, είδα τη σπουδαία έκθεση κοινωνικής αφίσας του Δημήτρη Αρβανίτη, άκουσα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τους Χαΐνηδες, παρακολούθησα τις ομιλίες του Ντομένικο Λοζούρντο και του Ντέιβιντ Γκρέμπερ και έφαγα ωραία φαγητά από αφρικανές μετανάστριες. Η άμυνα αναπτύσσεται από δεκάδες μικρές ομάδες που ξεπηδούν στις γειτονιές με τη μορφή κινήσεων πολιτών, αντιεξουσιαστικών πυρήνων, καλλιτεχνικών ομάδων, ροκ συγκροτημάτων κ.λπ. Ενώ το εμπορικό τραγούδι σέρνεται στις μεγάλες πίστες, εκατοντάδες μουσικά σχήματα μετατρέπουν την ασφυξία σε κραυγή και τα γκράφιτι οριοθετούν τις περιοχές.
Ο δήμαρχος προωθεί τσιμεντένιες αναπλάσεις και έρχεται σε ρήξη με τις δημιουργικές επιλογές των ενεργών κατοίκων που ανησυχούν και παίρνουν πρωτοβουλίες, προσεταιριζόμενος την αδιάφορη, κλεισμένη στα σπίτια της σιωπηλή πλειοψηφία που τον ψηφίζει από άγνοια και φόβο. Αρωγός του εφεξής και ο μελλοντικός δημοτικός σύμβουλος Ηλίας Ψινάκης. Στην πόλη που έχει σημείο αναφοράς την Ακρόπολη.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου