Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

John Holloway – Η Κριτική Σκέψη απέναντι στη Λερναία Ύδρα του καπιταλισμού























Ομιλία του Τζον Χόλογουεϊ στο ζαπατιστικό συνέδριο Η Κριτική Σκέψη απέναντι στη Λερναία Ύδρα του καπιταλισμού, CIDECI-Unitierra, Σαν Κριστόμπαλ, Τσιάπας, Μεξικό (3-9 Μαΐου 2015)


Είναι τιμή και χαρά να βρίσκομαι εδώ. Νιώθω πως θέλω να χορέψω, αλλά δεν θα το κάνω, θα επικεντρωθώ σε αυτό που μας ζήτησαν. Θα μιλήσω για την κριτική σκέψη και θα εξηγήσω πώς μπορούμε να σκοτώσουμε τη λερναία ύδρα του καπιταλισμού. Γι’ αυτό πρόκειται: μιλάμε για λερναία ύδρα όχι για να νιώσουμε τρόμο, αλλά για να σκεφτούμε πώς θα τη νικήσουμε. Ο μύθος της λερναίας ύδρας είχε ευτυχισμένο τέλος. Αντίστοιχα, κι εμείς πρέπει να φτάσουμε σε ένα αίσιο τέλος. Κριτική σκέψη θεωρώ όχι τη σκέψη της καταστροφής, αλλά εκείνη που ψάχνει την ελπίδα σε έναν κόσμο όπου μοιάζει να μην υπάρχει ελπίδα. Κριτική σκέψη είναι αυτή που ανοίγει το κλειστό και ταρακουνάει το σταθερό. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε την καταιγίδα αλλά και κάτι παραπάνω, να καταλάβουμε ότι στο κέντρο της καταιγίδας υπάρχει κάτι που μας ανοίγει δρόμους προς άλλους κόσμους.

Η καταιγίδα έρχεται, ή καλύτερα βρίσκεται ήδη εδώ και συνεχώς δυναμώνει. Έχουμε ένα όνομα για την καταιγίδα που είναι εδώ: Αγιοτσινάπα[1]. Η Αγιοτσινάπα ως φρίκη αλλά και ως σύμβολο πολλών άλλων φρικαλεοτήτων, η Αγιοτσινάπα ως συμπυκνωμένη έκφραση του Δ’ παγκοσμίου πολέμου[2].

Από πού έρχεται η καταιγίδα; Όχι από τους πολιτικούς – αυτοί είναι απλώς οι εκτελεστές της καταιγίδας. Ούτε από τον ιμπεριαλισμό, αφού δεν είναι παράγωγο των κρατών, oύτε καν των πιο ισχυρών. Η καταιγίδα προέρχεται από τη μορφή με την οποία είναι οργανωμένη η κοινωνία. Είναι έκφραση της απόγνωσης, της ευθραυστότητας και της αδυναμίας μιας μορφής κοινωνικής οργάνωσης που ξεπέρασε πλέον την ημερομηνία λήξης της, είναι έκφραση της καπιταλιστικής κρίσης. Το κεφάλαιο είναι από μόνο του μια συνεχής επίθεση. Μας λέει καθημερινά: «Πρέπει να βάλεις σε συγκεκριμένο καλούπι αυτό που κάνεις. Η μόνη έγκυρη δραστηριότητα σε αυτή την κοινωνία είναι αυτή που στηρίζει την εξάπλωση της κερδοφορίας του κεφαλαίου».

Η επίθεση του κεφαλαίου έχει μια δυναμική. Για να επιβιώσει, πρέπει να υποτάσσει τη δική μας δραστηριότητα στη λογική του κέρδους, κάθε μέρα και πιο εντατικά: «Σήμερα πρέπει να δουλέψεις πιο γρήγορα από χθες, σήμερα πρέπει να σκύψεις το κεφάλι περισσότερο από χθες».

Αυτό ήδη μας δηλώνει την αδυναμία του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο εξαρτάται από εμάς, από το αν θέλουμε ή αν μπορούμε να αποδεχτούμε αυτό που μας επιβάλλει. Εάν πούμε «Συγνώμη, αλλά σήμερα θα καλλιεργήσω το χωράφι μου» ή «Σήμερα θα παίξω με τα παιδιά μου» ή «Σήμερα θα κάνω κάτι που έχει νόημα για μένα» ή απλώς «Όχι, δεν θα υποκύψουμε», τότε το κεφάλαιο δεν μπορεί να αντλήσει το απαιτούμενο κέρδος, το ποσοστό κέρδους πέφτει και το κεφάλαιο περιέρχεται σε κρίση. Με άλλα λόγια, εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, η δική μας άρνηση υποταγής, η δική μας αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Εμείς, ως κρίση του κεφαλαίου, ως υποκείμενα αξιοπρέπειας και όχι ως θύματα, είμαστε η ελπίδα που ψάχνει η κριτική σκέψη. Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και είμαστε περήφανοι που αποτελούμε την κρίση ενός συστήματος που μας σκοτώνει.

Αυτή η κατάσταση προκαλεί απόγνωση στο κεφάλαιο, το οποίο αναζητά όλες τις πιθανές μεθόδους για να επιβάλει την υποταγή που χρειάζεται: τον αυταρχισμό, τη βία, τις εργασιακές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Εισάγει, επίσης, ένα παιχνίδι, μια φαντασία· αν δεν μπορούμε να αντλήσουμε το απαιτούμενο κέρδος, θα προσποιηθούμε ότι υπάρχει, θα φτιάξουμε τη χρηματική αναπαράσταση μιας αξίας που δεν έχει παραχθεί, θα επεκτείνουμε το χρέος για να επιβιώσουμε και, ταυτόχρονα, θα το χρησιμοποιήσουμε ώστε να επιβάλουμε την απαιτούμενη πειθαρχία. Η επέκταση του χρέους είναι επέκταση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και αποτελεί έκφραση της βίαιης αδυναμίας του. Ωστόσο, αυξάνει την αστάθειά του και, επιπλέον, δεν κατορθώνει να επιβάλει την απαιτούμενη πειθαρχία. Οι κίνδυνοι για το κεφάλαιο από την πλασματική επέκταση είναι σαφείς με την κατάρρευση του 2008, ενώ γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές ότι η μοναδική διέξοδος για το κεφάλαιο είναι μέσω του αυταρχισμού: όλη η διαπραγμάτευση για το ελληνικό χρέος μάς δείχνει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για έναν πιο ήπιο καπιταλισμό, ο μόνος δρόμος για το κεφάλαιο είναι αυτός της λιτότητας και της βίας. Αυτή είναι η καταιγίδα που έρχεται, η καταιγίδα είναι ήδη εδώ.

Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς που λέμε «Όχι», εμείς που λέμε «Αρκετά με τον καπιταλισμό!», εμείς που λέμε ότι είναι ώρα να σταματήσουμε να παράγουμε κεφάλαιο, ότι πρέπει να δημιουργήσουμε μια άλλη μορφή ζωής. Το κεφάλαιο εξαρτάται από εμάς, επειδή αν σταματήσουμε να παράγουμε κέρδος (υπεραξία) με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, τότε το κεφάλαιο θα σταματήσει να υπάρχει. Εμείς δημιουργούμε το κεφάλαιο, και αν αυτό βρίσκεται σε κρίση, είναι επειδή δεν παράγουμε το κέρδος που είναι απαραίτητο για την επιβίωσή του. Γι’ αυτόν το λόγο μας επιτίθενται με τόσο βίαιο τρόπο.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση έχουμε, στην πραγματικότητα, δύο επιλογές αγώνα. Μπορούμε να πούμε «Ναι, συμφωνώ, ας συνεχίσουμε να παράγουμε κεφάλαιο και να στηρίζουμε την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, αλλά θέλουμε καλύτερες συνθήκες ζωής για όλους». Αυτή είναι η επιλογή των κυβερνήσεων και των κομμάτων της Αριστεράς: του ΣΥΡΙΖΑ, του Podemos, των κυβερνήσεων στη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμη κι αν μπορούσαν να βελτιώσουν ορισμένες πτυχές των συνθηκών ζωής, υπάρχει πολύ μικρή πιθανότητα για έναν ηπιότερο καπιταλισμό εξαιτίας της ίδιας της απόγνωσης του κεφαλαίου.

Η άλλη επιλογή είναι να πούμε «Άντε γεια, κεφάλαιο. Φύγε, θα βρούμε άλλους τρόπους να σχετιζόμαστε μεταξύ μας και με μη ανθρώπινες μορφές ζωής, θα βρούμε άλλους τρόπους να ζούμε, που δεν καθορίζονται από το χρήμα και την επιδίωξη του κέρδους αλλά από τις δικές μας συλλογικές αποφάσεις».

Εδώ, σε αυτό το σεμινάριο βρισκόμαστε στο επίκεντρο της δεύτερης επιλογής. Το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε Ζαπατίστας, Κούρδους, χιλιάδες κινήματα είναι ότι απωθούμε τον καπιταλισμό προσπαθώντας να δημιουργήσουμε κάτι διαφορετικό. Όλες και όλοι λέμε «Φτάνει, κεφάλαιο, η εποχή σου πέρασε, φύγε, δημιουργούμε κάτι καινούργιο». Το εκφράζουμε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: με το να ανοίγουμε ρωγμές στον τοίχο του κεφαλαίου και να προκαλούμε τη σύγκλισή τους, με το να δημιουργούμε το κοινό, να κομμουνιστικοποιούμε, να είμαστε το κίνημα του πράττειν ενάντια στην εργασία, το κίνημα της αξίας χρήσης ενάντια στην ανταλλακτική αξία, το κίνημα της αξιοπρέπειας ενάντια σε έναν κόσμο βασισμένο στην ταπείνωση. Δεν έχει μεγάλη σημασία με ποιον τρόπο το εκφράζουμε – το σημαντικό είναι ότι δημιουργούμε εδώ και τώρα έναν κόσμο πολλών κόσμων.

Αλλά, έχουμε αρκετή δύναμη; Έχουμε δύναμη ικανή ώστε να πούμε ότι δεν μας ενδιαφέρει η καπιταλιστική επένδυση και η καπιταλιστική απασχόληση; Έχουμε δύναμη να απωθήσουμε εντελώς τη σημερινή μας εξάρτηση από το κεφάλαιο για επιβίωση; Έχουμε τη δύναμη να πούμε το οριστικό αντίο στο κεφάλαιο;

Πιθανώς δεν την έχουμε, για την ώρα. Πολλοί από όσους βρισκόμαστε εδώ παίρνουμε μισθό ή υποτροφία που προέρχεται από τη συσσώρευση του κεφαλαίου ή, αν όχι, θα αρχίσουμε την επόμενη εβδομάδα να ψάχνουμε για καπιταλιστική εργασία. Η άρνησή μας προς το κεφάλαιο είναι μια άρνηση σχιζοφρενική: θέλουμε να πούμε ένα κατηγορηματικό αντίο και δεν μπορούμε ή δυσκολευόμαστε πολύ. Δεν υπάρχει καθαρότητα σε αυτό τον αγώνα. Η πάλη για να σταματήσουμε να παράγουμε κεφάλαιο είναι επίσης μια πάλη ενάντια στη δική μας εξάρτηση από το κεφάλαιο. Είναι, δηλαδή, μια πάλη για να χειραφετήσουμε τις δικές μας δημιουργικές ικανότητες, τη δική μας δύναμη να παράγουμε, τις δικές μας παραγωγικές δυνάμεις.

Σε αυτή τη θέση βρισκόμαστε, γι’ αυτό ήρθαμε εδώ. Είναι ανάγκη να οργανωθούμε, φυσικά· όχι όμως να δημιουργήσουμε μια οργάνωση με Ο κεφαλαίο, αλλά να οργανωθούμε με πολλαπλούς τρόπους, για να ζήσουμε από τώρα τους κόσμους που θέλουμε να δημιουργήσουμε.

Το πρωί οι εξεγερμένοι υποδιοικητές μας ζήτησαν να παραθέσουμε κάποιες προκλητικές ιδέες. Υποθέτω πως η ομιλία μου μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις θεωρητικές προκλήσεις:
1) Κριτική σκέψη δεν είναι εκείνη που μιλάει για την καταστροφή, αλλά η σκέψη που αναζητά την ελπίδα μέσα στην καταστροφή.
2) Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και νιώθουμε περήφανοι γι’ αυτό. Όλη η σκέψη σχετικά με την καταιγίδα ξεκινά από αυτό το σημείο.
3) Ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε τη λερναία ύδρα είναι να σταματήσουμε να παράγουμε κεφάλαιο και να ασχοληθούμε με τη δημιουργία άλλων κόσμων, που δεν βασίζονται στο χρήμα και το κέρδος, αλλά στην αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση.
Ακούγεται εύκολο, αλλά ξέρουμε πως δεν είναι. Επομένως, πώς συνεχίζουμε; Πώς προχωράμε; Ρωτώντας, φυσικά. Να ρωτάμε, να αγκαλιαζόμαστε, να οργανωνόμαστε.

[1] (Σ.τ.Μ.) Πόλη στο Γκερέρο του Μεξικού. Η πορεία διαμαρτυρίας των φοιτητών της παιδαγωγικής σχολής της Αγιοτσινάπα στις 26-09-2015 κατέληξε στη βίαιη καταστολή και εξαφάνιση 43 φοιτητών από τις αστυνομικές δυνάμεις.
[2] (Σ.τ.Μ.) Οι ζαπατίστας έχουν αναφερθεί επανειλημμένα στον τέταρτο παγκόσμιο πόλεμο.

πηγή: http://www.respublica.gr/2015/06/column/holloway/

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μανιφέστο Ενάντια στην Εργασία [Ομάδα Krisis]


















1. Η κυριαρχία της νεκρής εργασίας

Ένα πτώμα κυριαρχεί στην κοινωνία – το πτώμα της εργασίας. Όλες οι δυνάμεις της υφηλίου συμμάχησαν προκειμένου να υπερασπίσουν την κυριαρχία του: ο πάπας και η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Τόνυ Μπλερ και ο Γιεργκ Χάιντερ, συνδικάτα και επιχειρηματίες, γερμανοί οικολόγοι και γάλλοι σοσιαλιστές. Το μόνο σύνθημα που ξέρουν είναι: δουλειά, δουλειά, δουλειά! Όποιος δεν έχει ξεχάσει ακόμη να συλλογίζεται, θα συνειδητοποιήσει εύκολα τον παραλογισμό μιας τέτοιας στάσης. Διότι η κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η εργασία δεν αντιμετωπίζει κάποια προσωρινή κρίση· έρχεται αντιμέτωπη με το απόλυτο όριό της. Την επαύριο της μικροηλεκτρονικής επανάστασης, η παραγωγή πλούτου έγινε ολοένα και πιο ανεξάρτητη από την πραγματική ανάλωση της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης σε βαθμό που στο πρόσφατο παρελθόν μόνο η επιστημονική φαντασία θα μπορούσε να διανοηθεί. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται πλέον ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να σταματήσει ή πόσο μάλλον να αντιστραφεί. Η πώληση του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη στον 21o αιώνα είναι τόσο πολλά υποσχόμενη όσο αποδείχτηκε ότι ήταν η πώληση ιππήλατων ταχυδρομικών αμαξών στον 20ό αιώνα. Ωστόσο, όποιος δεν είναι ικανός να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη σ’ αυτήν την κοινωνία θεωρείται «πλεονάζων» και θα πεταχτεί στον κάλαθο των κοινωνικών αχρήστων.
Ο δε μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω. Αυτή η κυνική αρχή βρίσκεται ακόμα σε ισχύ· κι ακόμη περισσότερο στις μέρες μας, ακριβώς επειδή καθίσταται απελπιστικά απαρχαιωμένη. Είναι στ’ αλήθεια ένας παραλογισμός: ποτέ στο παρελθόν η κοινωνία δεν ήταν τόσο πολύ κοινωνία της εργασίας όσο είναι σήμερα που η ίδια η εργασία έχει γίνει πλεονάζουσα. Πάνω στο νεκροκρέβατό της η εργασία αποδεικνύεται μία ολοκληρωτική εξουσία που δεν ανέχεται άλλους θεούς δίπλα της. Καθώς διαποτίζει μέσα από τους πόρους της καθημερινής ζωής την ψυχή, η εργασία ελέγχει τόσο τη σκέψη όσο και την πράξη. Οποιαδήποτε δαπάνη ή κόπος είναι θεμιτός αρκεί να παραταθεί τεχνητά η διάρκεια ζωής του «ειδώλου της εργασίας». Η παρανοϊκή κραυγή για «απασχόληση» δικαιολογεί την καταστροφή των φυσικών πόρων με πιο εντατικούς ρυθμούς, παρ’ όλο που οι ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα έχουν γίνει αντιληπτές εδώ και πολύ καιρό. Ακόμη και τα έσχατα εμπόδια για την πλήρη εμπορευματοποίηση οποιασδήποτε κοινωνικής σχέσης μπορεί να αρθούν άκριτα, αρκεί να υπάρχει η πιθανότητα να δημιουργηθούν κάποιες άθλιες «θέσεις εργασίας». Το σύνθημα «μια οποιαδήποτε δουλειά είναι καλύτερη από το να μην υπάρχει δουλειά» έγινε η ομολογία πίστης που απαιτείται από τον καθένα στις μέρες μας.
Όσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι η κοινωνία της εργασίας πλησιάζει στο τέλος της, τόσο και πιο βίαια απωθείται η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος από τον δημόσιο λόγο. Οι μέθοδοι της απώθησης μπορεί να διαφέρουν, αλλά μπορούν να συνοψιστούν σ’ έναν κοινό παρονομαστή. Το παγκοσμίως προφανές γεγονός ότι η εργασία αποδεικνύεται ένας παράλογος αυτοσκοπός, επανερμηνεύεται πεισματικά ως ατομική ή συλλογική αποτυχία ατόμων, εταιρειών, ή ακόμα και ολόκληρων «αναπτυξιακών» περιοχών, λες και ο κόσμος έχει καταληφθεί από μία καθολική έμμονη ιδέα. Ο αντικειμενικός δομικός φραγμός της εργασίας οφείλει να εμφανιστεί ως υποκειμενικό πρόβλημα όσων έχουν ήδη αποκλειστεί.
Κι ενώ μερικοί άνθρωποι θεωρούν την ανεργία αποτέλεσμα υπερβολικών απαιτήσεων, χαμηλών επιδόσεων ή έλλειψης ευελιξίας, για άλλους οφείλεται στην ανικανότητα, τη διαφθορά ή την απληστία των πολιτικών ή των διευθυντικών στελεχών “τους”, συμπεριλαμβανομένης της ροπής αυτών των “ηγετών” να ακολουθούν πολιτικές “απάτης”. Στο τέλος, όλοι συμφωνούν με τον Ρόμαν Χέρτσογκ, πρώην πρόεδρο της Γερμανίας, ο οποίος είπε: «Σ’ ολόκληρη τη χώρα όλοι πρέπει να συνεργαζόμαστε», λες και το πρόβλημα ήταν η παρακίνηση, ας πούμε, μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ή μιας πολιτικής σέχτας. Ο καθένας και η καθεμία οφείλει να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, ακόμα κι αν οι δουλειές έχουν γίνει αέρας κοπανιστός. Το ζοφερό μετα-μήνυμα αυτών των προτροπών δεν μπορεί να παρερμηνευτεί: όσοι παρ’ όλα αυτά αποτύχουν να εξασφαλίσουν την εύνοια του «ειδώλου της εργασίας» θα επωμιστούν τις ευθύνες, θα ξεγραφτούν και θα παραγκωνιστούν.
Ο νόμος αυτός της ανθρωποθυσίας ισχύει σε παγκόσμια κλίμακα. Η μια χώρα μετά την άλλη συνθλίβεται κάτω από την μπότα του οικονομικού ολοκληρωτισμού, αποδεικνύοντας έτσι τη μία και μοναδική “αλήθεια”: Η χώρα παραβίασε τους λεγόμενους «νόμους της οικονομίας της αγοράς». Η λογική της κερδοφορίας θα τιμωρήσει όποια χώρα δεν εναρμονιστεί απολύτως, χωρίς ενδοιασμούς για τις απώλειες, με τις τυφλές διεργασίες του καθολικού ανταγωνισμού. Οι λαμπροί ελπιδοφόροι τού σήμερα είναι τα επιχειρηματικά σκουπίδια τού αύριο. Ωστόσο, οι κυρίαρχοι ψυχωτικοί της οικονομίας διατηρούν ακλόνητη την αλλόκοτη κοσμοθεωρία τους. Εν τω μεταξύ, τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ανακηρύχτηκαν λίγο-πολύ κοινωνικά απόβλητα. Το ένα καπιταλιστικό «αναπτυξιακό» κέντρο μετά το άλλο συντρίβεται. Μετά την καταστροφική κατάρρευση των αναπτυσσόμενων χωρών του Νότου και μετά την αποτυχία του κρατικο-καπιταλιστικού τμήματος της παγκόσμιας κοινωνίας της εργασίας στην Ανατολή, οι υποδειγματικοί μαθητές του οικονομικού μοντέλου της Ανατολικής Ασίας παραδόθηκαν στην λήθη. Ακόμα και στην Ευρώπη εξαπλώνεται ήδη ο κοινωνικός πανικός. Παρ’ όλα αυτά, οι δονκιχώτες της πολιτικής και του μάνατζμεντ συνεχίζουν όλο και πιο αδυσώπητα τη σταυροφορία στο όνομα του «ειδώλου της εργασίας».

Το προτεινόμενο αξίωμα είναι ότι καθένας θα πρέπει να μπορεί να ζήσει από την εργασία του. Επομένως, το να μπορεί να ζήσει κανείς υπόκειται σ’ έναν όρο, και δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, Βάσεις του φυσικού νόμου σύμφωνα με τις αρχές της επιστημονικής θεωρίας, 1797

2. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία του απαρτχάιντ

Καθώς η επιτυχημένη πώληση του εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» γίνεται η εξαίρεση παρά ο κανόνας, μια κοινωνία προσηλωμένη στην παράλογη αφηρημένη έννοια της εργασίας οδηγείται αναπόφευκτα στο να αναπτύξει μια τάση για κοινωνικό απαρτχάιντ. Όλες οι φράξιες της ευρείας διακομματικής συναίνεσης σχετικά με την εργασία, με άλλα λόγια το στρατόπεδο της εργασίας, αποδέχτηκαν στα κρυφά εδώ και καιρό αυτή τη λογική και τη στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις. Δεν υπάρχει καμία διαμάχη για το αν όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού θα εξωθηθούν στο περιθώριο και θα αποκλειστούν από την κοινωνική συμμετοχή· υπάρχει διαμάχη μόνο για το πώς θα επιβληθεί αυτή η κοινωνική επιλογή.
Η νεοφιλελεύθερη φράξια εμπιστεύεται αυτή τη βρόμικη κοινωνικοδαρβινιστική δουλειά στο «αόρατο χέρι» των αγορών. Η αντίληψη αυτή αξιοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, εξοστρακίζοντας όσους αδυνατούν να ακολουθήσουν την ξέφρενη κούρσα του ανταγωνισμού. Η ποιότητα του να είσαι άνθρωπος απονέμεται μόνο σε όσους ανήκουν στην ξιπασμένη αδελφότητα των νικητών της παγκοσμιοποίησης. Περιττό να πούμε ότι ο καπιταλιστικός αυτοσκοπός απαιτεί όλους τους φυσικούς πόρους του πλανήτη. Κι όταν αυτοί δεν μπορούν πλέον να επιστρατευτούν στην υπηρεσία του κέρδους, πρέπει να μείνουν αχρησιμοποίητοι ακόμη κι αν ολόκληροι πληθυσμοί εξολοθρεύονται από την πείνα.
Η αστυνομία, διάφορες σωτηριολογικές αιρέσεις, η Μαφία και τα συσσίτια των φιλόπτωχων σωματείων αναλαμβάνουν την ευθύνη αυτών των ενοχλητικών ανθρώπινων αποβλήτων. Στις ΗΠΑ και στις περισσότερες χώρες της κεντρικής Ευρώπης υπάρχουν περισσότεροι φυλακισμένοι απ’ ό,τι σε μια τυπική στρατιωτική δικτατορία. Στη Λατινική Αμερική εκτελούνται καθημερινά από ανεξέλεγκτα αποσπάσματα θανάτου περισσότερα παιδιά του δρόμου και άλλοι φτωχοί απ’ ό,τι διαφωνούντες στις χειρότερες περιόδους πολιτικής καταπίεσης. Έχει απομείνει μία μόνο κοινωνική λειτουργία για τους εξοστρακισμένους: να αποτελούν το παράδειγμα προς αποφυγή. Η μοίρα τους προορίζεται απλώς να κεντρίσει όσους συμμετέχουν ακόμη στον ξέφρενο ανταγωνισμό για τ’ αποφάγια του κοινωνικού κράτους. Ακόμα και οι αποτυχημένοι πρέπει να κρατιούνται σε αγχώδη κινητικότητα έτσι ώστε να μην τους περάσει καν από το μυαλό η ιδέα να εξεγερθούν ενάντια στους αφόρητους καταναγκασμούς που αντιμετωπίζουν.
Και όμως, ακόμα και με το τίμημα της αυτοεξόντωσης, ο θαυμαστός καινούριος κόσμος της ολοκληρωτικής οικονομίας της αγοράς θα παρέχει στους περισσότερους ανθρώπους μονάχα μια ζωή μέσα στις σκιές, μια ζωή ανθρώπων-σκιών σε μια “σκιώδη” οικονομία. Σαν χαμηλόμισθοι σκλάβοι και δημοκρατικοί δουλοπάροικοι της «κοινωνίας παροχής υπηρεσιών», θα πρέπει να υπηρετούν ταπεινωμένοι τους καλοζωισμένους νικητές της παγκοσμιοποίησης. Οι σύγχρονοι «εργαζόμενοι φτωχοί» μπορούν να γυαλίζουν τα παπούτσια των τελευταίων επιχειρηματιών της θνήσκουσας κοινωνίας της εργασίας, μπορούν να τους πουλούν βρομερά χάμπουργκερ, ή μπορούν να καταταγούν στις υπηρεσίες security για να φυλάνε τα εμπορικά τους κέντρα. Όσοι έχουν παραιτηθεί από το να σκέφτονται μπορούν να ονειρεύονται την αναρρίχησή τους στη θέση ενός εκατομμυριούχου της βιομηχανίας των υπηρεσιών.
Εν τω μεταξύ, στις αγγλοσαξονικές χώρες αυτό το τρομακτικό σενάριο είναι ήδη πραγματικότητα, όπως εξάλλου και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και στην ανατολική Ευρώπη· και η Ευρωζώνη πρόκειται να ακολουθήσει με γοργά βήματα. Οι σχετικές οικονομικές εφημερίδες δεν κρύβουν το πώς φαντάζονται το μέλλον της εργασίας. Τα παιδιά στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που καθαρίζουν παρμπρίζ αυτοκινήτων σε μολυσμένα σταυροδρόμια παρουσιάζονται ως λαμπρά παραδείγματα «επιχειρηματικής πρωτοβουλίας» και θα αποτελέσουν υπόδειγμα για τους άνεργους στην αντίστοιχη τοπική «έρημο των υπηρεσιών». «Υπόδειγμα για το μέλλον είναι το άτομο ως επιχειρηματίας της ίδιας του της εργασιακής δύναμης, καθώς αναλαμβάνει την πρόνοια του εαυτού του και καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνο για το σύνολο της ζωής του», λέει η «Επιτροπή για τα μελλοντικά κοινωνικά ζητήματα των ελεύθερων κρατιδίων της Βαυαρίας και της Σαξονίας». Και συμπληρώνει: «Θα υπάρξει μεγαλύτερη ζήτηση για κοινές υπηρεσίες προσωπικής και οικιακής φροντίδας, αν οι παρεχόμενες υπηρεσίες γίνουν φθηνότερες, αν δηλαδή ο “πάροχος των υπηρεσιών” παίρνει χαμηλότερο μισθό». Σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν αυτοσεβασμό, μια τέτοια δήλωση θα ξεσήκωνε κοινωνική εξέγερση. Όμως, σ’ έναν κόσμο υποτακτικών δουλευταράδων θα προκαλέσει απλώς ένα νεύμα ανήμπορης συγκατάνευσης.

Ο απατεώνας κατέστρεψε την εργασία παρ’ όλο που άρπαξε το μισθό ενός εργάτη. Τώρα θα πρέπει να εργαστεί χωρίς μισθό και την ίδια στιγμή να ονειρεύεται μέσα στο κελί του ότι ευλογείται από την επιτυχία και το κέρδος. […] Μέσω της καταναγκαστικής εργασίας θα εκπαιδευτεί να εργάζεται ενάρετα σαν να ασκεί μία ελεύθερη προσωπική δραστηριότητα.
Βίλχελμ Χάινριχ Ρηλ, Η γερμανική εργασία, 1861


Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

"Τα Εξάρχεια δεν είναι για όλους. Και καλά κάνουν." του Σπύρου Δαπέργολα





















Ας αναρωτηθεί ο καθένας και η καθεμιά, σε περίπτωση που είναι μισθωτός/η, άνεργος/η, φτωχός/η χωρίς άκρες, χωρίς θέση εξουσίας χωρίς μια Lifestyle αναγνωρίσιμη μούρη πόσα είναι τα μέρη στα οποία του απαγορεύεται η πρόσβαση.
Βέβαια δεν υπάρχει κανένας νόμος που να σε εμποδίζει να κυκλοφορείς στο Κολωνάκι: η οικονομική αδυναμία είναι αυτή που δεν σε αφήνει να κανείς κάτι περισσότερο από το να οδηγείς το παπί σου στους δρόμους του.
Δεν θα σου ρίξουν πόρτα αν δοκιμάσεις να κολυμπήσεις σε διάφορες γραφικές παραλίες της Αττικής: είναι η κλειστή πόρτα από το το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας του καπιταλιστή που έχτισε τη βίλα του πάνω στο κύμα που θα σε σταματήσει. Και στην Πολιτεία μπορείς να περπατήσεις και στο Καστρί και στην Εκάλη. Ακόμα κι αν δεν σε σταματήσει το σεκιούριτι (και η εργασία είναι ιερό δικαίωμα, το λέει και το σύνταγμα… ) γρήγορα θα αντιληφθείς ότι αυτά τα μέρη δεν είναι για σένα όσο δεν καταφέρνεις να γίνεις αφεντικό, κρατικός αξιωματούχος, σοβαρός μαφιόζος, Lifestyle παράσιτο ή έως ότου υπομονετικά βάλεις στην άκρη βασικούς μισθούς μερικών εκατοντάδων ετών.
Υπάρχουν μέρη που δεν είναι για όλους, που δεν είναι για αυτούς που βρίσκονται στην βάση της κοινωνίας. Που δεν είναι για τους πολλούς.
Πόσα είναι στην τελική αυτά τα μέρη; Θα αναρωτηθεί η κοινή λογική.
Ελάχιστα. Πραγματικά, πολύ λίγα σε όλη την ελληνική επικράτεια
Όπως ελάχιστοι είναι κι αυτοί που έχουν πλήρη πρόσβαση σε αυτά. Την δυνατότητα (γιατί εκεί είναι το θέμα και όχι στις αστικές κενοδοξίες περί “δικαιωμάτων”) να μπορέσουν να τους κάνουν χρήση.
Τα ελάχιστα αυτά μέρη στα οποία η “πλέμπα”, το “πόπολο”, οι προλετάριοι, (οι δικοί μας δηλαδή) δεν μπορούν να πάνε δεν είναι άλλο από τα συμβολικά “βασιλικά κτήματα” της εξουσίας, εκεί που η νέα αριστοκρατία της αστικής τάξης και του κράτους κυνηγάει τα δικά της, τα αποκλειστικά δικά της “ελάφια”, κατά το πρότυπο της φεουδαρχίας. Τόποι που εκτός από το να εξασφαλίζουν καλοπέραση και ασφάλεια για την άρχουσα τάξη, μέσα από καθεστώς της εξαίρεσης, συμβολίζουν την δύναμη και την εξουσία της παντού.
Και τι έγινε στην τελική, υπάρχουν πολύ καλύτερες αμμουδιές από την Ψαρού και μάλιστα τσάμπα. Η Αθήνα είναι γεμάτη μαγαζιά που όσοι έχουν ακόμα ένα μισθό μπορούν να πάνε, οι περισσότερες παραλίες στην αττική είναι ακόμα άχτιστες και χωρίς πλαζ.
Πράγματι υπάρχουν τόσα ελεύθερα βουνά που κάνουν την Αράχωβα να δείχνει δυστοπία με αυθαίρετα. Σε κανέναν από τους πολλούς (με εξαίρεση προφανώς αυτούς που τυχαίνει να ζούν εκεί που “ο βιομήχανος κλείνει μια παραλία”) δεν λείπουν τα κάθε λογής βασιλικά κτήματα. Δεν είναι αυτός ο λόγος που τα ζηλεύουν τόσοι πολλοί εκμεταλλευόμενοι και τα στραβοκοιτάνε κάποιοι άλλοι λίγοι.
Όπως δεν είναι αυτός και ο λόγος που πολιτικοί, καθεστωτικοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι ωρύονται για το “άβατο των Εξαρχείων”. Πέρα από ελάχιστους δεν έχουν κανένα λόγο να θέλουν να κυκλοφορήσουν στα Εξάρχεια.
Το πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι πως αντίθετα από ότι πιστεύουν οι θαμώνες των “βασιλικών κτημάτων”, ούτε αυτοί τελικά έχουν άνετη πρόσβαση παντού στην κοινωνία την οποία δυναστεύουν.
Και το να υπάρχει στο εσωτερικό μιας κατακτημένης περιοχής ένας θύλακας εχθρικός για τους κατακτητές είναι πάντα, από την αυγή της οικονομικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής εξουσίας ένα καμπανάκι κινδύνου.
Όποιος δεν εξαρτά την ενημέρωσή του από τα δελτία των 8.00 γνωρίζει καλά ότι την εξουσία στα Εξάρχεια την έχει το ελληνικό κράτος και το οικονομικό σύστημα που υπάρχει στην περιοχή είναι ο καπιταλισμός.
Ούτε εκεί αν δεν έχεις φράγκο μπορείς να φας σε ένα εστιατόριο, πολύ περισσότερο στους “Γιάντες”. Δεν υπάρχουν μπλόκα στους δρόμους, ούτε τελωνειακοί σταθμοί κατά την είσοδο (αν και υπάρχουν διμοιρίες των ΜΑΤ με το ανάλογο ύφος). Αρκετοί πλούσιοι ζουν στην περιοχή, ενώ η “ντόπια αστική τάξη του κρατιδίου” (βασικά η βιοτεχνία της διασκέδασης) μια χαρά κονομάει, μπορεί μάλιστα κατά καιρούς να πουλάει και (αληθινή ή μαϊμού) προοδευτικότητα για κάποια ζητήματα ενώ ταυτόχρονα δεν κολλάει ένσημα στους εργάτες της.
Αυτό που διαφοροποιεί τα Εξάρχεια είναι η ιστορική παρουσία του συγκεκριμένου πολιτικοκοινωνικού υποκειμένου και η σφραγίδα που άφησε επί δεκαετίες και αφήνει καθημερινά στην περιοχή. Ένα πολυσχιδές υποκείμενο το ισχυρότερο αλλά όχι πλειοψηφικό κομμάτι του οποίου είναι οι αναρχικοί ( μικρό κομμάτι του αναρχικού κινήματος σε επίπεδο πρωτεύουσας).
Από τις μεγαλύτερες γειτονιές διασκέδασης στο λεκανοπέδιο, συχνά υπο στρατιωτική αστυνομική κατοχή, τα Εξάρχεια είναι το αθηναϊκό μεταπολιτευτικό αντίστοιχο της “αριστερής όχθης” που φυτρώνει στις δυτικές μητροπόλεις. Με το underground στοιχείο, με τη νεολαία, με τη νύχτα,με τους “επαναστάτες” και με τις χιλιάδες αντιφάσεις που ενδημούν στις “αριστερές όχθες” και που συνήθως αποσιωπούνται στις ιστορικές αγιογραφίες τους.. Είναι μια συγκεκριμένη ισορροπία με υλικό όμως χαρακτήρα.
Αυτή η ισορροπία διάκειται εχθρικά σε ανθρώπους της εξουσίας, σε θεματοφύλακες του νόμου, σε φασίστες. Όσοι φαντάζονται ότι πρόκειται για κάποια τουριστική ατραξιόν μπορούν να βρεθούν σε κίνδυνο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εκεί επενδύει ένα μέρος της ζωής του ένα κομμάτι της κοινωνίας το οποίο έχει βρει σοβαρούς λόγους να αντιπαλεύει την εξουσία και τους ανθρώπους της. Εκεί η διάχυτη συνθήκη κάνει το ακριβό αυτοκίνητο στόχο αντί για ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, οι επιδείξεις πλούτου δεν εκτιμώνται ιδιαίτερα, τουλάχιστον αυτές που δεν έχουν τη σοφία να μεταμφιεστούν σε μποέμ. Εκεί οι μαφιόζοι αναγκάζονται να βγουν από την αφάνεια “και να κάνουν πιο πέρα” γιατί κάποιοι κουτσά στραβά στέκονται απέναντί τους, εκεί ο αστυνομικός φυλάει κάπως τα νώτα του.
Εν κατακλείδι τα Εξάρχεια είναι μια κατακτημένη περιοχή, υπο πλήρη κρατικό έλεγχο και με συνθήκες άγριου καπιταλισμού στην οποία όμως έχει κερδηθεί ένα έδαφος ελευθερίας. Κι η ελευθερία δαγκώνει.
Είναι κατανοητό να σκανδαλίζεται ο κάθε πολιτικός ή δημοσιογράφος επειδή υπάρχει ένας τόπος που τον εχθρεύεται ακριβώς γιατί είναι στην κορυφή της πυραμίδας, ένας τόπος που η “αναγνωρισιμότητα” αντί να ανοίγει πόρτες φέρνει σφαλιάρες. Είναι λιγότερο κατανοητό αυτή η στάση να εκφράζεται από ανθρώπους της άλλης άκρης της πυραμίδας. Δεν είναι καθόλου κατανοητές διάφορες σχιζοφρενικές κριτικές που αντιμετωπίζουν τους αναρχικούς σαν κάποιου είδους κυβέρνηση των Εξαρχείων ή τα Εξάρχεια σαν την προδομένη Εδέμ της αναρχίας.
“Σοσιαλισμός” σε μία μόνο γειτονιά είναι ανέφικτος και μέχρι η κοινωνία να αποφασίσει να καταλάβει συνολικά “την γή της” είναι ελπίδα για την κοινωνία να υπάρχουν τόποι στον αστικό ιστό που η ζωή για τους από πάνω γίνεται λίγο πιο δύσκολη. Ακόμα κι αν αυτή η δυσκολία περιορίζεται στο να πρέπει να αλλάξουν εστιατόριο, ή να πρέπει να παρκάρουν την πόρσε σε κάποιο πάρκινγκ περιμετρικά ή να πρέπει να μεταφέρουν την πιάτσα των ναρκωτικών “πιο κάτω”.
Και για όλους τους λόγους είναι καλό να συνεχίσουν τα Εξάρχεια να είναι αυτό που είναι και να κάνουν τον εαυτό τους πολλά περισσότερα ακόμα.
Κι ακόμα καλύτερα, να γίνουν κι άλλα Εξάρχεια, σε άλλα σημεία της πόλης . Κι άλλοι τόποι πολιτικής ζύμωσης, κι άλλοι τόποι συγκέντρωσης ακηδεμόνευτης έκφρασης, κοινωνικού και πολιτικού πλούτου, να γίνουν περισσότερα τα μέρη στα οποία οι εμβληματικές φιγούρες της άλλης πλευράς του κοινωνικού πολέμου θα μπορούν να βγουν για λίγο από το πετσί του ρόλου του κυνηγού και να νοιώσουν όπως νοιώθουν οι πολλοί: θηράματα.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Διακινητές μεταναστών: «τέρατα» ή «σωτήρες»; της Ανν Γκάλαχερ























Η παράνομη διακίνηση μεταναστών αποτελεί μια σκληρή και εκμεταλλευτική πρακτική, εντούτοις συχνά είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει κανείς από τη φτώχεια ή τον πόλεμο. Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος προϋποθέτει μια θεμελιακή επανεξέταση των καθεστώτων μετανάστευσης, περιλαμβανομένης και της πολιτικής για τους πρόσφυγες.

Για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που επιθυμούν ή πρέπει να μεταναστεύσουν, οι επιλογές γίνονται σταδιακά όλο και πιο δύσκολες, επικίνδυνες και ακριβές. Η νόμιμη πρόσβαση στους προορισμούς που προτιμάν αποτελεί πια επιλογή μόνο για τους λίγους προνομιούχους. Οι υπόλοιποι ωθούνται στις ανοιχτές αγκαλιές αυτών που μπορούν να τους βοηθήσουν παρακάμπτοντας τα αυξανόμενα μέτρα ελέγχου και αποτροπής. Η παράνομη διακίνηση μεταναστών (η διασυνοριακή μεταφορά ανθρώπων με αντάλλαγμα το κέρδος) είναι, σύμφωνα με τις σχετικές εκθέσεις, μια από τις γρηγορότερα αναπτυσσόμενες και πιο επικερδείς μορφές οργανωμένου εγκλήματος. Είναι επίσης πολύ ευέλικτη, καθώς ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις αλλαγές της ζήτησης, των κατασταλτικών και νομοθετικών πιέσεων. Για παράδειγμα, χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, και όχι στη δράση των ανθρωπιστικών οργανώσεων, έγινε δυνατή η έξοδος εκατομμυρίων Σύριων από τη χώρα τους τα τελευταία χρόνια.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως οι περισσότεροι μετανάστες που φεύγουν μη νόμιμα από τη χώρα τους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των παράνομων διακινητών σε κάποιο στάδιο του ταξιδιού τους: τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν ξεκάθαρα του κόστους και των κινδύνων. Ειδικά για τους πρόσφυγες, οι παράνομοι διακινητές έχουν συχνά ζωτική σημασία, μια και οι νόμοι απόδοσης ασύλου απαιτούν από αυτούς που ζητούν προστασία να βρίσκονται εκτός της χώρας προέλευσής τους. Οι χώρες στις οποίες οι πρόσφυγες φτάνουν εύκολα είναι συνήθως ακατάλληλες ή απρόθυμες να τους προσφέρουν την προστασία και τη στήριξη που χρειάζονται. Οι παράνομοι διακινητές προσφέρουν στους πελάτες τους τη δυνατότητα να επηρεάσουν προς όφελός τους τις ελάχιστες πιθανότητες που σχεδόν πάντα έχουν ξεκινώντας το ταξίδι τους. Οι υπερασπιστές των προσφύγων το ξέρουν καλά αυτό, κι έτσι η υποστήριξή τους στον πόλεμο κατά της «διευκόλυνσης της παράτυπης μετανάστευσης» είναι πολύ διστακτική. Ο Τζέιμς Σ. Χάθαγουεϊ, ένας από τους κορυφαίους μελετητές του προσφυγικού δικαίου, έχει υποστηρίξει πως «οι παράνομοι διακινητές παίζουν έναν κρίσιμο ρόλο βοηθώντας τους πρόσφυγες να φτάσουν σε κάποιο ασφαλές μέρος». Απόψεις σαν του Χάθαγουεϊ μπορεί να διατυπώνονται σπάνια, αλλά δεν είναι ασυνήθεις.
Όταν κανείς βλέπει τόσο καταφανείς αδικίες σε τόσα μέρη του κόσμου, ίσως να μπει στον πειρασμό να ειδωλοποιήσει αυτούς που προσφέρουν μια έξοδο στους πληττόμενους πληθυσμούς. Αλλά μια τέτοια σκέψη θα ήταν συναισθηματική και αφελής. Ξέρουμε αρκετά πώς δουλεύει η παράνομη διακίνηση, για να συναισθανόμαστε πως δεν πρόκειται για κάποια σύγχρονη ανθρωπιστική επιχείρηση, μια εκδοχή της κινηματογραφικής «Λίστας του Σίντλερ». Πρόκειται, αντίθετα, για μια άθλια και ποταπή δραστηριότητα, με μοναδικό στόχο το χρηματικό κέρδος, ενώ συχνά βάζει σε σοβαρό κίνδυνο την ασφάλεια ή και τη ζωή όσων εμπλέκονται. Καθώς τα διακυβεύματα έχουν αυξηθεί, αναφέρονται ολοένα και συχνότερα περιστατικά βίας και κακοποίησης. Κάθε χρόνο, χιλιάδες μετανάστες πνίγονται προσπαθώντας να διασχίσουν τη Μεσόγειο για την Ευρώπη: παρατημένοι στα ανοιχτά πάνω σε αναξιόπλοα, και συχνά ανεπάνδρωτα σκάφη, παρότι έχουν πληρώσει πανάκριβα για το ταξίδι. Αντίστοιχες ιστορίες αφηγούνται και αυτοί που προσπαθούν να φτάσουν στην Αυστραλία από ενδιάμεσους σταθμούς στην Ινδονησία, όπως κι εκείνοι που προσπαθούν να μπουν στις ΗΠΑ διασχίζοντας το απέραντο και αφιλόξενο νότιο σύνορό τους.
Η «διευκόλυνση» της μετανάστευσης πολύ συχνά μετατρέπεται σε ανήκουστη κακομεταχείριση και εκμετάλλευση. Πολλοί Σομαλοί και Αιθίοπες πρόσφυγες που διακινούνται μέσω του Κέρατος της Αφρικής πέφτουν θύματα σωματικής βίας, σεξουαλικών επιθέσεων, εκβιασμών, εμπορίας ανθρώπων και φυλακίσεων από εθνικές αρχές (goo.gl/MW4zUJ). Σε μια τραγωδία που έχει μείνει ντροπιαστικά εκτός επικαιρότητας, χιλιάδες γυναίκες μετανάστριες από την ίδια περιοχή απλώς εξαφανίστηκαν, πιθανότατα θύματα απαγωγής για εκμετάλλευση (goo.gl/NKd9tC). Η Μεξικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει διατυπώσει τον απίστευτο ισχυρισμό ότι περίπου 20.000 από τους μετανάστες που προσπαθούν να μπουν στις ΗΠΑ απάγονται κάθε χρόνο και ζητούνται λύτρα για την απελευθέρωσή τους (goo.gl/gmVEHO).
Η κοινή γνώμη, ήδη ανήσυχη για την παράτυπη μετανάστευση, μπορεί εύκολα να αποδεχτεί τη δράση ενάντια στους παράνομους διακινητές, καθώς μάλιστα δεν είναι τόσο μια επίθεση στους μετανάστες καθαυτούς όσο σε εκείνους που εκμεταλλεύονται την αδυναμία και την απελπισία τους. Υπογραμμίζοντας τη σύνδεση με το διεθνές οργανωμένο έγκλημα, τα κράτη μπορούν πιο εύκολα να χαρακτηρίσουν την παράνομη διακίνηση μεταναστών απειλή για τη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια. Αυτό με τη σειρά του βοηθά στη δικαιολόγηση της αυστηροποίησης των συνοριακών ελέγχων, καθώς και της εντεινόμενης στρατιωτικοποίησης όλων των επόψεών τους.
Παρά την αυξανόμενη ενημέρωση για την κλίμακα και τη σοβαρότητα της εκμετάλλευσης των μεταναστών, η διεθνής αντίδραση στην παράνομη διακίνησή τους είναι μέχρι στιγμής ασυντόνιστη και αντιφατική. Τα μέτρα προστασίας όσων υφίστανται ακραία εκμετάλλευση (π.χ. νόμοι κατά της εμπορίας ανθρώπων) σπάνια εφαρμόζονται όταν τα θύματα είναι παράτυποι μετανάστες. Το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της Παράνομης Διακίνησης Μεταναστώνυποχρεώνει τα κράτη να ποινικοποιούν αυτή τη δραστηριότητα. Ωστόσο, το εργαλείο αυτό ελάχιστα συνεισφέρει στη διάλυση της γενικευμένης πεποίθησης ότι η παράνομη διακίνηση είναι έγκλημα κατά του κράτους, και ότι οι παράτυποι μετανάστες είναι συνένοχοι στην ίδια τους την κακοτυχία, και όχι θύματα που δικαιούνται προστασία και στήριξη. Πολλά κράτη έχουν, ούτως ή άλλως, απορρίψει τη σχετικά μετριοπαθή προσέγγιση του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ. Και αγνοούν το γράμμα και το πνεύμα των διεθνών τους δεσμεύσεων, κλείνοντας μυστικές συμφωνίες και νομικά αμφιλεγόμενες επιχειρήσεις που στοχεύουν στην απώθηση των διακινητών και την αποτροπή των μεταναστών από τη χρήση των υπηρεσιών τους.
Οπότε, τι μπορεί να γίνει; Δυστυχώς, όχι πολλά. Ο αριθμός των ανθρώπων που επιθυμούν –ή αναγκάζονται– να μετακινηθούν δεν δείχνει να μειώνεται· αντίθετα, πιθανότατα, θα αυξηθεί. Ακόμα και τα κράτη με τις καλύτερες προθέσεις θα αποδειχθούν ανίκανα να απορροφήσουν αυτές τις ροές χωρίς τεράστιο κόστος και σημαντική κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Απούσης μιας γνήσιας συνεργασίας βασισμένης στην εμπιστοσύνη και σε μια αίσθηση μοιρασμένης ευθύνης, τα κίνητρα για κάποια αλλαγή είναι ελάχιστα: το κράτος που θα δείξει μεγαλύτερη προθυμία, για παράδειγμα διασώζοντας μετανάστες που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα, θα επωμισθεί αναπόφευκτα δυσανάλογο φορτίο.
Η παράτυπη, διευκολυνόμενη μετανάστευση είναι ένα έμπρακτο παράδειγμα αυτού που αποκαλείται «ανεπίλυτο πρόβλημα»: πρόβλημα που ανθίσταται στην επίλυσή του, συνήθως γιατί είναι μεταβλητό και ασαφές, και γιατί αποτελεί σύμπτωμα άλλων παραγόντων που με τη σειρά τους ανθίστανται στην αλλαγή. Στο περίπτωσή μας, αυτοί οι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, αυτή καθαυτή η ύπαρξη των κρατών, οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ τους, οι στρεβλώσεις της αγοράς που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και αγαθών αλλά όχι και εργαζομένων, καθώς και ένα δυσλειτουργικό και στρεβλά εφαρμοζόμενο καθεστώς ασύλου που επιβραβεύει μονάχα όσους μετακινούνται. Η προκύπτουσα κατεύθυνση των πραγμάτων είναι στην ουσία απρόσβλητη σε οποιαδήποτε αντίδραση εκτός από την πιο δρακόντεια: η παράτυπη μετανάστευση μπορεί πιθανώς να επιβραδυνθεί μόνο μέσω της ανελέητης εκδήλωσης τεράστιας δύναμης και της παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων σε κλίμακα ασυνήθιστη και άβολη για τις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Είναι δύσκολο να προβλεφθεί ποιος θα υποχωρήσει πρώτος στον σκληρό πόλεμο ανάμεσα στους μετανάστες και τους διακινητές τους απ’ τη μια, και τις χώρες-προτιμώμενους προορισμούς απ’ την άλλη. Πιθανότατα ο πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς ξεκάθαρους νικητές και ηττημένους, πάντως οι μετανάστες και η αφοσίωσή μας στα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια θα έχουν υποστεί σίγουρα τα σοβαρότερα πλήγματα.
Παρότι αποδεχόμαστε το αναπόφευκτο της παράτυπης μετανάστευσης, και άρα ότι η παράνομη διακίνηση μεταναστών δεν μπορεί να δαμαστεί, είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους απόδρασης από το τωρινό αδιέξοδο – ή, τουλάχιστον, εντοπισμού των μικρών ανοιγμάτων που ίσως αποτελούν τις απαρχές μιας αληθινής αλλαγής. Για παράδειγμα, πρέπει να απαιτήσουμε μεγαλύτερη διαφάνεια από τις κυβερνήσεις που εμπλέκονται σε δράσεις εναντίον της διακίνησης μεταναστών. Η τωρινή ατμόσφαιρα μυστικότητας (που τυπικά δικαιολογείται με όρους που θα ταίριαζαν περισσότερο σε αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις) είναι επικίνδυνη, αδικαιολόγητη και ανελεύθερη. Επίσης, πολλά περισσότερα θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνουν στο ευρύτερο ζήτημα των δικαιωμάτων των μεταναστών. Τα κράτη που καρπώνονται τα ανυπολόγιστα οφέλη του χαμηλού εργατικού κόστους των μεταναστών, τα οποία παράγουν τη ζήτηση στην οποία αυτοί απαντούν, δεν θα έπρεπε να τα συγχωρούμε τόσο εύκολα όταν υπερασπίζουν και συντηρούν ένα σύστημα που στερεί από τους μετανάστες ακόμα και την πιο στοιχειώδη νομική και κοινωνική προστασία.
μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου 


Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

"Η φτώχεια των φιλοκυβερνητικών κύκλων" του Silence_Infinis























Γιατί υπήρξε τέτοια ομοβροντία επιθέσεων προς την κατάληψη στο Κόκκινο από ανθρώπους που θεωρητικά είναι αριστεροί και υποτίθεται ότι συμμερίζονταν τα βασικά αιτήματα των καταληψιών αναφορικά με τις φυλακές τύπου Γ, τον κουκουλονόμο κλπ; Ας εξηγήσω ότι εδώ δεν αναφέρομαι σε «σχολιαστές» των social media, όχι γιατί τα σχόλια δεν είναι ενδεικτικά τάσεων αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι δύσκολο να ξέρεις αν όντως εκφράζουν την οργανωμένη βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρομαι σε επώνυμα άρθρα προοδευτικών (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ατόμων σαν τον Κώστα Εφήμερο, την Νίκη Παύλου και την Άντα Ψαρρά, τα οποία σε πολλές άλλες περιπτώσεις έχουν επιδείξει αξιόλογη κριτική στάση απέναντι σε κυβερνητικές αποφάσεις.

Ας είμαστε ξεκάθαροι, κάποιος δεν χρειάζεται να συμφωνεί με μια κατάληψη ραδιοφωνικού σταθμού ή στη τελική με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Ακόμα και μια σκληρή κριτική μπορεί να είναι γόνιμη και δεν πρέπει να προσλαμβάνεται αρνητικά εκ των προτέρων. Αλλά τα διάφορα κείμενα που δημοσιεύτηκαν δεν έκαναν κριτική επί του συγκεκριμένου, δηλαδή κατά πόσο η κατάληψη είναι προωθητική του αγώνα και των αιτημάτων των απεργών πείνας. Μάλιστα, στην πλειοψηφία τους τα κείμενα δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στην απεργία πείνας, απομονώνοντας την κατάληψη από το πλαίσιο της. Κατά αυτό τον τρόπο αποσιωπάται το γεγονός ότι η κατάληψη αποτελεί (σωστή ή λάθος, αυτό έχει σημασία μόνο σε δεύτερο χρόνο) κλιμάκωση της αλληλεγγύης σε έναν αγώνα ενάντια στο καθεστώς καταστολής και εξαίρεσης που συνόδευσε τη βίαιη καπιταλιστική αναδιάρθρωση των τελευταίων χρόνων. Η κυβέρνηση ναι μεν δεσμεύθηκε να κάνει κάποιες αλλαγές, αλλά πέρα από καθυστερήσεις και παλινωδίες επέδειξε κα μια άρνηση να ανοίξει την κουβέντα πέρα από τα πλαίσια που η ίδια θέτει. Μπορεί άραγε σε κάποια βαθμό αυτό να έχει να κάνει με το γεγονός ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η αναδιάρθρωση θα συνεχιστεί; Ή απλά η κυβέρνηση δεν θέλει να δημιουργήσει τριβές με τον κρατικό μηχανισμό σε μια συγκυρία όπου η ίδια βρίσκεται σε πίεση; Όπως και να έχει, η ουσία είναι ότι τα κείμενα ενάντια στην κατάληψη, απομονώνοντας την τεχνηέντως από το πλαίσιο νοηματοδότησης της, την έκαναν να εμφανίζεται απλά ως μια «αντιδημοκρατική» ή απλά «αντί-Συριζαϊκή» πράξη.

Μπορεί όντως η κατάληψη του Κόκκινου, ή προηγουμένως η κατάληψη της Νομικής, να έδειξε τα προβλήματα συνύπαρξης και παραγωγής ανοιχτών πολιτικών διαδικασιών που αντιμετωπίζει ο αναρχικός χώρος. Αλλά αυτό είναι κάτι εντελώς άλλο από το επιχείρημα περί «μειοψηφικού αυταρχισμού». Το τελευταίο επιχείρημα είναι πραγματικά ενδιαφέρον να εκτοξεύεται από Αριστερούς καθώς η συνεπή του κατάληξη είναι η απονομιμοποίηση κάθε έξω-θεσμικής δραστηριότητας αγωνιζόμενων ανθρώπων. Το επιχείρημα περί μειοψηφιών δεν είναι άλλωστε στον πυρήνα του λόγου γύρω από τον οποίο χτίστηκε η συστηματική απονομιμοποίηση των συλλογικών αγώνων που έχει επιχειρηθεί εδώ και αρκετά χρόνια και η οποία είναι καταστατικό μέρος της εδραίωσης του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος αλήθειας; Κάθε συλλογικός αγώνας επί της αρχής δεν ξεκινάει με το τι λέει η πλειοψηφία – η οποία με απόλυτους αριθμούς άλλωστε είναι πάντα μια ελεγχόμενη αφαίρεση – ούτε νομιμοποιείται από τη νομιμότητα του όσο από το δίκαιο των αιτημάτων του. Εφόσον αυτό δεν γίνεται αποδεκτό ως αφετηρία, τότε επί της ουσίας ανοίγει ο δρόμος για την αποκήρυξη κάθε πολιτικής αντίστασης ή χειραφέτησης από τα κάτω.

Την ίδια στιγμή που ενστερνίζονται τη ρητορική περί αντιδημοκρατικών μειοψηφιών, οι κριτικές, όχι τυχαία, αναπαράγουν και τον αφηρημένο φορμαλισμό του κυρίαρχου λόγου που αποκηρύσσει τη «βία από όπου και αν προέρχεται». Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο εντελώς έωλο επιχείρημα της κα. Παύλου για το τι θα έλεγαν οι «αντί-εξουσιαστές» αν κάποιοι έμπαιναν στις καταλήψεις τους. Το Κόκκινο είναι αυτή τη στιγμή όργανο της κυβέρνησης, δηλαδή ενός κρατικού θεσμού, ενώ οι καταλήψεις (ασχέτως των όποιων ορίων τους) είναι δομές ανταγωνιστικές στην κρατούσα κατάσταση. Επομένως μπορούν να μπουν σε ένα κοινό πεδίο σύγκρισης μόνο σε ένα εντελώς αφηρημένο επίπεδο «εισβολής σε μη-δημόσιο χώρο», κάτι που φυσικά αποψιλώνει τις πράξεις από αυτό που είναι. Καλώς ήρθατε στην αποσωματοποιημένη επικράτεια του φιλελεύθερου ιδεαλισμού.

Αυτό φυσικά που είναι το πλέον ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι ότι οι εν λόγω σχολιαστές ουσιαστικά αναπαράγουν την γραμμή που αυτή τη στιγμή ακολουθεί η κυβέρνηση, δηλαδή της αποφυγής ενασχόλησης με το περιεχόμενο. Αναμενόμενα χρησιμοποιήθηκε ως εκβιασμός το ίδιο ρητορικό τέχνασμα για την επάνοδο της (άκρο-)Δεξιάς, λες και δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, φασισμού ή χάους, λες και δεν είναι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ που παίζοντας το παιχνίδι της εθνικής σωτηρίας επιλέγει να ανταγωνιστεί τη Δεξιά με όρους που θα προκαλέσουν την άνοδο της σε περίπτωση αποτυχίας του. Δεν υποστηρίζω εδώ ότι όσοι επωνύμως επιτέθηκαν στην κατάληψη ακολουθούν μια κομματική γραμμή. Ο ισχυρισμός μου είναι ότι υπάρχουν ορισμένες αγωνίες και κάποιες (ρητές ή άρρητες) αντιλήψεις που συναντιούνται τόσο στην κυβέρνηση όσο και στους υποστηρικτές της. Υπό αυτή την έννοια πέρα από προβληματικές οι κριτικές είναι και συμπτωματικές.
Καταρχάς, αν οι «αναρχικοί» προκαλούν τον ΣΥΡΙΖΑ να τους καταστείλει, τότε από την σκοπιά των φιλοκυβερνητικών υπάρχει σαφέστατα μια αγωνία να μην υπάρξει βίαιη καταστολή. Δεν θεωρώ ότι είναι «όλοι ίδιοι» ούτε ότι οι διαφορές είναι μόνο αισθητικές. Ο αναρχικός χώρος όντως προάγει πολλές φορές μια μονολιθική αντίληψη του κράτους και της εξουσίας που είναι προβληματική. Αλλά από την άλλη, το (αστικό, σύγχρονο, καπιταλιστικό όπως τέλος πάντων και αν κάποιος το προσδιορίσει) κράτος έχει κάποιες σταθερές λειτουργίες, οι οποίες είναι εντελώς αφελές να θεωρηθεί ότι θα πάψουν να υφίστανται απλά και μόνο μέσω της εκλογής μια αριστερής κυβέρνησης (άσε που αυτοί που έχουν καίρια πόστα στον κρατικό μηχανισμό σήμερα δεν είναι και πολύ «αριστεροί»). Κάθε κράτος καταστέλλει και κωδικοποιεί, δυο λειτουργίες που είναι άμεσα συσχετιζόμενες, καθώς αυτό που καταστέλλεται είναι αυτό που διαφεύγει από τους κώδικες που δομούν την τάξη αναπαράστασης που χτίζει η κρατική μήχανη. Μια πολιτική αντίστασης ή χειραφέτησης εκ των πραγμάτων προκαλεί τη βία του κράτους, ή όπως θα έλεγε και ο Badiou (που αγαπάνε οι Συριζαίοι) είναι ίδιον μιας πολιτικής από τα κάτω να κάνει τη βία του κράτους πεπερασμένη, να της δίνει δηλαδή συγκεκριμένες, μετρήσιμες μορφές, πχ. μια διμοιρία ΜΑΤ. Η νυν κυβέρνηση αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα σαφέστατα και θέλουν η καταστολή να χρησιμοποιείται μόνο σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, και αντί αυτής να προκρίνεται η συναίνεση. Ένα τέτοιο όμως φιλελεύθερο όραμα δεν είναι πάντα εφικτό, ειδικά σε περιόδους αστάθειας, και για αυτόν το λόγο η καταστολή είναι δομικό στοιχείο του κράτους, ακόμα και του πλέον δημοκρατικού. Αυτό εύλογα παράγει αγωνία για τη στιγμή που ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους θα εκδηλωθεί, μια αγωνία που οξύνεται από το γεγονός ότι όπως έχουν τα πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να υλοποιήσει παρά ένα ελάχιστο κομμάτι του προγράμματος του. Κάποια στιγμή τα επικοινωνιακά παιχνίδια θα τελειώσουν και η κυβέρνηση θα πρέπει είτε να σηκώσει την πολιτική ευθύνη μιας (αβέβαιης και γεμάτη ρίσκα) ρήξης είτε να συνεχίσει και επίσημα πλέον τη λιτότητα, έστω και σε πιο χαλαρή μορφή. Στη δεύτερη περίπτωση ενδέχεται να υπάρξει κύμα αντιδράσεων το οποίο και προφανώς θα εγκαλέσει την κρατική βία. Αναμενόμενο είναι άνθρωποι αριστεροί που στηρίζουν την κυβέρνηση να μη θέλουν να γίνει κάτι τέτοιο. Αν λοιπόν επιτέθηκαν χυδαία σε μια κατάληψη που εν τέλει έλεγε στην κυβέρνηση να κάνει αυτό που υποσχόταν προεκλογικά, αυτό σε κάποιο βαθμό λειτουργεί ως μετάθεση.

Πέρα από την αγωνία για την ενσωμάτωση στον κρατικό μηχανισμό, τα προοδευτικά κείμενα που επιτέθηκαν στην κατάληψη φαίνεται να μοιράζονται με την κυβέρνηση και μια ορισμένη αντίληψη για τους αγώνες και τον ρόλο των κινημάτων. Αυτή η αντίληψη είναι καταρχάς λειτουργική καθώς οι αγώνες ορίζονται πλήρως σε σχέση με τα αιτήματα που προωθούν και το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Αλλά συγχρόνως αυτή η αντίληψη κατανοεί τους αγώνες και τα κινήματα με όρους έλλειψης: ένας αγώνας αναδύεται επειδή ένα κοινωνικό υποκείμενο και τα αιτήματα του δεν εκπροσωπούνται (άρα και δεν ικανοποιούνται) από τη κυβέρνηση. Παραδοσιακά επειδή η Αριστερά αξίωνε ότι αποτελεί το μοναδικό αυθεντικό αντιπρόσωπο του λαού η άνοδος της στην εξουσία σηματοδοτούσε και τη δικαίωση των αγώνων/κινημάτων δια της ενσωμάτωσης τους στο δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρητικά εκφράζει τη νέα τάση που αρθρώνει μια πιο διαλεκτική σχέση μεταξύ κινήματος-κυβέρνησης-κράτους. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η κυβέρνηση ανοίγει χώρους για τα κινήματα χωρίς όμως να επεμβαίνει στην αυτονομία τους, ενώ τα κινήματα πιέζουν την κυβέρνηση και γίνονται έτσι φορείς εκδημοκρατισμού.

Αυτή η αντίληψη, που αναδύθηκε στη Λατινική Αμερική, έχει φορεθεί πολύ αλλά, για την ώρα τουλάχιστον, είναι απλά ένα κενό σχήμα για να βαυκαλίζονται οι ριζοσπάστες διανοούμενοι που αγκάλιασαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί φυσικά η παρούσα κυβέρνηση να είναι πιο πορώδης σε πιέσεις σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Το θέμα όμως και πάλι δεν είναι να καταδειχθεί ότι είναι όλοι ίδιοι. Η ουσία είναι ότι, ξεχνώντας τις προεκλογικές της φανφάρες για «άμεση δημοκρατία», ο τρόπος που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα κινήματα και τους αγώνες επικυρώνει επί της ουσίας τον μερισμό του υπαρκτού που ορίζει ξεκάθαρα διακριτούς ρόλους για αυτούς που κυβερνάνε και για αυτούς που κυβερνώνται. Αυτό φυσικά δεν είναι τυχαίο, καθώς σε αντίθεση με τη Λατινική Αμερική ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανέβηκε στην εξουσία μέσα από ένα δυναμικό κίνημα αλλά όταν αυτό είχε εξαντληθεί, μια εξάντληση που η ίδια η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ εν μέρει εκφράζει. Ακόμα χειρότερα, είναι αδύνατο από τη μία να αποδέχεσαι την πρωτεύουσα σημασία των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και από την άλλη να δίνεις ουσιαστικούς χώρους στα κινήματα. Πίσω από τους λόγους περί στήριξης και υπομονής, πίσω από τα απλοϊκά σχήματα περί «επανάστασης που απέτυχε» και πολιτικού ρεαλισμού, βρίσκεται αυτή η ίδια αποδοχή της κρατούσας κατάστασης που σε δράσεις όπως μια κατάληψη βρίσκει την έμπρακτη αμφισβήτηση της.

Η ουσία του ζητήματος εν τέλει είναι το πως κατανοούμε την πολιτική ως συλλογική αυτενέργεια από τα κάτω και τη σχέση της με το κράτος και τους θεσμούς του. Η κυβέρνηση επιζητεί μια ευθυγράμμιση με διακριτούς και ξεκάθαρους ρόλους. Αυτή την ευθυγράμμιση υπερασπίζονται και οι φιλοκυβερνητικοί κύκλοι και καταλήγουν αφενός να κινούνται σε έναν φορμαλιστικό και αφηρημένο ιδεαλισμό και αφετέρου να αναπαράγουν αντιδραστικά επιχειρήματα ενάντια σε πολιτικές χειραφέτησης και αντίστασης. Δεν ξέρω αν οι κριτικές που διατυπώθηκαν είναι υστερόβουλες, πιθανότατα όχι. Αλλά αυτό τελικά δείχνει ακόμα περισσότερο τη φτώχεια του προοδευτικού λόγου όταν επιλέγει να φορέσει φιλοκυβερνητικό κοστούμι.

πηγή: http://www.provo.gr/h-ftoxia-ton-filokyvernhtikon-kiklon/ 

Ο Silence_Infinis συμμετέχει στην συλλογικότητα Κενό Δίκτυο


Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η περιπέτεια του απρόβλεπτου του Δημήτρη Χαλάτση























Εδώ και καιρό οι υπηρέτες των μηχανισμών εξουσίας και οι «μηχανικοί» της άρχουσας ιδεολογίας κατασκευάζουν τον κοινωνικό χώρο και τα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης με τα υλικά των νομοτελειών, της αναγκαιότητας και της προσχεδιασμένης κίνησης, προσπαθώντας πάντα να εξοβελίσουν από την πραγματικότητα το αστάθμητο, έτσι ώστε να καθορίζεται εκ των προτέρων το πολιτικό-κοινωνικό πεδίο αντιπαράθεσης χωρίς «εκπλήξεις».

Για την κυρίαρχη ιδεολογία, η κίνηση της ζωής, έστω και με κάποιες αντιφάσεις που είναι και αυτές προβλέψιμες, είναι μια κίνηση συνεχής και γραμμική, μια κίνηση ελεγχόμενη, προβλέψιμη και ορατή. Στην σημερινή πολιτική-κοινωνική συγκυρία (όπως και στο χώρο της τέχνης) το απρόβλεπτο απουσιάζει. Απουσιάζει όχι ως εικόνα, αλλά ως καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο κυρίαρχος λόγος έχει πλέον την δυνατότητα, όχι μόνον να ενσωματώνει αντιφάσεις και «παρεκκλίσεις» που αμφισβητούν την κυριαρχία του αλλά και να παράγει-κατασκευάζει τις αντιφάσεις και τις «παρεκκλίσεις» που εγγυώνται τη διατήρηση του. Δηλαδή κατά κάποιο τρόπο «κατασκευάζει» «πρωτοπορίες, επαναστάσεις, επαναστάτες, κρίσεις» κ.λπ. Οι σημερινές «πρωτοπορίες» (στην τέχνη και στην πολιτική) δεν είναι φορείς του απρόβλεπτου ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ως εχθρός κάθε τελεολογίας που είναι ταυτόχρονα τελεολογία της αρχής και του τέλους-σκοπού. Αυτό το απρόβλεπτο αναδύεται έτσι ως η κυρίαρχη εικόνα, μια εικόνα-θέαμα που απλώς αναπαράγει τον εαυτό της προκρίνοντας τον κοινωνικό αυτισμό ως το κυρίαρχο πρότυπο.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η κυρίαρχη ιδεολογία νοείται ως το «απόσταγμα» των κοινωνικών σχέσεων, διότι ο καπιταλισμός είναι κυρίως και πάνω από όλα κοινωνικές σχέσεις. Έτσι λοιπόν, οι «κατασκευασμένες» αυτές «πρωτοπορίες» προκύπτουν μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και είναι το αποτέλεσμα πολιτικο-κοινωνικών δομών, θεσμών, εθίμων κ.λ.π. Προκύπτουν μέσα από το συγκεκριμένο κάθε φορά θεσμικό σύστημα το οποίο προσπαθεί πάντα να ορίσει και τους όρους αμφισβήτησης του ηγεμονικού του λόγου.

Σε προηγούμενες εποχές οι μηχανισμοί εξουσίας προσπαθούσαν και κατάφερναν να ενσωματώσουν όποιον παράγοντα, «πρωτοπορία», ριζοσπαστικά πολιτικά και καλλιτεχνικά κινήματα ή και μεμονωμένους καλλιτέχνες αμφισβητούσαν την κυρίαρχη ιδεολογία και τον καπιταλισμό. Βέβαια, η ενσωμάτωσή τους αυτή σε πολλές περιπτώσεις επήλθε λόγω της «πολιτικής ήττας» που υπέστησαν και όχι αποκλειστικά λόγω της ικανότητας του συστήματος να τους ενσωματώσει. Στην σημερινή εποχή, το θεσμικό σύστημα δεν «τρέχει» πίσω από τις διάφορες «πρωτοπορίες» για να τις εγκλωβίσει και να τις ενσωματώσει αλλά τείνει να τις παράγει το ίδιο, με τους δικούς του φυσικά όρους και κανόνες.

Οι «μηχανικοί» του συστήματος προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός και μόνο ο ενταγμένος στο σύστημα λόγος έχει ενδεχομένως την ικανότητα να αντιπαρατεθεί απέναντί του. Στο σκηνικό όμως του συστήματος δεν επιτρέπεται η εισβολή του απρόβλεπτου. Μέσα στο στρατόπεδο του αντιπάλου έχει κάποιος μικρές δυνατότητες να αρθρώσει έναν αντισυστημικό λόγο, το μόνο δε που μπορεί να καταφέρει είναι να δώσει ένα εξαίσιο άλλοθι στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε την αντίσταση απέναντι στην κυριαρχία του αστισμού και του κεφαλαίου με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης και στρατηγικής η οποία θα αναπτύσσεται παράλληλα και απέναντι στο σύστημα και λιγότερο μέσα σε αυτό. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο λόγος που αναπτύσσεται απέναντι στο σύστημα δεν διαπερνάται από αντιφάσεις, ούτε ότι θα είναι ένας λόγος «κλειστός», ένας λόγος-φρούριο, που θα απομονώνει τις συλλογικότητες από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά πρέπει να εμπεριέχει το απρόβλεπτο ως απαραίτητο συστατικό μιας ανατρεπτικής διαδικασίας.

Ωστόσο, όσοι επιθυμούν να αναπτυχθούν καλλιτεχνικά κινήματα και συλλογικότητες που θα αμφισβητούν ουσιαστικά και με ριζοσπαστισμό το κυρίαρχο, οφείλουν να κινηθούν για να αναπτύξουν τέτοια κινήματα και συλλογικότητες, στρατευμένα κοινωνικά, με θεωρητική συνοχή και προγραμματική συνάφεια, διότι «από τα άλλα» έχουμε ήδη αρκετά. Οι περισσότεροι lifestyle – underground καλλιτέχνες και καλλιτεχνικές ομάδες δεν επιδιώκουν κάποια βασική κοινωνική αλλαγή. Στην πλειοψηφία τους είναι μικροαστοί που ανακάλυψαν τον ντανταϊσμό και τους καταστασιακούς, αφαιρώντας από τα κινήματα αυτά τον πολιτικό και τον ανατρεπτικό τους πυρήνα, φορώντας σήμερα και επιδεικνύοντας αυτάρεσκα το μοδάτο κοστούμι των νέο-καταστασιακών.

Οι συλλογικότητες που οφείλουν να αναπτυχθούν θα πρέπει να εγκαταλείψουν τις τελετουργικές διακηρύξεις και συναντήσεις και από ομάδες θεραπείας του μικροαστικού μαραμένου εγωισμού να μετατραπούν σε συλλογικότητες ακτιβιστικές που θα ασκούν ευθεία κριτική στον καπιταλισμό και θα βρίσκονται συνδεμένες με την κοινωνία.

πηγή: http://techni-en-kinisei.blogspot.gr/2015/03/blog-post_31.html