Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Καλή κρίση και ευτυχισμένος ο νέος φόβος [Ενημέρωση για τις μεγάλες συγκρούσεις στο Αμβούργο] από την Antifa AK Κολωνίας
























ΤΟ ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΤΗΝ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΟΥ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗς ΠΟΛΙΤΙΚΗς ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗς ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ROTE FLORA ΣΤΟ ΑΜΒΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟ.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε αμέσως μετά τα γεγονότα στο Αμβούργο. Δεν μπορούμε να μεταφέρουμε όλες τις εντυπώσεις που μας άφησε αυτή η μέρα και ίσως άλλοι καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα, τα οποία θέλουμε να διαβάσουμε και να συζητήσουμε. Κύριος σκοπός μας είναι να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τα γεγονότα υπό την αντεθνική, αντικαπιταλιστική προοπτική μας εδώ στη Γερμανία, ειδικά για τους συντρόφους μας διεθνώς που ρωτούν για πληροφορίες και οι οποίοι δεν μπορούν να τα παρακολουθήσουν όλα λόγω των γλωσσικών εμποδίων.
 
Μια αναφορά από την ομάδα εργασίας “Διεθνών Σχέσεων” της Antifa AK Κολωνίας

Το Σάββατο, η αστυνομία επιτέθηκε και σταμάτησε μια μεγάλη αυτόνομη διαδήλωση που είχε καλεστεί προς υπεράσπιση του κοινωνικού κέντρου “Rote Flora” στο Αμβούργο. Οι μεγαλύτερες ταραχές που έχουμε δει εδώ και χρόνια διήρκεσαν όλη την ημέρα και τη νύχτα, εκατοντάδες τραυματίστηκαν ή τέθηκαν υπό κράτηση. Οι διοργανωτές μιλούν για ένα “πολιτικό σκάνδαλο”˙ τα μέσα ενημέρωσης συζητούν για τη βία, την έννοια του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι και τις παραβιάσεις εναντίον του από την αστυνομία˙ για το ριζοσπαστικό κίνημα, αυτή η περαιτέρω ποινικοποίηση ζωτικής σημασίας κοινωνικών αγώνων (μετά το Blockupy 2012, για παράδειγμα) σημαίνει ότι οι γραμμές του μετώπου κατά του κράτους και του κεφαλαίου μπορεί να σκληρύνουν.

Ποιος καλούσε για τι;
Πολλές οργανώσεις και πρωτοβουλίες κάλεσαν σε διαδηλώσεις το Σάββατο, οι οποίες ήταν όλες πολιτικά συνδεδεμένες. Η πρωτοβουλία για το δικαίωμα ασύλου των προσφύγων, το “Lampedusa - Group”, κάλεσε -όπως έκανε συχνά τις τελευταίες εβδομάδες- σε μια αντιρατσιστική διαδήλωση. Η πρωτοβουλία αυτή θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο του αγώνα για τους πρόσφυγες, ο οποίος αναπτύσσεται στη Γερμανία εδώ και μερικά χρόνια. Στο Αμβούργο, έχει δημιουργήσει μεγάλη και έντονη πολιτική δυναμική, και έχει προσελκύσει την υποστηρικτική προσοχή διαφόρων τμημάτων της κοινωνίας, από αυτόνομους περιβαλλοντιστές έως φοιτητές και φιλελεύθερους.
Η πρωτοβουλία "δικαίωμα στην πόλη" κάλεσε επίσης σε συγκέντρωση και διαμαρτυρία, ειδικότερα κατά της έξωσης από το λεγόμενο “Esso-Houses”, ένα παλιό συγκρότημα κατοικιών στο Αμβούργο-St.Pauli με πάνω από 100 κατοικίες, καταστήματα, κλπ. Αυτή η οικιστική ενότητα πωλήθηκε σε επενδυτές το 2009, οι οποίοι είπαν ευθέως ότι ήθελαν να κατεδαφίσουν τα κτίρια αυτά και να οικοδομήσουν νέα, πιο κερδοφόρα κτίσματα. Οι εξώσεις από τα σπίτια έγιναν μόλις έξι ημέρες πριν από τη διαδήλωση, την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου! Το σύνθημα των διαδηλώσεων εκείνη την ημέρα ήταν “το δικαίωμα στην πόλη δεν γνωρίζει σύνορα”, κάτι που κατέστησε σαφή τη σύνδεση με τον αντιρατσιστικό αγώνα.
Η μεγαλύτερη διαδήλωση αναμενόταν από την πρωτοβουλία για τη σωτηρία του Rote Flora, το θρυλικό αυτόνομο κέντρο στην εξευγενισμένη περιοχή “Schanzenviertel” στο Αμβούργο. Το κοινωνικό κέντρο έχει απειληθεί με έξωση εδώ και μερικά χρόνια. Κατά καιρούς ο ιδιοκτήτης δείχνει πόσο σκληροπυρηνικός είναι και έτσι τώρα συζητιέται η ανάγκη για έξωση. Το Rote Flora -ένα από τα αυτόνομα κέντρα που αρνήθηκε να διαπραγματευτεί με τη διοίκηση της πόλης και επέλεξε μια στρατηγική αντίστασης- είναι ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της πρωτοβουλίας “δικαίωμα στην πόλη”, όχι μόνο στο Αμβούργο, αλλά σε ολόκληρη τη Γερμανία. Επιπλέον, οι πρόσφυγες γύρω από το Lampedusa-Group έχουν ισχυρές σχέσεις με την εναλλακτική αυτόνομη σκηνή γύρω από το Rote Flora. Όλα τα θέματα της ημέρας μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκρυσταλλώθηκαν στη διαδήλωση για το Rote Flora (ρατσισμός, αποκλεισμός από την ανάπτυξη της πόλης). Οι άλλες διαδηλώσεις και συνελεύσεις ήθελαν να συμμετάσχουν στη διαδήλωση για το Rote Flora, η οποία ορίστηκε για το απόγευμα του Σαββάτου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί επίσης η ισχυρή υποστήριξη από την κινητοποίηση αντιφασιστικών ομάδων.

Οι προηγούμενες ημέρες
Η κινητοποίηση είχε σημαντικά αποτελέσματα. Όχι μόνο λόγω της παραδοσιακά ισχυρής παρουσίας του αυτόνομου κινήματος στη Γερμανία, που συμπορεύτηκε στις διαδηλώσεις για το Rote Flora, αλλά και εξαιτίας των δεσμών μεταξύ των θεμάτων που περιγράφηκαν παραπάνω, τα οποία είναι αυτή τη στιγμή πιο σχετικά με την ριζοσπαστική αριστερά στο Αμβούργο. Αλλά η κινητοποίηση δεν έμεινε μόνο σε γερμανικό επίπεδο. Πολλοί άνθρωποι από την Ευρώπη, κυρίως από την αυτόνομη σκηνή, ταξίδεψαν στο Αμβούργο. Μια επιθετική διαδήλωση αναμενόταν.


Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

"Εν-τοπίζοντας την ακαθόριστη εξουσία. Προς μια ανθρωπολογική προσέγγιση του Δεκέμβρη" του Αντώνη Αγγελή

Φώτος από Αθήνα 06.12.2013















 Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 ήταν ένα γεγονός που έλαβε τρομακτικές διαστάσεις. Το δυστύχημα ήταν πως ο τρόμος αυτός επέδρασε κατασταλτικά τόσο για τον ελεγκτικό μηχανισμό καταστολής όσο και για τους ίδιους τους εξεγερμένους, το μεγαλύτερο μέρος τους τουλάχιστον. Αυτός ο τρόμος δεν προέκυψε από τις διαστάσεις της εξέγερσης αλλά από τα χαρακτηριστικά του απροσδόκητου, του μη αναμενόμενου, του ανεξέλεγκτου, του αυθόρμητου, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στις πρακτικές και τις ταυτότητες των υποκειμένων μέσα στην εξέγερση.

Έτσι, μέσα στις καθημερινές, αναμενόμενες, σχεδόν καθιερωμένες πορείες διαμαρτυρίας μπορούσε κανείς να διακρίνει έναν τόσο μεγάλο αριθμό διαδηλωτών, που πιστοποιούσε μια πρωτοφανή μαζικότητα. Παράλληλα, μέσα στο πλήθος των διαδηλωτών υπήρχαν γονείς με τα παιδιά τους, μαθητές και φοιτητές, αναρχικοί, κομμουνιστές, συνδικαλιστές, άνθρωποι που άσχετα με το αν ανήκαν ή όχι σε κάποια πολιτική οργάνωση στα πλαίσια της εξέγερσης λειτουργούσαν αυθόρμητα και έβγαζαν την οργή τους άλλοτε σπάζοντας και καίγοντας, άλλοτε υποστηρίζοντας τις πρακτικές αυτές κοκ.

Όσο κι αν οι πρακτικές, που αναδείχθηκαν στο εξεγερσιακό σκηνικό των πόλεων, υπήρξαν περισσότερο ή λιγότερο αναμενόμενες, δε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η αδιάκριτη υιοθέτηση των πρακτικών αυτών από έναν μεγάλο αριθμό διαδηλωτών και συνεπώς έναν μεγάλο αριθμό πολιτικών ταυτοτήτων προσδίδει στην εξέγερση τα χαρακτηριστικά του αυθόρμητου και ακαθόριστου. Προκύπτει λοιπόν στο σημείο αυτό ο προβληματισμός για το ποιες είναι οι σχέσεις, μεταξύ των διάφορων ιδεολογικό-πολιτικών ταυτοτήτων και των πρακτικών καθώς και το πώς λειτούργησαν αυτές μέσα στο χώρο τη εξέγερσης.

Έτσι, στις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη υπήρξε εξαιρετικά εντυπωσιακή η μεγάλη συμμετοχή, η μαζικότητα, που αναδείκνυε μια κοινωνία σε γενικότερο αναβρασμό. Η ποικιλία των προβλημάτων-αιτημάτων ώθησε με τη σειρά της έναν μεγάλο αριθμό πολιτών και ταυτόχρονα μια μεγάλη ποικιλία ιδεολογικο-πολιτικών ταυτοτήτων στους δρόμους διεκδικώντας μέσα από διάφορες πρακτικές όχι κάτι συγκεκριμένο αλλά πολλά πράγματα μαζί.

 

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Τί κάνουμε μετά το Όργιο?




















Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο Μποντριγιάρ, στον οποίο ανήκει το παραπάνω ανοικτό ερώτημα, η λέξη «όργιο» συμβολίζει «όλη την εκρηκτική στιγμή της νεωτερικότητας», τη στιγμή της απελευθέρωσης σε όλους τους τομείς. Πολιτική απελευθέρωση, σεξουαλική απελευθέρωση, απελευθέρωση της γυναίκας, του παιδιού, των ασυνείδητων ενορμήσεων, απελευθέρωση της τέχνης. Απελευθέρωση λοιπόν παντού, πλην όμως: εικονική. Ζούμε την προσομοίωση της απελευθέρωσης.

Το ανθρώπινο βλέμμα, τύχη μοναδική και σημείο διαφοράς από τα ζώα, παράγει τον πολιτισμό και ταυτόχρονα συντηρεί τη δυστυχία και την κρίση μέσα σ’αυτόν. Καθώς το βλέμμα είναι ηρακλείτειο στη φύση του («Τα πάντα ρει»), η εικόνα λειτουργεί ως μια ισχυρή ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ακινητοποιήσει τη στιγμή, να ακυρώσει το θάνατο της αληθινής στιγμής, αυτής που βιώνεται μονάχα μία φορά στη ζωή. Ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει προκύψει από αυτήν την επιθυμία του Ανέφικτου: Να ακινητοποιηθεί ο Χρόνος. Όμως στη σημερινή εποχή ζούμε αυτό το παράδοξο, ας μου επιτρέψετε τη λέξη, τη «διαστροφή του βλέμματος». Το βλέμμα έχει εκτροχιαστεί από την υπηρεσία της εγγενούς επιθυμίας του ανθρώπου να ακινητοποιήσει το Χρόνο και επιταχύνει διαρκώς προς όλες τις κατευθύνσεις, ακολουθώντας τον καταιγισμό εικόνων που παράγει ο σύγχρονος πολιτισμός.

Τα πάντα μπορούν να ιδωθούν, τα πάντα πρέπει να βλέπονται, όλα πρέπει να είναι διαφανή. Η Διαφάνεια έχει καταστεί πρωταρχική επιδίωξη του πολιτισμού της Εικόνας (μένει να αναρωτηθούμε: διαφάνεια για ποιους;). «Κανένα ταμπού, κανένα όριο», λέει μια διαφημιστική καμπάνια. Στην ταινία του Κιούμπρικ Μάτια Ερμητικά κλειστά, ένα πολιτικό σχόλιο πάνω στον πολιτισμό της εικόνας, αναφέρεται ότι το ζητούμενο σήμερα είναι «η εκτύφλωση με την υπερβολή εικόνων», «να ρίξουμε στάχτη στα μάτια», «να θαμπώσουμε». Μέσα σ’ αυτήν την εικονική φούσκα του βλέμματος τα πάντα επιταχύνονται χωρίς να πηγαίνουν πουθενά, γιατί επιταχύνουν στο κενό: από το χρήμα ως τα συναισθήματα και από το σεξ ως την επανάσταση. Η εικόνα είναι η νεωτερική φυλακή που κατασκεύασε το αόρατο σύστημα, που γι’ αυτό παραμένει αόρατο, για να μπορεί να ελέγχει τα πάντα, μολύνοντας τον άνθρωπο με έναν – θα λεγες – πορνογραφικό ιό που έχει διεισδύσει στα πάντα: όχι μόνο στα σεξουαλικά, αλλά σχεδόν σε όλους τους τομείς, από την τέχνη ως την οικονομία και από την πολιτική ως τη θρησκεία. Ο Μποντριγιάρ γράφει χαρακτηριστικά ότι «υπάρχει μια αμοιβαία μόλυνση όλων των κατηγοριών, όπου το σεξ δεν βρίσκεται πια μέσα στο σεξ, αλλά οπουδήποτε αλλού». Όταν το κάθε τι είναι σεξουαλικό, τίποτε δεν είναι πια σεξουαλικό και το σεξ χάνεται μέσα στην ατέρμονη προσπάθεια προσδιορισμού του. Πρόκειται για μια εξαιρετικά αποτελεσματική στρατηγική εξορκισμού του σώματος δια της υπερβολής των σημείων του σεξ, πολύ πιο αποτελεσματική από την «παλιά καλή καταστολή» δια των απαγορεύσεων.

Αντίθετα από ο,τι πιστεύουμε, το σώμα δεν είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στο πορνό. Δεν αρκεί η συνουσία στην εικόνα του πορνό, πρέπει να δείξουμε ότι συνουσιαζόμαστε, πράγμα που προϋποθέτει ότι πρέπει να δείξουμε ότι ξέρουμε να δείχνουμε. Με άλλα λόγια: «Όχι πια: Υπάρχω, είμαι εδώ, αλλά: Είμαι ορατός, είμαι εικόνα, look, look!». «Άλλοτε το σώμα ήταν η μεταφορά της ψυχής, κατόπιν έγινε η μεταφορά του σεξ, σήμερα δεν είναι πια μεταφορά κανενός απολύτως πράγματος», γράφει ο Μποντριγιάρ. Από δω ίσως να πηγάζει και η μελαγχολία μας, αυτό το συναίσθημα του κενού που μας συνοδεύει σαν σκιά: διότι η μεταφορά ήταν κάτι ωραίο, φορέας του Νοήματος, που έπαιζε με τη διαφορά και με την αυταπάτη της διαφοράς. Όταν ο Άντι Γουόρχολ έλεγε θριαμβευτικά «Όλα τα έργα είναι ωραία, δεν έχω να διαλέξω, όλα τα έργα του καιρού μας είναι ισάξια» ήταν βεβαίως μπροστά από την εποχή του γιατί ανακοίνωνε την κατάργηση των κριτηρίων αξιολόγησης, το τέλος των διαφορών, φυσικά στο εικονικό πλαίσιο της προσομοίωσης της πραγματικότητας, το οποίο έχουμε προσπαθήσει να περιγράψουμε σε αυτές τις λίγες γραμμές.

Στην πορνογραφική εικόνα διακρίνουμε τέσσερα χαρακτηριστικά. Πρώτον, η ταχύτητα, η επίσπευση της σεξουαλικής σκηνής. Ένας διάλογος πέντε δευτερολέπτων αρκεί για να μας εισαγάγει στο ξεκούμπωμα του παντελονιού. Όλα συμβαίνουν ωσάν το σεξ να συγκροτεί το σύνολο των διαπροσωπικών μας σχέσεων.
Δεύτερον, ο κορεσμός. Η συσσώρευση αυτόματων, επαναλαμβανόμενων σκηνών σεξ είναι ένα παιχνίδι που δεν αντιστοιχεί τόσο σε μια λογική σειρά εικόνων, όσο σε έναν συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας του ματιού. Επιπλέον, όλα πρέπει να φωτίζονται, να φαίνονται όσο καλύτερα γίνεται. Γι’ αυτό και τα σώματα πρέπει να είναι τελείως ξυρισμένα, διότι η τρίχα κρύβει, «σκοτεινιάζει» την εικόνα. Τρίτον, ο επαγγελματισμός του σώματος.  Σημασία δεν έχει τόσο η ίδια η σεξουαλική πρακτική, όσο η ικανότητα να την επιδείξεις, να παράξεις εικόνα με αυτήν. Με άλλα λόγια το ζήτημα δεν είναι να φαίνεσαι ερωτικός, αλλά να κάνεις πορνό. Εδώ υπεισέρχεται και ο «αθλητικός συντελεστής» της υπεροχής, της προσπάθειας, των επιδόσεων,  του παιδιάστικου ξεπεράσματος του εαυτού μας. Τέταρτον, ο διχασμός σε σχέση με το σώμα μας. Η πορνογραφική ταινία παραπέμπει τον καθένα στο δικό του σώμα, αλλά και τον αποστασιοποιεί απ’ αυτό. Ηθοποιός και θεατής είναι παρόντες στο δικό τους σώμα, αλλά και ταυτόχρονα σε θέση να το επιβλέπουν. Το πορνό διεγείρει, αλλά και προκαλεί ανία, ενώ παραδόξως, η έλλειψη ενδιαφέροντος που προκαλεί μπορεί να συντηρήσει μια σχέση εξάρτησης από αυτήν. Ο εθισμένος είναι σκλάβος μιας επιτακτικής ανάγκης που απαιτεί την άμεση ικανοποίησή της. Έτσι, αποφεύγει τις αναμετρήσεις με την πραγματικότητα και τις απαιτήσεις του έρωτα, οι οποίες προσδίδουν αξία και νόημα στο άτομο και στη σχέση πάθους με τον Άλλο.

Ο Μποντριγιάρ λέει πως ο,τι δεν πήγε πέρα από τον εαυτό του, είναι καταδικασμένο να αναπαράγεται εσαεί. Η κοινωνία φάνηκε ανίκανη να κάνει υπέρβαση του εαυτού της, αγόμενη προς άλλους σκοπούς, και αυτοεγκλείστηκε στη φυλακή της εικόνας της. Σήμερα φαίνονται όλα απελευθερωμένα, ο κύβος ερρίφθη και το ερώτημα παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ: Τι κάνουμε μετά το όργιο; Είμαστε άραγε καταδικασμένοι να προσκρούουμε δίχως δυνατότητα διαφυγής στα τοιχώματα της εικονικής μας φούσκας, σαν τον ήρωα του Truman Show; Εμείς θεωρούμε ότι το ζητούμενο σήμερα είναι να σπάσουμε τη φούσκα της εικονικότητας και να καταστήσουμε απτό και πραγματικό το προσομοιωμένο. Τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι τίποτα δεν έχει απελευθερωθεί πραγματικά και πως ο δρόμος της επανάστασης είναι μπροστά μας σε όλα τα επίπεδα.









Επιλέγουμε να δημοσιεύσουμε ένα κείμενα που διαβάστηκε στο πλαίσιο του Ανοιχτού Κύκλου Αυτομόρφωσης Η Πορνογραφία Πέρα Απ' το Καλό και το Κακό, που πραγματοποιήθηκε στις  22-23 Απριλίου στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο Xanadu από την Πρωτοβουλία κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης
http://stop-omofovia-xanthi.blogspot.gr/2013/04/blog-post_28.html





Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Κράτος και Τρομοκρατία: Η "Στρατηγική της έντασης"



















«Υπάρχουν ακόμη αφελείς που πιστεύουν ότι το παράδειγμα της ασφάλειας έχει σκοπό να προλάβει τρομοκρατικές πράξεις. Αυτό είναι τελείως λάθος. Η βασική ιδέα είναι μάλλον: «θα αφήσουμε να συμβούν καταστροφές, αναταραχές, ή και θα βοηθήσουμε να συμβούν, επειδή αυτό θα μας επιτρέψει να παρέμβουμε και να τις διακυβερνήσουμε προς την ορθή κατεύθυνση». Π.χ. η αμερικανική πολιτική εδώ και είκοσι χρόνια είναι σαφώς αυτή: ποτέ δεν εμποδίζει την εμφάνιση της αταξίας, της καταστροφής, αντίθετα τις βοηθά να παραχθούν σε ορισμένες περιοχές, αλλά μετά επωφελείται προκειμένου να τις κατευθύνει σε μια κατεύθυνση «ασφαλή».
Εξάλλου θυμάμαι το 2001 όταν υπήρχαν μεγάλες ταραχές στη Γένοβα της Ιταλίας κατά τη σύνοδο του G8, και υπήρχαν σοβαρά επεισόδια με την αστυνομία, υπήρξε μια δικαστική έρευνα, στην οποία εξετάστηκε και ο αρχηγός της αστυνομίας. Αυτός ήταν και ο ίδιος οργισμένος, και είπε: «η κυβέρνηση σήμερα δεν θέλει πλέον να διατηρήσει την τάξη, θέλει να διαχειριστεί την αταξία».
Πρέπει να το καταλάβουμε καλά: οι κυβερνήσεις σήμερα δεν αποσκοπούν να διατηρήσουν την τάξη, αλλά να διαχειριστούν την αταξία. Και η αταξία πάντοτε υπάρχει, τη βλέπουμε: η κρίση, οι ταραχές, τα συμβάντα, η κατάσταση ανάγκης … όλα αυτά τα επικαλούνται ανά πάσα στιγμή. Αλλά το ζητούμενο είναι να παρέμβουν εκ των υστέρων. Γι’ αυτό και σήμερα, όταν βλέπουμε πολύ ενδιαφέροντα φαινόμενα, ας πούμε πρώτα όσα γίνανε στην Ελλάδα, αλλά και μετά στην Τυνησία, την Αίγυπτο, όλα αυτά είναι πράγματα προφανώς πολύ ωραία, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι εξουσίες που υπάρχουν απέναντι γνωρίζουν ότι συμβάντα και αναταραχές μπορεί να συμβούν, και αναζητούν τρόπους να τις διαχειριστούν, να τις στρέψουν σε μια κατεύθυνση που θεωρούν χρήσιμη»
Giorgio Agamben

πηγή:
http://nomadicuniversality.wordpress.com/2012/08/15/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BD-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%843-%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82/#more-947



















απόσπασμα από το άρθρο της Κατερίνας Σκαργιώτη 
«Η στρατηγική της έντασης»: τρομοκρατικά χτυπήματα και ενοχοποίηση της Aριστεράς στην Ιταλία του 1970

Η έρευνα για την ανάπτυξη της τρομοκρατίας στην Ιταλία του 1970 έχει αναδείξει πολλές πτυχές της λειτουργίας του παρακράτους, της σύνδεσής του με το επίσημο κράτος καθώς και την ενοχοποίησης των αριστερών κινημάτων. Η δράση των παρακρατικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δεκαετίας αποτελούν παράδειγμα και αντικείμενο μελέτης για εκείνους που επιθυμούν να κατανοήσουν πως ο φασισμός μπορεί να γίνεται εργαλείο στα χέρια του συνασπισμού εξουσίας.

Εργατικοί αγώνες και κοινωνικός αναβρασμός

Μια προσεκτική ανάγνωση στη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας μας καθιστά σαφές ότι οι χαμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όσοι υποστήριζαν το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι) παρεισέφρησαν είτε σε παράνομες είτε σε νόμιμες ακροδεξιές οργανώσεις ή ακόμα και σε καίριες θέσεις του Στρατού. Αυτές οι οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ψυχροπολεμικό κλίμα της μεταπολεμικής περιόδου. Όπως συνέβη και σε άλλα κράτη (π.χ. Ελλάδα) οι ακροδεξιοί αποτέλεσαν την ανομολόγητη βοήθεια της κυβέρνησης των Χριστιανοδημοκρατών ώστε να πληγεί η Αριστερά και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να κυβερνήσει.



Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στην Ιταλία αναπτύσσονται φοιτητικοί αγώνες, κοινωνικά κινήματα καθώς και ο συνδικαλισμός στο βιομηχανοποιημένο Βορρά. Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autumno Caldo (Θερμό Φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσαν βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξαν τον συσχετισμό ισχύος. Οι απεργίες ξεκίνησαν σταδιακά από την άνοιξη του 1968 σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Fiat, η Pirelli και η Siemens, με κύρια αιτήματα  την μείωση του ωραρίου και την αύξηση των μισθών, όπως προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση του 1966. Τα συνδικάτα των εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες υπήρξαν πρωτοπόρα, καθώς το Σεπτέμβριο του 1969 προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών (με μεγάλες απώλειες στη παράγωγη) και σε μεγαλειώδεις πορείες στο κέντρο του Μιλάνο και του Τορίνο. Ακόμη, ορόσημο για τις κινητοποιήσεις του 1969 αποτέλεσε η «διασταύρωση» του εργατικού κινήματος με τις φοιτητικές πορείες: στις 3 Ιουλίου 1969 οι φοιτητές διαδήλωσαν στο Τορίνο μαζί με τους εργάτες και πραγματοποίησαν συνελεύσεις στις οποίες αποφάσισαν να συστήσουν κοινό αγνωστικό μέτωπο.


Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

«Ξανθoί άγγελοι», βαλκανικά παράσιτα και queer προλεταριακότητες του Άκη Γαβριηλίδη









Στα λατινικά, η λέξη proles/ proletis σημαίνει «τέκνο, απόγονος».

Στην αρχαία Ρώμη, η λέξη αυτή αποτέλεσε τη ρίζα για έναν άλλο όρο που έμελλε να διαγράψει μακροχρόνια καριέρα στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Στη δημοκρατία [respublica], και μετέπειτα στην αυτοκρατορία, proletarii αποκαλούνταν οι πολίτες οι οποίοι δεν είχαν καμία φορολογήσιμη περιουσία και, έτσι, το μόνο που μπορούσαν να εισφέρουν στην πολιτεία ήταν να γεννήσουν απογόνους.


Οι πολίτες αυτοί συνιστούσαν χωριστή κατηγορία φορολογουμένων. Το ομώνυμο λήμμα τής wikipedia αρχίζει ως εξής:

Η προέλευση του ονόματος συνδέεται μάλλον με την απογραφή, την οποία πραγματοποιούσαν κάθε πέντε χρόνια οι ρωμαϊκές αρχές προκειμένου να συντάξουν ένα μητρώο των πολιτών και της περιουσίας τους, από το οποίο θα καθορίζονταν οι στρατιωτικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα ψήφου που τους αναλογούσαν. Για πολίτες, των οποίων η περιουσία (…) βρισκόταν κάτω από το χαμηλότερο όριο για τη στρατιωτική θητεία, αντί για την περιουσία καταχωρίζονταν στη μερίδα τους τα παιδιά τους· εξ ου και το όνομα proletarius, «αυτός που παράγει απογόνους». Η μόνη συμβολή τού proletarius στη ρωμαϊκή κοινωνία θεωρούνταν η ικανότητά του να ανατρέφει παιδιά, μελλοντικούς Ρωμαίους πολίτες οι οποίοι θα μπορούσαν να αποικίσουν τις νέες περιοχές που κατακτούσε η Ρωμαϊκή Δημοκρατία και αργότερα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ήδη εξ αρχής, λοιπόν, ο συγκεκριμένος όρος είχε χαρακτήρα βιοπολιτικό, καθώς παρήχθη στο πλαίσιο διοικητικών πρακτικών ελέγχου, ταξινόμησης και αξιοποίησης των πληθυσμών (απογραφή/ φορολογία/ στρατολόγηση/ αποικισμός).

Κατά τις πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις που οδήγησαν στη συγκρότηση του έθνους-κράτους, ο όρος επανέρχεται ως εργαλείο της εξουσίας για την ταξινόμηση των πληθυσμών, ενώ, βαθμιαία, οι ίδιοι οι πληθυσμοί τούς οποίους αφορά αρχίζουν να οικειοποιούνται με τη σειρά τους τον όρο και να τον χρησιμοποιούν αυτοί ως στοιχείο ταύτισης και υπερηφάνειας.


Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Ας τελειώνουμε πια με τις ιστορίες για «μπαμπούλες και τσιγγάνους» της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης
























Η ιστορία της τετράχρονης Μαρίας που βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όταν διαπιστώθηκε ότι το ζευγάρι των Ρομά με τους οποίους ζούσε δεν είναι οι βιολογικοί της γονείς –χωρίς να έχουν διευκρινιστεί ως τώρα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε υπό την κηδεμονία τους- έδωσε άλλη μια φορά στα τηλεοπτικά κανάλια και τον κίτρινο τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, τη χρυσή ευκαιρία να κάνουν εμπόριο συναισθημάτων και φτηνής συγκίνησης. 



Η ξαφνική ευαισθησία όμως που τους κατέλαβε, μάλλον δεν έφτανε για να μην αποδυθούν σε ένα ρατσιστικό παραλήρημα που παρουσιάζει λίγο-πολύ την αρπαγή-απαγωγή παιδιών ως μια «συνήθεια» όλων των Ρομά. Είδαμε κρεμασμένο σε όλα τα περίπτερα το πρωτοσέλιδο γνωστής κίτρινης φυλλάδας με οκτάστηλο τίτλο: «ΡΟΜΑ αρπάζουν μωράκια», ενώ ανάλογες διατυπώσεις υπάρχουν και σε άλλες εφημερίδες, καθώς και στο διαδίκτυο. Ακόμη και τα πιο «ουδέτερα» ή «νηφάλια» σχετικά ρεπορτάζ δεν παραλείπουν να αναφέρουν σε κάθε αράδα τους το γεγονός ότι οι γονείς είναι Ρομά.



Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Από τους «βρομοέλληνες» μετανάστες στην Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα που κατηγορούνταν συλλήβδην για κάθε πιθανό ή απίθανο έγκλημα, μέχρι τα πογκρόμ σε όλη την «πολιτισμένη» Ευρώπη ενάντια στους «βρεφοφάγους» Εβραίους που κορυφώθηκαν με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, και από τους Αλβανούς «δολοφόνους» της δεκαετίας του ’90 ως τους «Γύφτους που κλέβουν μωρά» του αιώνιου θαρρείς αστικού μύθου, ολόκληρες εθνοτικές ή θρησκευτικές ομάδες μπαίνουν στο στόχαστρο, με υποτιθέμενη αφορμή τις υπαρκτές -ή ακόμη χειρότερα τις ανύπαρκτες- παραβατικές συμπεριφορές κάποιων μεμονωμένων ατόμων, αλλά στην πραγματικότητα επειδή είναι διαφορετικοί, φτωχοί κι εκμεταλλεύσιμοι.



Αυτές τις μέρες λοιπόν το προαιώνιο πρόσχημα για τη στοχοποίηση των Ρομά, η καταστολή της εγκληματικότητας, γνωρίζει νέες δόξες. Από τα χρόνια της Εσμεράλδας οι κοινότητες των Τσιγγάνων αποτελούν τον αποδιοπομπαίο τράγο για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ανάμεσα στις οποίες φυσικά και η ελληνική: θεωρούνται μονίμως μιάσματα, ζούνε γενικά και αόριστα σε «καταυλισμούς», κατηγορούνται για όλων των ειδών τα εγκλήματα, η ύπαρξή τους συνοδεύεται από ρατσιστικούς μύθους και καταδιώκονται ομαδικά με την πρώτη ευκαιρία. Άλλωστε ξεχωρίζουν εύκολα από το χρώμα, την ενδυμασία, τον τρόπο ζωής τους. Η κορύφωση των διωγμών υπήρξε την περίοδο της ναζιστικής κυριαρχίας, όταν χιλιάδες Ρομά και Σίντι εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά οι διακρίσεις και οι διώξεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Οι Ρομά αντιμετωπίζονται από το ελληνικό κράτος ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και βιώνουν τον αποκλεισμό σε κάθε τους βήμα –κι αντί να αναζητηθούν σε αυτά οι λόγοι για τους οποίους κάποιοι από αυτούς εξωθούνται σε παράνομες δραστηριότητες και στο μικροέγκλημα, βλέπουμε με κάθε αφορμή να ξεσπά ιερή αγανάκτηση εναντίον τους στα ΜΜΕ και στην ευυπόληπτη κοινωνία, τροφοδοτώντας και υποστηρίζοντας νέες διώξεις, εναντίον ολόκληρης φυσικά της κοινότητας των Ρομά.



Και το σημερινό κυνήγι μαγισσών λοιπόν δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά για έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα του διάχυτου ρατσιστικού λόγου και των φασιστικών πρακτικών του ελληνικού κράτους: μετανάστες, οροθετικές, lgbt κοινότητα, διεμφυλικά άτομα, πρόσφυγες, μουσουλμάνοι, Ρομά, και άλλες κοινωνικές ομάδες, αποτελούν τον τόσο βολικό για την εξουσία -ιδίως σε περιόδους κρίσης- εσωτερικό εχθρό και ως τέτοιοι αντιμετωπίζονται. Με πρόσχημα -πάντα- την “ασφάλεια των πολιτών” άνθρωποι και ολόκληρες ομάδες διαπομπεύονται, μαντρώνονται, διώκονται, στιγματίζονται, αποκλείονται, αφήνονται να πεθάνουν.



Απέναντι σε όλα αυτά δεν μπορούμε παρά να δείχνουμε την αλληλεγγύη μας στους Ρομά και σε κάθε κοινωνική ομάδα που στοχοποιείται λόγω της διαφορετικότητάς της και να πολεμάμε το ρατσισμό και το φασισμό “από όπου κι αν προέρχονται.”



Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

"Το όνειδος που αυτοαποκαλείται σκηνή σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα" του Παναγιώτη Χατζηστεφάνου


















Για τους αμύητους, η καλλιτεχνική σεζόν στην Ελλάδα εγκαινιάζεται κάθε χρονιά γύρω στον Σεπτέμβριο, εν μέσω της σκανδαλώδους ατμόσφαιρας του άτυπου φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης Remap. Σε διάφορους ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού εκτίθενται έργα από διεθνείς καλλιτέχνες, ενώ στα παρασκήνια παίζεται ένα περίπλοκο παιχνίδι εκκαθάρισης και ανάπλασης της περιοχής για λογαριασμό εργολάβου-επενδυτή και άλλων.
Πυκνοκατοικημένη από μετανάστες η γειτονιά, βρίθει από ζωή, η οποία όμως δεν είναι της αρεσκείας σε διάφορους ρατσιστές και αυτόκλητες ταγούς της ηθικής, που έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια εκεί τις γκαλερί τους.
Με στόχο να ανέβουν σε αξία τα ακίνητα, κάτι που θα ωφελήσει και εκείνες, ομολογούν ανερυθρίαστα πως συνεργάζονται με την αστυνομία ώστε να «ξεβρομίσει ο τόπος από τα πρεζόνια, τους μετανάστες και τις πόρνες».
Μεταφέροντας στην περιοχή του Κεραμεικού την λογική εθνοκάθαρσης και μίσους που διέσπειρε η Χρυσαυγίτικη επιτροπή κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα, που είχε σαν αρχηγό την αχαρακτήριστη Σκορδέλη, οι ηγετικές μορφές του Remap εξευτελίζουν κάθε ευγένεια και πνευματικότητα πρέπει να έχει η έννοια της τέχνης, κάτι που φυσικά δεν τιμάει καθόλου ούτε τους καλλιτέχνες που απερίσκεπτα εκθέτουν σε αυτές τις αίθουσες και συμμετέχουν σε τέτοιες εκδηλώσεις.
Το αμφιλεγόμενο Remap όμως δεν είναι παρά τα προεόρτια μιας ακόμα πιο προκλητικής εκδήλωσης, της πολύ μεγαλύτερης σε έκταση και επιρροή Αθηναϊκής Μπιενάλε, που φέτος βρίσκεται στην 4η συνεχή χρονιά της, όπως κάθε φθινόπωρο.
Στην περίπτωση της Μπιενάλε η Γκεμπελική διαχείριση της σύγχρονης τέχνης και η ξεδιάντροπη συναλλαγή με το κράτος είναι εξόφθαλμη.
Χρηματοδοτημένη από τα ΕΣΠΑ, και με την υποστήριξη των υπουργείων της φασιστικής κυβέρνησης Σαμαρά, η δίμηνης διάρκειας αυτή εκδήλωση περιλαμβάνει ό,τι είδους δραστηριότητες μπορείτε να φανταστείτε.
Με μια δόση μαύρου χιούμορ και πολύ θράσος, φέτος διοργανώθηκε στο παλιό Χρηματιστήριο της Σοφοκλέους, και το πρόγραμμα φέτος είχε μέχρι και συνέδριο οικονομικής θεωρίας και φιλοσοφίας, με ομιλίες από διεθνείς αστέρες της καπιταλιστικής ψευδο-επιστήμης.
Ακόμα πιο ενδεικτικά της χοντροκοπιάς, ο τίτλος της Μπιενάλε είναι «Αγορά», επιχειρώντας ένα σύνηθες για την ακροδεξιά λογικό άλμα: αρχαιοελληνικές έννοιες επικαλούνται για να εξαγνίσουν σύγχρονα αίσχη.
Δεν φαίνεται να ενοχλεί κανέναν η ηθική σύγκρουση που προκύπτει από την τέχνη που παράγεται υπό την αιγίδα ενός επικίνδυνου δολοφονικού καθεστώτος.
Ούτε υπαινίσσεται κανείς ότι η κυβέρνηση Σαμαρά αυτοσυντηρείται με μαζικές ανθρωποθυσίες που γίνονται υπέρ της εντελώς διαφορετικής, και απάνθρωπης, έννοιας που έχει σήμερα η κατ' ευφημισμό «ελεύθερη» αγορά.
Σύμφωνα με τους προκλητικά ιδεαλιστές, αν όχι εσκεμμένα σολιψιστές διοργανωτές της Μπιενάλε, η «Αγορά», είναι ένας χώρος όπου γεννιούνται και αλληλεπιδρούν ιδέες και εικόνες, αδιαφορώντας ποιοι είναι εκείνοι που τις υποστηρίζουν, λες και η οποιοσδήποτε δημόσια δραστηριότητα μπορεί να αποτελεί νησίδα αποκομμένη από τα περιρρέοντα συμφραζόμενα της.
Ποια Αμυγδαλέζα, ποια Κόρινθος, ποια Λέσβος, ποιες αυτοκτονίες, ποιοι άνεργοι, ποιο πραξικόπημα, ποιος Ναζισμός, εδώ διασκεδάζουμε δημιουργικά και κυρίως χωρίς να δαγκώνουμε το χέρι που μας ταΐζει, μας λένε.
Υπεράνω κριτικής λοιπόν, εφ' όσον ο ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος δεν είναι ιδιαίτερα οξυδερκής και επιστρατεύοντας ως εθελοντές-πεζικάριους ένα αχαρακτήριστο κοπάδι χρήσιμων ηλίθιων που ελπίζει στ' αποφάγια τους, η σκηνή της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα έχει καταντήσει να είναι μια ακόμα δεξαμενή ακροδεξιάς σκέψης, δράσης και νεο-Ναζιστικής προπαγάνδας.
Η μέχρι πρότινος σχετικά σιωπηλή και αμέτοχη αυτή κάστα σχετικά λόγιων μεσοαστών δεν θα μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστη από τον μεθοδικό εκφασισμό κάθε πτυχής της κοινωνικής πραγματικότητας στην χώρα μας.
Εσχάτως και αναπόφευκτα λοιπόν, βρίσκεται και αυτή στο στόχαστρο των ολοένα και πιο πολυάσχολων επιτήδειων που στελεχώνουν την επιχείρηση διάδοσης και επιβολής του περίφημου «δόγματος του σοκ» και της προπαγάνδας που ναρκώνει τα θύματα του.
Οι καλοθελητές αυτοί εμφανίζονται προφασιζόμενοι διάφορες νεφελώδεις και μη-ελέγξιμες επαγγελματικές ιδιότητες, κοινός παρονομαστής των οποίων είναι ο παρασιτισμός ως αυτοσκοπός και η υποκειμενικότητα ως αυταξία.
Σε περίπτωση που φιλοδοξείτε να μετέχετε αυτών των πολιτικοκοινωνικών ραδιουργιών που προελαύνουν ενδυόμενες ψευδοκαλλιτεχνικό προσωπείο, πρέπει να δείξετε το πιο πρόθυμο, εξυπηρετικό και πειθήνιο πρόσωπο σας, αφού οι θέσεις στον εκσυγχρονισμένο ήλιο της τέχνης ως μηχανισμού διαχείρισης συνείδησης και φορέας εξουσιαστικής προπαγάνδας είναι αυστηρά περιορισμένες.
Τα οφίτσια και τα μπόνους προορίζονται μόνο για όσους είναι, πάνω απ' όλα, χρήσιμοι στον αγώνα που μαίνεται για όσο το δυνατόν πιο ελεγχόμενη κατασκευή εικονικής κανονικότητας για λογαριασμό της ακραία παρακμιακής, αυταρχικής και ιδιοτελούς Ελληνικής άρχουσας τάξης.
Η επιβίωση της τελευταίας εξαρτάται άμεσα από το κατά πόσον είναι ικανή να πείσει τους υποτελείς της ότι παραμένει αρκετά ισχυρή ώστε να παράγει και να επιβάλλει ηγεμονικό λόγο που μονοπωλεί την δημόσια συζήτηση και καλλιεργεί εντυπώσεις θεσμικής ευρωστίας.
Θα προτιμηθούν λοιπόν εκείνοι που γνωρίζουν καλά πως να κολακεύουν πειστικά τις εγωπαθείς ιδιοτέλειες και να τρέφουν τις ναρκισσευόμενες μωροφιλοδοξίες όσων επιχειρούν να πλουτίσουν από την αναδιαμόρφωση του ρόλου της τέχνης από πράξη άρνησης της κοινά αποδεκτής πραγματικότητας σε θεαματική διασκέδαση και πολιτικό αντιπερισπασμό.
Αυτοί, μεταξύ άλλων είναι:
Αριβίστες που υποδύονται τους επιμελητές εκθέσεων. Οι παράμετροι των όποιων επιλογών τους ορίζονται αποκλειστικά από το κατά πόσον αυτές υποστηρίζουν την συβαριτική ηδονοθηρία του κοσμοπολίτικου τρόπου ζωής τους, που είναι και το μοναδικό αληθινό κίνητρο κάθε δραστηριότητας τους.
Υπεύθυνοι πάσης φύσης εκδηλώσεων που επικαλούνται ευλαβικά την τέχνη ως άλλοθι ενώ ο μοναδικός στόχος των διοργανώσεων τους είναι οι απολαβές που θα έχει η οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική τους εμβέλεια από τις διασυνδέσεις που προκύπτουν μέσω της κάθε επιλογής τους.
Τεχνοκριτικοί των οποίων οι χρησμοί και γνώμες υπηρετούν την επισημοποίηση και τον καθαγιασμό των αξιών του χρηματιστηρίου της τέχνης που λειτουργεί για λογαριασμό των ιδρυμάτων και των επενδυτών που αισχροκερδούν από αυτό. Περιττό να προσθέσει κανείς ότι αυτοί οι δήθεν ειδήμονες συντηρούνται, αν όχι ζουν μεγαλοπρεπώς, από την υστερόβουλη γενναιοδωρία των συλλεκτών που ευλογούν με τα έμμεσα πληρωμένα κείμενα τους.
Αμέτρητα μέλη διοικητικών συμβουλίων, αναρίθμητοι διευθύνοντες σύμβουλοι, άπειροι διοικητικοί υπάλληλοι. Αυτοί, φλύαροι διπλωμάτες με ιδιοτελείς σκοπιμότητες, σταδιοδρομούν ως γητευτές κρατικών επιχορηγήσεων και κυνηγοί ιδιωτικών κονδυλίων. Αυτό το οξύμωρο είδος καλλιτεχνίζοντα γραφειοκράτη ανεξέλεγκτα να αγορεύει, συνεδριάζει, τελεσιδικεί και κατακυρώνει. Ετσιθελικά επιβάλλει πρόσωπα, θέσεις, ισχύ και κύρος, των οποίων η μοναδική εγγύηση σοβαρότητας είναι το κέρδος που αποφέρουν για τα συμφέροντα που υπηρετεί, είτε αυτά είναι προσωπικά, είτε πρόκειται για εκείνα που εκπροσωπεί ως διαπλεκόμενος διάφορων φορέων.
Τελευταίοι και καταϊδρωμένοι πλέον είναι οι συχνά αστείοι μικρομεσαίοι μαγαζάτορες που επιμένουν να αυτό -φαντασιώνονται ως γκαλερίστες, δηλαδή να απαιτούν σέβας και αίγλη που αξίζει κάποιος αφοσιωμένος υποστηρικτής καλλιτεχνών και ρευμάτων έκφρασης, ενώ δεν είναι τίποτε άλλο από μεταπράτες έργων τέχνης. Δεν έχουν καμία άλλη σχέση με την τέχνη πέραν του χυδαιότερου εμπορίου αυτής και των γλίσχρων δημοσίων σχέσεων που απαιτεί ο ρόλος του διαμεσολαβητή.
Όλοι οι προαναφερθέντες μακράν απέχουν από το ιερό λειτούργημα που καλούνται να υπηρετήσουν, δηλαδή να είναι αρωγοί της μέθεξης του κοινού με την επαναστατική ουσία της αληθινής τέχνης. Η άρρηκτη σχέση τους με την κεφαλαιοκρατία που τους χρηματοδοτεί αποκλείει την πίστη και την αφοσίωση στην ριζοσπαστική προοπτική που αξιωματικά διεκδικεί κάθε υπερβατική δημιουργία.
Η στοχοπροσήλωση τους περιορίζεται στο να απεργάζονται άοκνα την πρόσδεση κάθε σημαίνουσας δημόσιας δραστηριότητας και πνευματικής έκφρασης στο ισοπεδωτικό άρμα του εταιρικού, τραπεζικού και κρατικού νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού.
Είναι εξοπλισμένοι με πομπώδεις τίτλους μεταπτυχιακών περγαμηνών, που δεν σηματοδοτούν τίποτε άλλο από τα οικονομικά προνόμια που επέτρεψαν την απόκτηση τους, ενώ υπνωτίζουν πανεύκολα εκείνους που διακατέχονται από συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στις ακαδημαϊκές διακρίσεις.
Είναι καλοδεχούμενοι ως ερμηνευτές και υποτακτικοί των επιθυμιών της καθεστηκυίας τάξης λόγω της έγκριτης προϋπηρεσίας τους ως αναρριχητικά φυτά της εκάστοτε ιδρυματικής, πανεπιστημιακής, εταιρικής ή κρατικής ιεραρχίας, που τους εξέθρεψε.
Είναι υπερδραστήριοι όπως κάθε καλά εκπαιδευμένος μισθοφόρος.
Σκοπός τους, είτε το αποδέχονται, είτε όχι, είναι η επιστράτευση της τέχνης υπέρ του νεο-φασιστικού οράματος της παγκοσμιοποιημένης πλουτοκρατικής τυραννίας.
Καθήκοντα τους είναι οι παραδοσιακές υπηρεσίες που προσφέρουν οι αργυρώνητοι προπαγανδιστές κάθε τυραννικού καθεστώτος – παραπληροφόρηση, αντιπερισπασμό, κατασκευή εικονικής κανονικότητας.
Ο πυρήνας αυτών στελεχώνεται από μια ομάδα αδίστακτων απατεώνων που είναι άριστα εκπαιδευμένοι στις επικερδείς μηχανορραφίες, έχοντας εξασκηθεί στην διαχείριση εταιρικών κονδυλίων και κρατικών επιχορηγήσεων.
Ιδιαίτερα δημοφιλής μέθοδος απορρόφησης κεφαλαίων είναι εκείνη που διεξάγεται μέσω μη-κυβερνητικών οργανώσεων, ενώ εξίσου αγαπητά είναι τα κοινωφελή ιδιωτικά ιδρύματα, τα οποία διοικούνται με αδιαφανείς διαδικασίες από πρόσωπα που παραμένουν ανεξέλεγκτα από το κοινό, και φυσικά διακηρύσσουν ως λόγο ύπαρξης τα κοινά οφέλη που προκύπτουν από την ενασχόληση με την τέχνη και το πνευματικό της απαύγασμα.
Οι οργανισμοί αυτοί συνήθως είναι αμοιβαία κοινωφελείς συμπράξεις μεταξύ πλουτοκρατών και κράτους, δηλαδή συστηματοποιημένοι μηχανισμοί που εκπροσωπούν ξεκάθαρα τα συμφέροντα της καθεστηκυίας τάξης. Υποστηρίζοντας τους με κάθε τρόπο η μεσαία τάξη όχι μόνο συντηρεί το εξουσιαστικό προσωπείο της ως εντολοδόχος και εκτελεστής αλλά επίσης κερδοφορεί από τον έλεγχο των αφηγήσεων εκείνων που της χαρίζουν πολιτισμικό κύρος και διανοητική υπεροχή, απαραίτητες και οι δύο ώστε να συντηρείται η φαινομενική αίγλη, ο λόγος ύπαρξης των μεσοαστών.
Ο σφετερισμός της τέχνης από το μεγάλο κεφάλαιο και το προσωπικό του είναι μόνο ένα από τα μέτωπο μιας πολυεπίπεδης εκστρατείας ταξικής πολεμικής. Αυτή συμπεριλαμβάνει διάφορους μηχανισμούς παραγωγής θεάματος, ο καθένας εκ των οποίων είναι κατάλληλα σχεδιασμένος για το μορφωτικό επίπεδο της κοινωνικής τάξης στην οποία απευθύνεται. Έτσι, για το προλεταριάτο υπάρχει το ποδόσφαιρο και οι ζωές των επωνύμων, για την εργατική τάξη η πολιτική τηλεοπτική προπαγάνδα και τα ελαφρά θεάματα, ενώ για την μεσαία τάξη μένει η τέχνη. Η άρχουσα τάξη έχει ως θέαμα την ίδια την εξουσία της.
Η μεσαία τάξη, απειλούμενη σήμερα με αφανισμό ή αποκλεισμό από τα αφεντικά της, αποπειράται να υποτάξει κάθε παραγωγή πολιτισμικής σημασίας στην τεχνητή αφήγηση της «έκτακτης ανάγκης».
Η «κρίση ως καθεστώς» παραμένει η κυρίαρχη ερμηνευτική προσέγγιση της σύγχρονης πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας, και δη της Ελληνικής. Η επιμονή στον αέναο συναγερμό προ ενός ολέθρου που επαπειλείται δεν εξυπηρετεί τίποτε άλλο από την συντήρηση της τρομολαγνείας που εγγυάται την μακροημέρευση του ολιγαρχικού καπιταλισμού. Οποιαδήποτε άλλη ανάγνωση της κατάστασης θεωρείται επικίνδυνη, συνομωσιολογική ή χίμαιρα.
Η σύγχρονη τέχνη είναι ο ιδανικός παραμορφωτικός καθρέφτης κάθε εναλλακτικότητας , μιας και η φύση της είναι σιβυλλική, ασύδοτη, και όχι απαραίτητα εξηγήσιμη ή κατανοητή.
Ακόμα πιο ενδιαφέρον για την άρχουσα τάξη είναι το γεγονός ότι στην τέχνη όλα επιτρέπονται, εκτός απ' την αλήθεια, η οποία προϋπάρχει του καλλιτέχνη και εφ' όσον αναπαρασταθεί από εκείνον, παύει να είναι αλήθεια, αλλά θέαμα. Φακός πολυεδρικών αντανακλάσεων, η τέχνη είναι το ιδανικό οικοσύστημα παραγωγής υποκειμενικότητας για την κοινωνία του θεάματος, μιας και η αναστολή της δυσπιστίας, και άρα η απώλεια συνείδησης είναι ουσιαστική για την μέθεξη με ένα έργο τέχνης. Στον χώρο της τέχνης βρίσκουν καταφύγιο οι αρνητές της κοινά αποδεκτής πραγματικότητας και οι κατασκευαστές μιας άλλης αντίληψης. Είναι κρίσιμο οι καλλιτεχνικές προτάσεις να μην απειλούν το status quo, και ως έργα, δηλαδή όχι πολιτική, οι ιδέες είναι απόλυτα ακίνδυνες.
Με Δούρειο Ίππο λοιπόν την τέχνη επιτυγχάνονται από τους διαχειριστές της μια σειρά από ύπουλες εκλογικεύσεις, εκτυλίσσονται ασκήσεις διαμόρφωσης κοινής γνώμης και ποδηγετείται η όποια αντίδραση στην εξουσία .
Ταυτόχρονα, επιβάλλεται ως αυτονόητη ανάγκη η ιδεολογική βασιλεία των τραπεζοπιστωτικών ιδρυμάτων και του κράτους, μέσω των ζωτικής σημασίας χορηγιών.
Εξασφαλίζεται η αθώωση της πλουτοκρατικής κουλτούρας και η στέψη της ως κυρίαρχη, αφού η διακίνηση κεφαλαίων και οι επενδύσεις αναπόδραστα υπαγορεύουν την φόρμα, το περιεχόμενο και το μήνυμα της πολιτισμικής έκφρασης.
Τέλος, παρέχεται πολλαπλών μορφών κοινωνική καταξίωση, κάτι που απαιτεί η μεσαία τάξη ώστε να ξεχωρίζει υπεροπτικά από την εργατική και το προλεταριάτο, αν όχι πια οικονομικά, μιας και η εξαθλίωση των μεσαίων στρωμάτων είναι πια δεδομένη, τουλάχιστον υφολογικά και επαγγελματικά, για λόγους δηλαδή πνευματικού κύρους και ιδεολογικής πρωθιεραρχίας.
Μια νέα, θρασύδειλη τάξη πραγμάτων λοιπόν φιλοδοξεί να επιβάλλει ως μέθοδο παραγωγής κυρίαρχου πολιτισμού την συστημική πειθαρχεία στην κοσμοθεωρία της οποίας η αξιακή δομή είναι ταυτόχρονα ανταποδοτική προς την κρατική εύνοια αλλά και δελεαστική προς τον ιδιώτη επενδυτή.
Οι ιδιώτες από τη μια, αν και συχνά παίζουν καταλυτικό και θετικό ρόλο στην εξέλιξη της τέχνης, ακόμα συχνότερα επηρεάζουν αυθαίρετα και με ιδιοτέλεια τα πράγματα της τέχνης, προκαλώντας ανισορροπίες και επιβάλλοντας την προσωπική τους αισθητική ως δημόσια.
Το κράτος από την άλλη, σίγουρα την συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία στην Ελλάδα, αν όχι ανέκαθεν, είναι ένα διεστραμμένο μόρφωμα του οποίου η συνταγματική νομιμότητα αμφισβητείται από κάθε είδους αντιφρονούντες, όλων των κοινωνικό-μορφωτικών επιπέδων, ακόμα και από έγκριτους συνταγματολόγους. Άρα, η οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας με αυτό το κράτος, αυτή τη κυβέρνηση είναι συνενοχή με ένα πραξικοπηματικό καθεστώς, ενώ η οποιαδήποτε συναλλαγή της τέχνης με ιδιώτες είναι υπόλογη στον χαρακτήρα και ήθος αυτών, αλλά σίγουρα όχι στην κοινωνία που διαμορφώνουν.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

"H Πολιτική Ουσία του Λαϊκισμού" του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου.



















Από το Βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου Η ‘Ρωμιοσύνη’ στον παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (εκδόσεις Έρασμος 1983)
Αναδημοσίευση από: Αντιστροφή προοπτικής

Α΄
Διανοούμενος «είναι κάποιος που χρησιμοποιεί περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειάζονται, για να πει περισσότερα απ’ όσα ξέρει». Ο αφορισμός ανήκει στον στρατηγό Αϊζενχάουερ και αποδίδει με ακρίβεια όχι μόνο τα δικά του αισθήματα για τους «αυγοκέφαλους» της χώρας του, αλλά και την ενστικτώδη εχθρότητα της πολιτικής εξουσίας γενικά για μια κοινωνική ομάδα ηθικών αντιρρησιών. Τι είναι αυτό που κάνει τους ρεαλιστές πολιτικούς ν’ απεχθάνονται τους διανοούμενους ή πιο σωστά ένα ορισμένο είδος διανοουμένων; Πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα η κοινότοπη θετικιστική καταγγελία του «απροσγείωτου ιδεαλισμού» και της «ανευθυνότητας» των διανοουμένων μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τους κατηγόρους παρά για τους κατηγορουμένους. Οι διανοούμενοι κατηγορούνται πως «βαδίζουν στα σύννεφα», όταν, και επειδή, αρνούνται να ασκήσουν ένα κοινωνικό λειτούργημα που τους αποδίδεται δεοντολογικά –όταν δεν είναι συνεργάσιμοι με την πολιτική πραγματικότητα.
Εκείνο που χαρακτηρίζει κάθε «λαϊκιστικό» αντιδιανοουμενισμό είναι μια διπλή αντίφαση: α) Ο «λαϊκισμός» είναι α ν τ ι λ α ϊ κ ό ς. β) Ο αντιδιανοουμενισμός, ακόμα και στις πιο «αριστερές» του εκδοχές ευνοεί (και ευνοείται από) διανοούμενους που έχουν ήδη μπει ή επιδιώκουν να μπουν στο παιχνίδι της εξουσίας, Αναλυτικότερα: Ο πολιτικός λαϊκισμός τείνει και ολοκληρώνεται στο φασισμό που είναι η αποθέωση της χυδαιότητας περιτυλιγμένης στο χρυσόχαρτο του Μύθου. Τα λεγόμενα «ποπουλίστικα» κινήματα έχουν έντονα τα εξής φασιστικά χαρακτηριστικά: 1) έναν εθνικισμό που στην «αριστερίζουσα» αστικοδημοκρατικής καταγωγής γλώσσα ονομάζεται «πατριωτισμός», 2) ένα πρακτικό αντικομμουνισμό και μια «σοσιαλιστική» ή και «μπολσεβίκικη» φρασεολογία, 3) μια ειδική σχέση μάζας και αρχηγού μέσα στην οποία απαλείφεται κάθε κριτικότητα, δηλ. κάθε παράγων διαταραχής του μαγνητικού ρευστού μεταξύ αρχηγού και μάζας. Έτσι η «κορυφή» έρχεται «άμεσα», χαρισματικά σ’ επαφή με τις μάζες. Το κωμικοτραγικό και σύντομο ειδύλλιο του ΠΑΣΟΚ με τον «σοσιαλισμό» και η γνωστή μοίρα των πιο προβληματισμένων (και προβληματικών για την κομματική ηγεσία) διανοούμενων του παρέχουν ένα τυπικό παράδειγμα για τις πραγματικές τάσεις και συνέπειες του αντιδιανοουμενισμού μέσα στον πολιτικό χώρο.
Στην πράξη ο αντιδιανοουμενισμός οδηγεί σε κάποια μορφή φασισμού: Περονικής, Νασερικής, Κανταφικής ή κάποιας άλλης μελλοντικής –για να μη μιλάμε αιωνίως για τους παρωχημένους φασισμούς αγνοώντας αυτόν που αναδύεται μπροστά στα μάτια μας. Εννοούμε βέβαια τον σύγχρονο αριστεροειδή φασισμό των ελληνοσοσιαλιστών και των εθνοκομμουνιστών που έχουν κοινό παρονομαστή την δογματική και δημαγωγική «λαϊκοεπαναστατική» γλώσσα. Πρόκειται γενικά για ένα πνεύμα στρατώνα, για τον ίδιο αντιδιανοουμενισμό που εκφράζεται σε μια μεγάλη γκάμα από το ενστικτώδες μίσος του μόνιμου καραβανά (του «παιδιού του λαού») για τον «διοπτροφόρο» νεοσύλλεκτο, μέχρι τον σταλινικό πρακτικισμό, που αντιπαραθέτει την «πειθαρχία» ενός κομματικά ευνουχισμένου εργάτη στην «μικροαστική» εξέγερση του διανοούμενου (ασχέτως αν ο ίδιος ο σταλινισμός αποτελεί την χυδαιότερη έκφραση ενός μικροαστισμού που φόρεσε εργατική φόρμα).
Αυτός ο αντιδιανοουμενισμός που διέπει κάθε «ποπουλίστικο» κίνημα στηρίζεται πάντα στη «σιωπηρή πλειοψηφία», στην πολιτική αδράνεια του λαού ή, ακόμα χειρότερα, στην επί ποδοσφαιρικού επιπέδου πολιτικοποίησή του. Η πολιτική ουσία αυτού του αντιδιανοουμενισμού δεν συνεπάγεται μόνο τον κραυγαλέο διασυρμό και τη δημόσια καταγγελία του «διανοούμενου» ανθρώπου αλλά όπως και κάθε παρόμοια τελετουργία, αναπαράγει, καλλιεργεί και κολακεύει τις ταπεινές και υποδουλωτικές ανάγκες των μαζών· πίσω απ’ αυτό τον δημαγωγικό λαϊκισμό κρύβεται μια βαθύτατη περιφρόνηση προς τις ίδιες τις μάζες, αφού ο ρόλος που τους επιφυλάσσει ο εξουσιαστικός λαϊκισμός (γιατί κάθε λαϊκισμός είναι ε ξ ο υ σ ι α σ τ ι κ ό ς), ο ρόλος που τους επιφυλάσσει το κράτος, η εκκλησία και το κόμμα δεν είναι ούτε να σ κ έ π τ ο ν τ α ι, ούτε ν’ α π ο φ α σ ί ζ ο υ ν ούτε να δ ρ ο υ ν αλλά να υπακούνε –να λένε τραγουδάκια, να χειροκρατάνε ρυθμικά και κάπου κάπου να ψηφίζουν.
Σ΄αυτό το χώρο του λαϊκού πανηγυριού συναντιούνται οι πολιτικές βεντέτες δεξιάς, κέντρου και αριστεράς και παίζουν το παιχνίδι τους χτυπώντας και ισοπεδώνοντας με το ρόπαλο της λαϊκιστικής συνθηματολογίας κάθε «ανωμαλία», (δηλ. κάθε ερωτηματικό) και κάθε πραγματικό πρόβλημα. Αυτή η επίκληση κι αυτή η χρησιμοποίηση του «λαϊκού» είναι ακριβώς ο φασισμός. Κι είναι καιρός πια να κόψουμε τα πονηρά δεσμά με τα οποία κακομοιριασμένοι φιλόσοφοι και κομπλεξικοί στρατοκράτες συνδέουν το Νίτσε με το Χίτλερ. Γιατί ο φασισμός δεν είναι ούτε «νιτσεϊκός» ούτε «αριστοκρατικός» ούτε «αντικαπιταλιστικός»· ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στριμωγμένος στο τελευταίο του καταφύγιο –στην στραπατσαρισμένη, κακοποιημένη και διαστρεβλωμένη ψυχή των ίδιων των θυμάτων του.
Μομφές και χαρακτηρισμοί κατά των διανοουμένων («ατομιστές», «απροσγείωτοι», «εγωιστές» κ.α.τ.) θ’ ακούγονται πάντα· και θ’ ακούγονται εν ονόματι του λαού από εκείνους που κυριαρχούν επάνω του και δεν βλέπουν ποτέ με καλό μάτι τα κατεξοχήν «διανοουμενίστικα» αμαρτήματα όπως είναι η πνευματική ανησυχία, η κριτικότητα, ο ιδεαλισμός –δηλ. όλ’ αυτά που στην κομματική γλώσσα μεταφράζονται σε «μικροαστικό υπερεπαναστατισμό» ή «τυχοδιωκτική ανευθυνότητα»· γιατί αυτοί που αυτοχρίονται με το δικαίωμα να κάνουν τέτοιους χαρακτηρισμούς νιώθουν απόλυτα «υπεύθυνοι» -όχι βέβαια απέναντι στον συγκεκριμένο και παρόντα λαό αλλά απέναντι στην αφηρημένη ιδέα του «λαού» και απέναντι στην «ιστορία»· και νιώθουν «υπεύθυνοι», γιατί αυτοί δεν α ρ ν ο ύ ν τ α ι αλλά ασκούν ή διεκδικούν («για τον λαό» και πάνω στη ράχη του λαού) την εξουσία.
Το περίεργο τώρα είναι πως οι διανοούμενοι γίνονται στόχος αυτών των «φίλων του λαού» στο βαθμό ακριβώς που δεν διεκδικούν καμιά εξουσία για τον εαυτό τους (κι αυτό άλλωστε στοιχειοθετεί και την «ανευθυνότητά» τους) και αρνούνται όχι μόνο την εκμετάλλευση αλλά και τη χειραγώγηση ανθρώπου από άνθρωπο –δηλαδή, αρνούνται όχι μόνο τον παραδοσιακό χωροφύλακα και τον παπά αλλά και την σύγχρονη σύνθεσή τους που είναι ο κομματικός «καθοδηγητής». Βέβαια, δεν αρνούνται όλοι οι διανοούμενοι την εξουσία· αλλά αυτό που έχει σημασία είναι πως ο στόχος των εξουσιών, όπως και ο στόχος τω μεσσιών, είναι, καθώς είπαμε, εκείνοι ακριβώς οι διανοούμενοι που δεν διεκδικούν την εξουσία –οι «ανεύθυνοι». Όλοι οι φασισμοί ήταν και είναι εναντίον του υποκειμενισμού, του αυθορμητισμού, της ατομικότητας και υπέρ του «λαού»· αλλά ενός λαού που χρειάζεται «μπροστάρηδες», «οδηγητές», «ταγούς», «φύρερ», «εθνοπατέρες» και κομματικούς παπάδες –δηλ. όλους αυτούς που αιώνες τώρα επιμένουν να «σώζουν» τον κόσμο, το σώμα του ή την ψυχή του, με την πυρά και με τον τρόμο, με το σταυρό και με το ξίφος, με το τσεκούρι και με την αυθεντία, με το Λόγο και με το Θαύμα. Κι από κοντά σ’ αυτούς τους σταυροφόρους που ρημάζουν τη ζωή όλος ο παρδαλός θίασος βάρδων και μεσσιών, πνευματικών τραμπούκων, μυσταγωγών και μουσικάντηδων κι όλο το εθνικορεμπέτικο ποιητικό φολκλόρ.
Β΄
Υποσημάναμε στα παραπάνω την διανοουμενίστικη πηγή του «αντιδιανοουμενισμού». Αυτό δεν είναι αντίφαση· είναι μόνο η αντιφατική έκφραση μιας πραγματικότητας ανάλογης με τον αριστοκρατικό «λαϊκισμό». Είναι προβολή της ίδιας της εξουσίας πάνω στο αντικείμενό της. Όλη η έμφαση πέφτει στην προσπάθεια να στεγανοποιηθεί το «αγνό» λαϊκό στοιχείο, η Sancta Simplicitas, από τη σατανική διάβρωση του πνεύματος, από το μίασμα της κριτικής σκέψης. Δεν είναι ο λαός που επιβάλλει τον λαϊκισμό· ο λαός υ φ ί σ τ α τ α ι το λαϊκισμό όπως υφίσταται και τους παιδαγωγούς του –αυτούς που παρουσιάζουν πάντα το πνεύμα σαν την αρρώστια, σαν την «πανούκλα» που απειλεί το σώμα της υγιούς κοινωνίας. Αυτός ο αντιδιανοουμενισμός είναι έργο διανοουμένων –διανοουμένων στην υπηρεσία του κρατούντος, διανοουμένων εθνικιστών, διανοουμένων σταλινικών, διανοουμένων παπάδων, διανοουμένων λαϊκιστών, διανοουμένων φιλισταίων.
Στον χώρο της νεότερης ελληνικής ποίησης το φαινόμενο του διανοουμενίστικου αντιδιανοουμενισμού παρατηρείται εκεί όπου η «χαμένη παράδοση» φαίνεται να εισβάλλει μέσα στο «μοντέρνο» ή πιο σωστά το «μοντέρνο» προβάρει απανωτές «πρωτόγονες» μάσκες, οι οποίες δεν φτιάχνονται βέβαια από «πρωτόγονους» τεχνίτες αλλά παράγονται μαζικά στις βιομηχανίες τουριστικών ειδών. Το αποτέλεσμα αυτής της νοθείας στην ποίηση είναι μια «ιδιωματική» γραφή συνδεδεμένη από τη μια μεριά με το σχολαστικό φολκλόρ της «ντοπιολαλιάς» και με το υπεριστορικά αδιατάρακτο «φως του Αιγαίου», κι από την άλλη με τον «ένδοξό μας βυζαντινισμό» που ρέει από το εκκλησιαστικό μέλος και τη γλώσσα των μεσαιωνικών χρονικών. Η «Γυναίκα της Ζάκυθος» και τ’ Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, ο μυθοποιημένος Παπαδιαμάντης και η εκλαϊκευμένη Βίβλος δεν είναι μόνο οι πιο κοντινοί μας σταθμοί για το διαρκώς αναγγελλόμενο τουριστικό ταξίδι προς τις «ρίζες», αλλά και οι πιο προσιτές «πηγές» απ’ όπου αντλείται όλη εκείνη η ψευδομεταφυσική σαβούρα, για να παραγεμιστούν όπως όπως τα κενά ενός εφευρεμένου «νεοελληνικού μύθου», που ωστόσο παραμένει πάντα μια έκθετη, διάτρητη ιδεολογία, πότε απολογητική και πότε επιθετική και μνησίκακη σαν θρησκόληπτο γραΐδιο:
Κατά πρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!
Ο αναίσθητος
που όταν όλοι εμείς θρηνούμε
αυτός αγαλλιά
[…….]
Που όταν όλοι εμείς πενθούμε
αυτός ηλιοφορεί.
Και όταν όλοι σαρκάζουμε
ιδεοφορεί[1].
Καμιά φορά η «αφέλεια» είναι ιδεολογία· στον Ελύτη ήταν επιθετικότητα –η συσσωρευμένη επιθετικότητα της «αισιόδοξης» και «προοδευτικής» γενιάς του ’30 προς τον Καρυωτάκη. Όταν ο Ελύτης με τον «Άξιον εστί» αποφάσισε καθυστερημένα αλλά προκλητικά να «ιδεοφορήσει», δεν βρήκε τίποτ’ άλλο από τα «εθνικοαπελευθερωτικά» αποφόρια, που η πιο σκεπτικιστική μερίδα της αριστεράς, όπως εκφράστηκε μέσα από τα ουσιαστικότερα ποιητικά κείμενα της μεταπολεμικής γενιάς, φρόντιζε να ξεφορτωθεί μαζί με πολλές από τις ακριβοπληρωμένες αυταπάτες της. Ο ελληνικός μύθος του Ελύτη (αυτός ο δήθεν αντι-ιδεολογικός κόσμος των «Προσανατολισμών») γίνεται στο «Άξιον εστί» μύθος ελληνοχριστιανικός, επιπόλαιο άνθος πάνω στο χάσμα που δεν γεμίζει ούτε με την επίκληση στο Σολωμό και τους άλλους «πατέρες», ούτε με ξώπετσες αναφορές στη νεοελληνική περιπέτεια της οποίας δεν αποδίδεται όχι βέβαια ο βιωματικός κραδασμός αλλά ούτε καν η ιστορική της αλήθεια. Η βαθύτερη εμπειρία που ΄κανε τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς να χαράξουν τα λιγοστά τους ποιήματα και να σωπάσουν, προσηλωμένοι σε ένα συνταρακτικό βίωμα που ήταν συγχρόνως συλλογικό και προσωπικό, στο «Άξιον εστί» ταξινομείται, τακτοποιείται, και ενταφιάζεται μέσα στην ετοιμοπαράδοτη ιδεολογική εικόνα του «κακού ξένου». Ο διάβολος είναι πάντα ο «αλλοεθνής»· το σπέρμα του κακού εισάγεται από εξωελληνικούς χώρους, ενώ το ίδιο το ελληνικό τοπίο επιστρατεύοντας την εθνική αυτάρκεια και ιδιαιτερότητά του («ελληνικό φως» κ.α.τ.) αντιστέκεται στον κακό ξένο, γιατί (σύμφωνα και με την ιδεολογία του επίσημου κράτους που διακηρύσσει ότι «οι Έλληνες ηνωμένοι εμεγαλούργησαν») το «κακό» είναι πάντα ο «ξένος»:
Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους[2].
Έτσι ο «αφελής περιηγητής του αιώνος», όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο Ελύτης, επαναλαμβάνει τον αριστοκρατικό λαϊκισμό του Σικελιανού. Ένα σημαντικό μέρος από τον «σοσιαλισμό» των καλλιεργημένων επτανησίων αρχόντων, που ανακάλυψαν κάποτε το λαό «τους», για να τον αντιτάξουν με μάταιη εκδικητικότητα στον κυρίαρχο πια αστισμό, κατέληξε στον «Αλαφροΐσκιωτο», όπου ο Σικελιανός, στερνοπαίδι αλλά και υπέρβαση της ξεπεσμένης επτανησιακής αρχοντιάς, χύνει καινούριο αστικό αίμα στις στεγνές φλέβες της έννοιας της αριστοκρατικότητας, καθώς μιλάει για το χώμα «του» και τους χωριάτες «του» όχι πια με την ιδεολογία ενός ξεπεσμένου άρχοντα αλλά με τη συνείδηση ενός νεαρού θεού που βρίσκεται ανάμεσα σε δυνατούς και ωραίους υπηκόους:
Παντού ο λαός· και λάτρεψα
και στη λαχτάρα μου είπα:
«Βάλε το αυτί στα χώματα»
και φάνει μου πως η καρδιά
της γης βαριά αντιχτύπα[3].
Αλλά το φυσικό συμβόλαιο ανάμεσα στον ποιητή-θεό και στον λαό, αυτή η χαρισματική «προς τα κάτω» διάχυση δεν αντιστοιχεί σε μια πραγματική επικοινωνία αλλά σε μια ιδεολογικοποίηση της χειραγώγησης και της εξουσίας. Η νεαρή αστική ιδεολογία, που είναι ομόλογη προς εκείνη του δημοτικιστικού κινήματος, θα μετατρέψει τον ανιδιοτελή Διόνυσο σε «εκπολιτιστή» Απόλλωνα και θα βάλει σε Τάξη, Αρμονία και Εργασία τον κόσμο. Πίσω από το μύθο και την ιδεολογία της ευεργετικής Αυθεντίας προετοιμάζεται ο Λόγος της αστικής δημοκρατίας:
Μα εσάς, ω ψεύτες, τη ζωή που αρνιέστε να δουλέψτε, σας έδεσα στ’ αλέτρια μου· για ν’ ανεβείτε ένα σκαλί και λίγη γης να οργώστε σας κέντησα τη ράχη σας βαθιά με τη βουκέντρα [4]!
Η σημασία του «Αλαφροΐσκιωτου» δεν ξεπεράστηκε ποτέ από τις μεταγενέστερες βυθοσκοπήσεις του Σικελιανού στις διάφορες «Συνειδήσεις» του. Υπήρξε η τελευταία πλήρης ελληνική έκφραση της ενότητας Ηγέτη-Λαού-Γης. Ο Αλαφροΐσκιωτος είναι ακόμα ένας θεός, ενώ ο Διόνυσος του Ελύτη («Προσανατολισμοί») είν’ ένας μεταμφιεσμένος αστός. Στην αίσθηση του Ελύτη υπάρχει περισσότερος τουρισμός και λιγότερες ψευδαισθήσεις· δεν υπάρχει καμιά τρέλα και καμιά παραφορά (η τρέλα της γνωστής «ροδιάς» του είναι καθαρά σουρεαλιστική, δηλ. ρηματική), δεν υπάρχει κανένα μεγαλείο και καμιά γελοιότητα, κανένας «σικελιανισμός» -ο Ελύτης δεν ήταν λιγότερο «πονηρεμένος» από τον Σεφέρη. Γι’ αυτό όμως και η προσχώρησή του στην «εθνικοαπελευθερωτική» ιδεολογία είναι περισσότερο διαβλητή από εκείνη του Σικελιανού. Ο Ελύτης πέρασε με αρκετή καθυστέρηση και με ένα άτσαλο πήδημα σ’ ένα χώρο όπου ο Σικελιανός είχε μπει με μια κίνηση το ίδιο θεατρική, αλλά άνετη και μεγαλειώδη όπως στάθηκε ολόκληρη η ζωή του –η ζωή ενός ποιητή-εθνάρχη και μυσταγωγού. Εδώ ακριβώς, στην περιοχή της «εθνικοαπελευθερωτικής» ιδεολογίας που ευνόησε στον Ελύτη την ανάπτυξη μιας οραματικής ευφορίας (Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών[5]) η ίδια η ποιητική μέθοδος παρεκτρέπεται σε «ιδεολογία», καθώς οι λέξεις «παίζουν» όχι μόνο την ποίηση αλλά και την επανάσταση φενακίζοντάς τες και τις δύο –όπως άλλωστε έκανε και ο σουρεαλισμός γενικότερα.
Γ΄
Πολύ κοντά στην πολιτική φιλολογία του λαϊκισμού ανθεί και η θεολογία του. Αυτή η θεολογία, όσο κι αν απωθεί την «πολιτική» και τις «ιδεολογίες», αποτελεί την έσχατη ιδεολογική μεταμόρφωση των πανανθρώπινων και διαρκών αιτημάτων, όταν πέφτουν στα χέρια των θεολόγων. Γιατί η θεολογία κάθε μορφής, όπως και η πολιτική, έρχεται να «τακτοποιήσει» το όραμα και την εξέγερση, τεμαχίζοντας τη βαθύτερη αλήθεια τους σε δόγματα. Δεν είναι καθόλου περίεργο το ότι αυτοί που ρητορεύουν πιο κραυγαλέα απ’ όλους για τις «χαμένες μας ρίζες» χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα και τα ίδια επιχειρήματα με τους υποτιθέμενους αντίποδές τους, τους πολιτικάντηδες όλων των αποχρώσεων, εναντίον των «φθοροποιών ιδεών της Δύσης», εναντίον των «κακών ξένων» που απειλούν ν’ αφανίσουν την «εθνική μας ταυτότητα».
Αφήνουμε κατά μέρος τον κύριο κορμό της «ορθόδοξης παράδοσης» κι αναφερόμαστε κατευθείαν στις πιο επιπόλαιες σημερινές της εκβλαστήσεις, που φέρουν όλη την ευθύνη για τη χυδαιοποίηση κάθε αυθεντικής παραδοσιακής αξίας μέσα στον κρυπτοπολιτικό ψευδομυστικισμό της νεοελληνικής ιδεολογίας. Οι σύγχρονες sophisticated εκδοχές της χριστιανικής ελληνορθοδοξίας γελοιοποιούνται, τουριστικοποιούνται και αναιρούνται από τους ίδιους τους ανομολόγητα πολιτικοποιημένους φορείς τους.
Ένας νέος χριστιανός θεολόγος[6] νομίζει πως ανακαλύπτει το ιδανικό του σ’ εκείνον το γερο-ψαρά που είναι κομμουνιστής όχι από λογική πεποίθηση αλλά από υπαρξιακή ανάγκη (από «δίψα δικαιοσύνης»). Αλλά ενώ διαπιστώνει το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην πολιτική των ηγεσιών και στην ηθική ποιότητα του γερο-ψαρά, ταυτόχρονα επιχειρεί να στριμώξει αυτή την ποιότητα (που την θεωρεί «έξω» από την πολιτική) μέσα σε μιαν άλλη στρούγκα. Μέμφεται μάλιστα την εκκλησιαστική ηγεσία που αφήνει, υποτίθεται, ανεκμετάλλευτο αυτό το πλούσιο λαϊκό κοίτασμα· και την μέμφεται με τη ρεφορμιστική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο πεφωτισμένος σταλινικός Γκαρωντύ αντιπολιτευόμενος τον παραδοσιακό σταλινισμό. Γιατί κάθε «αντιπολίτευση» προϋποθέτει μια κατ’ αρχήν αποδοχή· κι ο «φωτισμένος» θεολόγος αποδέχεται κατ’ αρχήν τον δικό του «σταλινισμό», τον δικό του «φασισμό», το δικό του «κόμμα» –δηλ. την εκκλησία που την θεωρεί μάλιστα «μόνη που θα μπορούσε να μιλήσει τίμια και αφτιασίδωτα τη γλώσσα του ψαρά».
Έτσι ο «απλός ψαράς» χρειάζεται και στους μεν και στους δε και χρειάζεται έτσι όπως είναι, ή έτσι όπως τον θέλουν να είναι: «αγνός» και «ταπεινός». Τον χρειάζονται και οι μεν και οι δε σαν άγιο, δηλ. σαν θύμα, για να μεταφράζουνε τα πάθη του σε ψήφους ή να φτιάχνουν με το αίμα του μπογιά για κάθε λογής εικονίσματα. Σ’ αυτό συμπίπτουν πολιτικοί και θεολόγοι όσο κι αν ρητορεύουν ο ένας εναντίον του άλλου και οι δυο μαζί υπέρ ενός «λαού» που είναι η βάση κάθε εξουσιαστικού αντιδιανοουμενισμού. Η Sancta Simplicitas που έκανε κάποτε δυνατά τα οράματα ήταν ακόμα και τότε στην υπηρεσία μιας εξουσίας που έστελνε στην πυρά τους αιρετικούς. Αυτή η λαϊκή «απλοϊκότητα» πραγματοποιείται σήμερα στο χυδαίο επίπεδο μιας «πονηρεμένης» βαρβαρότητας, ευνοημένης από τις πολιτικές θεολογίες. Οι σύγχρονοι καθεδρικοί ναοί της Πίστεως είναι χτισμένοι στα Νταχάου και τις Σιβηρίες. Η «απλότητα» και η «αθωότητα» όπως τα εννοεί ο Έλιοτ στο «Δάντη» του οδηγούν, οδήγησαν ήδη, στον δεξιό και στον «αριστερό» αντιδιανοουμενισμό, δηλ. απ’ τον ένα ή τον άλλο δρόμο, στον φασιστικό λαϊκισμό.
Ο λαϊκισμός ήταν πάντα υπόθεση της εξουσίας, όχι των λαών. Το πολιτικό πρόβλημα της ανθρωπότητας είναι καταχωνιασμένο βαθιά μέσα στην ψυχή της και συνοψίζεται στο πώς να σωθεί απ’ τους «σωτήρες» της, πώς ν’ απελευθερωθεί από τους «απελευθερωτές» της. Η ελευθερία μέσα στην ιστορία δεν ήταν ποτέ τίποτ’ άλλο απ’ την ελευθερία κάποιων να κυριαρχούν πάνω σε κάποιους. Η συσπείρωση κατά των ισχυρότερων μετέφερε απλώς το πρόβλημα απ’ το βιολογικό στο κοινωνικό επίπεδο. Αλλά η «πρόοδος» δηλ. η μεταβίβαση της κυριαρχίας από την «αριστοκρατία» στη «δημοκρατία» δεν έλυσε το πρόβλημα, όπως δεν το ’λυσε κι η αντικατάσταση των καθαρόαιμων ευγενικών κτηνών από το άβουλο και περιοδικά μνησίκακο κοπάδι· γιατί απ’ αυτό το κοπάδι που μαντρώθηκε πια στην ιστορία παράγεται τόσο ο «ήρωας» ή ο «υπεράνθρωπος» όσο και το πολιτικό κατοικίδιο των δημοκρατιών –διχάζοντας έτσι το ανθρώπινο πρόσωπο σε δυο αποτρόπαιες μάσκες. Η «κριτική» στο παρελθόν δεν μπορεί να γίνει απ’ τη σκοπιά του μέλλοντος. Το παρόν είναι που κρίνει την εκλογή μας. Δεν θέλουμε ούτε αυτό που η ανθρωπότητα ονειρεύεται με φρίκη και σκοτεινή αγαλλίαση σαν «παρελθόν» της, ούτε αυτό που ευαγγελίζονται οι ψυχροί προφήτες της τεχνοκρατίας –γιατί δεν είμαστε ούτε με το παρελθόν ούτε με το μέλλον. Θέλουμε δεν θέλουμε, αποτελεσματικά ή ατελέσφορα, υπερασπιζόμαστε το τ ώ ρ α, το σκαλοπάτι που φτάσαμε μπουσουλώντας, σκαρφαλώνοντας, σκοτώνοντας, τραγουδώντας ή κλαίγοντας –υπερασπιζόμαστε πάντα αυτό που είμαστε.
[1] Οδ. Ελύτη, Το Άξιον εστί, Ι
[2] Οδ. Ελύτη, ό.π., Ζ.
[3] Αλαφροΐσκιωτος, Ι, 266-70
[4] Αλαφροΐσκιωτος, Ι, 950-56
[5] Οδ. Ελύτη, Το Άξιον εστί, Προφητικόν
[6] Πολιτιστική παράδοση και πολιτιστική αλήθεια σήμερα. Μια συνέντευξη του Χρ. Γιανναρά στο περιοδ. ΑΝΤΙ 15/11/1975