Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μανιφέστο Ενάντια στην Εργασία [Ομάδα Krisis]


















1. Η κυριαρχία της νεκρής εργασίας

Ένα πτώμα κυριαρχεί στην κοινωνία – το πτώμα της εργασίας. Όλες οι δυνάμεις της υφηλίου συμμάχησαν προκειμένου να υπερασπίσουν την κυριαρχία του: ο πάπας και η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Τόνυ Μπλερ και ο Γιεργκ Χάιντερ, συνδικάτα και επιχειρηματίες, γερμανοί οικολόγοι και γάλλοι σοσιαλιστές. Το μόνο σύνθημα που ξέρουν είναι: δουλειά, δουλειά, δουλειά! Όποιος δεν έχει ξεχάσει ακόμη να συλλογίζεται, θα συνειδητοποιήσει εύκολα τον παραλογισμό μιας τέτοιας στάσης. Διότι η κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η εργασία δεν αντιμετωπίζει κάποια προσωρινή κρίση· έρχεται αντιμέτωπη με το απόλυτο όριό της. Την επαύριο της μικροηλεκτρονικής επανάστασης, η παραγωγή πλούτου έγινε ολοένα και πιο ανεξάρτητη από την πραγματική ανάλωση της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης σε βαθμό που στο πρόσφατο παρελθόν μόνο η επιστημονική φαντασία θα μπορούσε να διανοηθεί. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται πλέον ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να σταματήσει ή πόσο μάλλον να αντιστραφεί. Η πώληση του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη στον 21o αιώνα είναι τόσο πολλά υποσχόμενη όσο αποδείχτηκε ότι ήταν η πώληση ιππήλατων ταχυδρομικών αμαξών στον 20ό αιώνα. Ωστόσο, όποιος δεν είναι ικανός να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη σ’ αυτήν την κοινωνία θεωρείται «πλεονάζων» και θα πεταχτεί στον κάλαθο των κοινωνικών αχρήστων.
Ο δε μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω. Αυτή η κυνική αρχή βρίσκεται ακόμα σε ισχύ· κι ακόμη περισσότερο στις μέρες μας, ακριβώς επειδή καθίσταται απελπιστικά απαρχαιωμένη. Είναι στ’ αλήθεια ένας παραλογισμός: ποτέ στο παρελθόν η κοινωνία δεν ήταν τόσο πολύ κοινωνία της εργασίας όσο είναι σήμερα που η ίδια η εργασία έχει γίνει πλεονάζουσα. Πάνω στο νεκροκρέβατό της η εργασία αποδεικνύεται μία ολοκληρωτική εξουσία που δεν ανέχεται άλλους θεούς δίπλα της. Καθώς διαποτίζει μέσα από τους πόρους της καθημερινής ζωής την ψυχή, η εργασία ελέγχει τόσο τη σκέψη όσο και την πράξη. Οποιαδήποτε δαπάνη ή κόπος είναι θεμιτός αρκεί να παραταθεί τεχνητά η διάρκεια ζωής του «ειδώλου της εργασίας». Η παρανοϊκή κραυγή για «απασχόληση» δικαιολογεί την καταστροφή των φυσικών πόρων με πιο εντατικούς ρυθμούς, παρ’ όλο που οι ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα έχουν γίνει αντιληπτές εδώ και πολύ καιρό. Ακόμη και τα έσχατα εμπόδια για την πλήρη εμπορευματοποίηση οποιασδήποτε κοινωνικής σχέσης μπορεί να αρθούν άκριτα, αρκεί να υπάρχει η πιθανότητα να δημιουργηθούν κάποιες άθλιες «θέσεις εργασίας». Το σύνθημα «μια οποιαδήποτε δουλειά είναι καλύτερη από το να μην υπάρχει δουλειά» έγινε η ομολογία πίστης που απαιτείται από τον καθένα στις μέρες μας.
Όσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι η κοινωνία της εργασίας πλησιάζει στο τέλος της, τόσο και πιο βίαια απωθείται η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος από τον δημόσιο λόγο. Οι μέθοδοι της απώθησης μπορεί να διαφέρουν, αλλά μπορούν να συνοψιστούν σ’ έναν κοινό παρονομαστή. Το παγκοσμίως προφανές γεγονός ότι η εργασία αποδεικνύεται ένας παράλογος αυτοσκοπός, επανερμηνεύεται πεισματικά ως ατομική ή συλλογική αποτυχία ατόμων, εταιρειών, ή ακόμα και ολόκληρων «αναπτυξιακών» περιοχών, λες και ο κόσμος έχει καταληφθεί από μία καθολική έμμονη ιδέα. Ο αντικειμενικός δομικός φραγμός της εργασίας οφείλει να εμφανιστεί ως υποκειμενικό πρόβλημα όσων έχουν ήδη αποκλειστεί.
Κι ενώ μερικοί άνθρωποι θεωρούν την ανεργία αποτέλεσμα υπερβολικών απαιτήσεων, χαμηλών επιδόσεων ή έλλειψης ευελιξίας, για άλλους οφείλεται στην ανικανότητα, τη διαφθορά ή την απληστία των πολιτικών ή των διευθυντικών στελεχών “τους”, συμπεριλαμβανομένης της ροπής αυτών των “ηγετών” να ακολουθούν πολιτικές “απάτης”. Στο τέλος, όλοι συμφωνούν με τον Ρόμαν Χέρτσογκ, πρώην πρόεδρο της Γερμανίας, ο οποίος είπε: «Σ’ ολόκληρη τη χώρα όλοι πρέπει να συνεργαζόμαστε», λες και το πρόβλημα ήταν η παρακίνηση, ας πούμε, μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ή μιας πολιτικής σέχτας. Ο καθένας και η καθεμία οφείλει να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, ακόμα κι αν οι δουλειές έχουν γίνει αέρας κοπανιστός. Το ζοφερό μετα-μήνυμα αυτών των προτροπών δεν μπορεί να παρερμηνευτεί: όσοι παρ’ όλα αυτά αποτύχουν να εξασφαλίσουν την εύνοια του «ειδώλου της εργασίας» θα επωμιστούν τις ευθύνες, θα ξεγραφτούν και θα παραγκωνιστούν.
Ο νόμος αυτός της ανθρωποθυσίας ισχύει σε παγκόσμια κλίμακα. Η μια χώρα μετά την άλλη συνθλίβεται κάτω από την μπότα του οικονομικού ολοκληρωτισμού, αποδεικνύοντας έτσι τη μία και μοναδική “αλήθεια”: Η χώρα παραβίασε τους λεγόμενους «νόμους της οικονομίας της αγοράς». Η λογική της κερδοφορίας θα τιμωρήσει όποια χώρα δεν εναρμονιστεί απολύτως, χωρίς ενδοιασμούς για τις απώλειες, με τις τυφλές διεργασίες του καθολικού ανταγωνισμού. Οι λαμπροί ελπιδοφόροι τού σήμερα είναι τα επιχειρηματικά σκουπίδια τού αύριο. Ωστόσο, οι κυρίαρχοι ψυχωτικοί της οικονομίας διατηρούν ακλόνητη την αλλόκοτη κοσμοθεωρία τους. Εν τω μεταξύ, τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ανακηρύχτηκαν λίγο-πολύ κοινωνικά απόβλητα. Το ένα καπιταλιστικό «αναπτυξιακό» κέντρο μετά το άλλο συντρίβεται. Μετά την καταστροφική κατάρρευση των αναπτυσσόμενων χωρών του Νότου και μετά την αποτυχία του κρατικο-καπιταλιστικού τμήματος της παγκόσμιας κοινωνίας της εργασίας στην Ανατολή, οι υποδειγματικοί μαθητές του οικονομικού μοντέλου της Ανατολικής Ασίας παραδόθηκαν στην λήθη. Ακόμα και στην Ευρώπη εξαπλώνεται ήδη ο κοινωνικός πανικός. Παρ’ όλα αυτά, οι δονκιχώτες της πολιτικής και του μάνατζμεντ συνεχίζουν όλο και πιο αδυσώπητα τη σταυροφορία στο όνομα του «ειδώλου της εργασίας».

Το προτεινόμενο αξίωμα είναι ότι καθένας θα πρέπει να μπορεί να ζήσει από την εργασία του. Επομένως, το να μπορεί να ζήσει κανείς υπόκειται σ’ έναν όρο, και δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, Βάσεις του φυσικού νόμου σύμφωνα με τις αρχές της επιστημονικής θεωρίας, 1797

2. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία του απαρτχάιντ

Καθώς η επιτυχημένη πώληση του εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» γίνεται η εξαίρεση παρά ο κανόνας, μια κοινωνία προσηλωμένη στην παράλογη αφηρημένη έννοια της εργασίας οδηγείται αναπόφευκτα στο να αναπτύξει μια τάση για κοινωνικό απαρτχάιντ. Όλες οι φράξιες της ευρείας διακομματικής συναίνεσης σχετικά με την εργασία, με άλλα λόγια το στρατόπεδο της εργασίας, αποδέχτηκαν στα κρυφά εδώ και καιρό αυτή τη λογική και τη στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις. Δεν υπάρχει καμία διαμάχη για το αν όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού θα εξωθηθούν στο περιθώριο και θα αποκλειστούν από την κοινωνική συμμετοχή· υπάρχει διαμάχη μόνο για το πώς θα επιβληθεί αυτή η κοινωνική επιλογή.
Η νεοφιλελεύθερη φράξια εμπιστεύεται αυτή τη βρόμικη κοινωνικοδαρβινιστική δουλειά στο «αόρατο χέρι» των αγορών. Η αντίληψη αυτή αξιοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, εξοστρακίζοντας όσους αδυνατούν να ακολουθήσουν την ξέφρενη κούρσα του ανταγωνισμού. Η ποιότητα του να είσαι άνθρωπος απονέμεται μόνο σε όσους ανήκουν στην ξιπασμένη αδελφότητα των νικητών της παγκοσμιοποίησης. Περιττό να πούμε ότι ο καπιταλιστικός αυτοσκοπός απαιτεί όλους τους φυσικούς πόρους του πλανήτη. Κι όταν αυτοί δεν μπορούν πλέον να επιστρατευτούν στην υπηρεσία του κέρδους, πρέπει να μείνουν αχρησιμοποίητοι ακόμη κι αν ολόκληροι πληθυσμοί εξολοθρεύονται από την πείνα.
Η αστυνομία, διάφορες σωτηριολογικές αιρέσεις, η Μαφία και τα συσσίτια των φιλόπτωχων σωματείων αναλαμβάνουν την ευθύνη αυτών των ενοχλητικών ανθρώπινων αποβλήτων. Στις ΗΠΑ και στις περισσότερες χώρες της κεντρικής Ευρώπης υπάρχουν περισσότεροι φυλακισμένοι απ’ ό,τι σε μια τυπική στρατιωτική δικτατορία. Στη Λατινική Αμερική εκτελούνται καθημερινά από ανεξέλεγκτα αποσπάσματα θανάτου περισσότερα παιδιά του δρόμου και άλλοι φτωχοί απ’ ό,τι διαφωνούντες στις χειρότερες περιόδους πολιτικής καταπίεσης. Έχει απομείνει μία μόνο κοινωνική λειτουργία για τους εξοστρακισμένους: να αποτελούν το παράδειγμα προς αποφυγή. Η μοίρα τους προορίζεται απλώς να κεντρίσει όσους συμμετέχουν ακόμη στον ξέφρενο ανταγωνισμό για τ’ αποφάγια του κοινωνικού κράτους. Ακόμα και οι αποτυχημένοι πρέπει να κρατιούνται σε αγχώδη κινητικότητα έτσι ώστε να μην τους περάσει καν από το μυαλό η ιδέα να εξεγερθούν ενάντια στους αφόρητους καταναγκασμούς που αντιμετωπίζουν.
Και όμως, ακόμα και με το τίμημα της αυτοεξόντωσης, ο θαυμαστός καινούριος κόσμος της ολοκληρωτικής οικονομίας της αγοράς θα παρέχει στους περισσότερους ανθρώπους μονάχα μια ζωή μέσα στις σκιές, μια ζωή ανθρώπων-σκιών σε μια “σκιώδη” οικονομία. Σαν χαμηλόμισθοι σκλάβοι και δημοκρατικοί δουλοπάροικοι της «κοινωνίας παροχής υπηρεσιών», θα πρέπει να υπηρετούν ταπεινωμένοι τους καλοζωισμένους νικητές της παγκοσμιοποίησης. Οι σύγχρονοι «εργαζόμενοι φτωχοί» μπορούν να γυαλίζουν τα παπούτσια των τελευταίων επιχειρηματιών της θνήσκουσας κοινωνίας της εργασίας, μπορούν να τους πουλούν βρομερά χάμπουργκερ, ή μπορούν να καταταγούν στις υπηρεσίες security για να φυλάνε τα εμπορικά τους κέντρα. Όσοι έχουν παραιτηθεί από το να σκέφτονται μπορούν να ονειρεύονται την αναρρίχησή τους στη θέση ενός εκατομμυριούχου της βιομηχανίας των υπηρεσιών.
Εν τω μεταξύ, στις αγγλοσαξονικές χώρες αυτό το τρομακτικό σενάριο είναι ήδη πραγματικότητα, όπως εξάλλου και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και στην ανατολική Ευρώπη· και η Ευρωζώνη πρόκειται να ακολουθήσει με γοργά βήματα. Οι σχετικές οικονομικές εφημερίδες δεν κρύβουν το πώς φαντάζονται το μέλλον της εργασίας. Τα παιδιά στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που καθαρίζουν παρμπρίζ αυτοκινήτων σε μολυσμένα σταυροδρόμια παρουσιάζονται ως λαμπρά παραδείγματα «επιχειρηματικής πρωτοβουλίας» και θα αποτελέσουν υπόδειγμα για τους άνεργους στην αντίστοιχη τοπική «έρημο των υπηρεσιών». «Υπόδειγμα για το μέλλον είναι το άτομο ως επιχειρηματίας της ίδιας του της εργασιακής δύναμης, καθώς αναλαμβάνει την πρόνοια του εαυτού του και καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνο για το σύνολο της ζωής του», λέει η «Επιτροπή για τα μελλοντικά κοινωνικά ζητήματα των ελεύθερων κρατιδίων της Βαυαρίας και της Σαξονίας». Και συμπληρώνει: «Θα υπάρξει μεγαλύτερη ζήτηση για κοινές υπηρεσίες προσωπικής και οικιακής φροντίδας, αν οι παρεχόμενες υπηρεσίες γίνουν φθηνότερες, αν δηλαδή ο “πάροχος των υπηρεσιών” παίρνει χαμηλότερο μισθό». Σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν αυτοσεβασμό, μια τέτοια δήλωση θα ξεσήκωνε κοινωνική εξέγερση. Όμως, σ’ έναν κόσμο υποτακτικών δουλευταράδων θα προκαλέσει απλώς ένα νεύμα ανήμπορης συγκατάνευσης.

Ο απατεώνας κατέστρεψε την εργασία παρ’ όλο που άρπαξε το μισθό ενός εργάτη. Τώρα θα πρέπει να εργαστεί χωρίς μισθό και την ίδια στιγμή να ονειρεύεται μέσα στο κελί του ότι ευλογείται από την επιτυχία και το κέρδος. […] Μέσω της καταναγκαστικής εργασίας θα εκπαιδευτεί να εργάζεται ενάρετα σαν να ασκεί μία ελεύθερη προσωπική δραστηριότητα.
Βίλχελμ Χάινριχ Ρηλ, Η γερμανική εργασία, 1861


Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

"Τα Εξάρχεια δεν είναι για όλους. Και καλά κάνουν." του Σπύρου Δαπέργολα





















Ας αναρωτηθεί ο καθένας και η καθεμιά, σε περίπτωση που είναι μισθωτός/η, άνεργος/η, φτωχός/η χωρίς άκρες, χωρίς θέση εξουσίας χωρίς μια Lifestyle αναγνωρίσιμη μούρη πόσα είναι τα μέρη στα οποία του απαγορεύεται η πρόσβαση.
Βέβαια δεν υπάρχει κανένας νόμος που να σε εμποδίζει να κυκλοφορείς στο Κολωνάκι: η οικονομική αδυναμία είναι αυτή που δεν σε αφήνει να κανείς κάτι περισσότερο από το να οδηγείς το παπί σου στους δρόμους του.
Δεν θα σου ρίξουν πόρτα αν δοκιμάσεις να κολυμπήσεις σε διάφορες γραφικές παραλίες της Αττικής: είναι η κλειστή πόρτα από το το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας του καπιταλιστή που έχτισε τη βίλα του πάνω στο κύμα που θα σε σταματήσει. Και στην Πολιτεία μπορείς να περπατήσεις και στο Καστρί και στην Εκάλη. Ακόμα κι αν δεν σε σταματήσει το σεκιούριτι (και η εργασία είναι ιερό δικαίωμα, το λέει και το σύνταγμα… ) γρήγορα θα αντιληφθείς ότι αυτά τα μέρη δεν είναι για σένα όσο δεν καταφέρνεις να γίνεις αφεντικό, κρατικός αξιωματούχος, σοβαρός μαφιόζος, Lifestyle παράσιτο ή έως ότου υπομονετικά βάλεις στην άκρη βασικούς μισθούς μερικών εκατοντάδων ετών.
Υπάρχουν μέρη που δεν είναι για όλους, που δεν είναι για αυτούς που βρίσκονται στην βάση της κοινωνίας. Που δεν είναι για τους πολλούς.
Πόσα είναι στην τελική αυτά τα μέρη; Θα αναρωτηθεί η κοινή λογική.
Ελάχιστα. Πραγματικά, πολύ λίγα σε όλη την ελληνική επικράτεια
Όπως ελάχιστοι είναι κι αυτοί που έχουν πλήρη πρόσβαση σε αυτά. Την δυνατότητα (γιατί εκεί είναι το θέμα και όχι στις αστικές κενοδοξίες περί “δικαιωμάτων”) να μπορέσουν να τους κάνουν χρήση.
Τα ελάχιστα αυτά μέρη στα οποία η “πλέμπα”, το “πόπολο”, οι προλετάριοι, (οι δικοί μας δηλαδή) δεν μπορούν να πάνε δεν είναι άλλο από τα συμβολικά “βασιλικά κτήματα” της εξουσίας, εκεί που η νέα αριστοκρατία της αστικής τάξης και του κράτους κυνηγάει τα δικά της, τα αποκλειστικά δικά της “ελάφια”, κατά το πρότυπο της φεουδαρχίας. Τόποι που εκτός από το να εξασφαλίζουν καλοπέραση και ασφάλεια για την άρχουσα τάξη, μέσα από καθεστώς της εξαίρεσης, συμβολίζουν την δύναμη και την εξουσία της παντού.
Και τι έγινε στην τελική, υπάρχουν πολύ καλύτερες αμμουδιές από την Ψαρού και μάλιστα τσάμπα. Η Αθήνα είναι γεμάτη μαγαζιά που όσοι έχουν ακόμα ένα μισθό μπορούν να πάνε, οι περισσότερες παραλίες στην αττική είναι ακόμα άχτιστες και χωρίς πλαζ.
Πράγματι υπάρχουν τόσα ελεύθερα βουνά που κάνουν την Αράχωβα να δείχνει δυστοπία με αυθαίρετα. Σε κανέναν από τους πολλούς (με εξαίρεση προφανώς αυτούς που τυχαίνει να ζούν εκεί που “ο βιομήχανος κλείνει μια παραλία”) δεν λείπουν τα κάθε λογής βασιλικά κτήματα. Δεν είναι αυτός ο λόγος που τα ζηλεύουν τόσοι πολλοί εκμεταλλευόμενοι και τα στραβοκοιτάνε κάποιοι άλλοι λίγοι.
Όπως δεν είναι αυτός και ο λόγος που πολιτικοί, καθεστωτικοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι ωρύονται για το “άβατο των Εξαρχείων”. Πέρα από ελάχιστους δεν έχουν κανένα λόγο να θέλουν να κυκλοφορήσουν στα Εξάρχεια.
Το πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι πως αντίθετα από ότι πιστεύουν οι θαμώνες των “βασιλικών κτημάτων”, ούτε αυτοί τελικά έχουν άνετη πρόσβαση παντού στην κοινωνία την οποία δυναστεύουν.
Και το να υπάρχει στο εσωτερικό μιας κατακτημένης περιοχής ένας θύλακας εχθρικός για τους κατακτητές είναι πάντα, από την αυγή της οικονομικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής εξουσίας ένα καμπανάκι κινδύνου.
Όποιος δεν εξαρτά την ενημέρωσή του από τα δελτία των 8.00 γνωρίζει καλά ότι την εξουσία στα Εξάρχεια την έχει το ελληνικό κράτος και το οικονομικό σύστημα που υπάρχει στην περιοχή είναι ο καπιταλισμός.
Ούτε εκεί αν δεν έχεις φράγκο μπορείς να φας σε ένα εστιατόριο, πολύ περισσότερο στους “Γιάντες”. Δεν υπάρχουν μπλόκα στους δρόμους, ούτε τελωνειακοί σταθμοί κατά την είσοδο (αν και υπάρχουν διμοιρίες των ΜΑΤ με το ανάλογο ύφος). Αρκετοί πλούσιοι ζουν στην περιοχή, ενώ η “ντόπια αστική τάξη του κρατιδίου” (βασικά η βιοτεχνία της διασκέδασης) μια χαρά κονομάει, μπορεί μάλιστα κατά καιρούς να πουλάει και (αληθινή ή μαϊμού) προοδευτικότητα για κάποια ζητήματα ενώ ταυτόχρονα δεν κολλάει ένσημα στους εργάτες της.
Αυτό που διαφοροποιεί τα Εξάρχεια είναι η ιστορική παρουσία του συγκεκριμένου πολιτικοκοινωνικού υποκειμένου και η σφραγίδα που άφησε επί δεκαετίες και αφήνει καθημερινά στην περιοχή. Ένα πολυσχιδές υποκείμενο το ισχυρότερο αλλά όχι πλειοψηφικό κομμάτι του οποίου είναι οι αναρχικοί ( μικρό κομμάτι του αναρχικού κινήματος σε επίπεδο πρωτεύουσας).
Από τις μεγαλύτερες γειτονιές διασκέδασης στο λεκανοπέδιο, συχνά υπο στρατιωτική αστυνομική κατοχή, τα Εξάρχεια είναι το αθηναϊκό μεταπολιτευτικό αντίστοιχο της “αριστερής όχθης” που φυτρώνει στις δυτικές μητροπόλεις. Με το underground στοιχείο, με τη νεολαία, με τη νύχτα,με τους “επαναστάτες” και με τις χιλιάδες αντιφάσεις που ενδημούν στις “αριστερές όχθες” και που συνήθως αποσιωπούνται στις ιστορικές αγιογραφίες τους.. Είναι μια συγκεκριμένη ισορροπία με υλικό όμως χαρακτήρα.
Αυτή η ισορροπία διάκειται εχθρικά σε ανθρώπους της εξουσίας, σε θεματοφύλακες του νόμου, σε φασίστες. Όσοι φαντάζονται ότι πρόκειται για κάποια τουριστική ατραξιόν μπορούν να βρεθούν σε κίνδυνο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εκεί επενδύει ένα μέρος της ζωής του ένα κομμάτι της κοινωνίας το οποίο έχει βρει σοβαρούς λόγους να αντιπαλεύει την εξουσία και τους ανθρώπους της. Εκεί η διάχυτη συνθήκη κάνει το ακριβό αυτοκίνητο στόχο αντί για ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, οι επιδείξεις πλούτου δεν εκτιμώνται ιδιαίτερα, τουλάχιστον αυτές που δεν έχουν τη σοφία να μεταμφιεστούν σε μποέμ. Εκεί οι μαφιόζοι αναγκάζονται να βγουν από την αφάνεια “και να κάνουν πιο πέρα” γιατί κάποιοι κουτσά στραβά στέκονται απέναντί τους, εκεί ο αστυνομικός φυλάει κάπως τα νώτα του.
Εν κατακλείδι τα Εξάρχεια είναι μια κατακτημένη περιοχή, υπο πλήρη κρατικό έλεγχο και με συνθήκες άγριου καπιταλισμού στην οποία όμως έχει κερδηθεί ένα έδαφος ελευθερίας. Κι η ελευθερία δαγκώνει.
Είναι κατανοητό να σκανδαλίζεται ο κάθε πολιτικός ή δημοσιογράφος επειδή υπάρχει ένας τόπος που τον εχθρεύεται ακριβώς γιατί είναι στην κορυφή της πυραμίδας, ένας τόπος που η “αναγνωρισιμότητα” αντί να ανοίγει πόρτες φέρνει σφαλιάρες. Είναι λιγότερο κατανοητό αυτή η στάση να εκφράζεται από ανθρώπους της άλλης άκρης της πυραμίδας. Δεν είναι καθόλου κατανοητές διάφορες σχιζοφρενικές κριτικές που αντιμετωπίζουν τους αναρχικούς σαν κάποιου είδους κυβέρνηση των Εξαρχείων ή τα Εξάρχεια σαν την προδομένη Εδέμ της αναρχίας.
“Σοσιαλισμός” σε μία μόνο γειτονιά είναι ανέφικτος και μέχρι η κοινωνία να αποφασίσει να καταλάβει συνολικά “την γή της” είναι ελπίδα για την κοινωνία να υπάρχουν τόποι στον αστικό ιστό που η ζωή για τους από πάνω γίνεται λίγο πιο δύσκολη. Ακόμα κι αν αυτή η δυσκολία περιορίζεται στο να πρέπει να αλλάξουν εστιατόριο, ή να πρέπει να παρκάρουν την πόρσε σε κάποιο πάρκινγκ περιμετρικά ή να πρέπει να μεταφέρουν την πιάτσα των ναρκωτικών “πιο κάτω”.
Και για όλους τους λόγους είναι καλό να συνεχίσουν τα Εξάρχεια να είναι αυτό που είναι και να κάνουν τον εαυτό τους πολλά περισσότερα ακόμα.
Κι ακόμα καλύτερα, να γίνουν κι άλλα Εξάρχεια, σε άλλα σημεία της πόλης . Κι άλλοι τόποι πολιτικής ζύμωσης, κι άλλοι τόποι συγκέντρωσης ακηδεμόνευτης έκφρασης, κοινωνικού και πολιτικού πλούτου, να γίνουν περισσότερα τα μέρη στα οποία οι εμβληματικές φιγούρες της άλλης πλευράς του κοινωνικού πολέμου θα μπορούν να βγουν για λίγο από το πετσί του ρόλου του κυνηγού και να νοιώσουν όπως νοιώθουν οι πολλοί: θηράματα.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Διακινητές μεταναστών: «τέρατα» ή «σωτήρες»; της Ανν Γκάλαχερ























Η παράνομη διακίνηση μεταναστών αποτελεί μια σκληρή και εκμεταλλευτική πρακτική, εντούτοις συχνά είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει κανείς από τη φτώχεια ή τον πόλεμο. Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος προϋποθέτει μια θεμελιακή επανεξέταση των καθεστώτων μετανάστευσης, περιλαμβανομένης και της πολιτικής για τους πρόσφυγες.

Για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που επιθυμούν ή πρέπει να μεταναστεύσουν, οι επιλογές γίνονται σταδιακά όλο και πιο δύσκολες, επικίνδυνες και ακριβές. Η νόμιμη πρόσβαση στους προορισμούς που προτιμάν αποτελεί πια επιλογή μόνο για τους λίγους προνομιούχους. Οι υπόλοιποι ωθούνται στις ανοιχτές αγκαλιές αυτών που μπορούν να τους βοηθήσουν παρακάμπτοντας τα αυξανόμενα μέτρα ελέγχου και αποτροπής. Η παράνομη διακίνηση μεταναστών (η διασυνοριακή μεταφορά ανθρώπων με αντάλλαγμα το κέρδος) είναι, σύμφωνα με τις σχετικές εκθέσεις, μια από τις γρηγορότερα αναπτυσσόμενες και πιο επικερδείς μορφές οργανωμένου εγκλήματος. Είναι επίσης πολύ ευέλικτη, καθώς ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις αλλαγές της ζήτησης, των κατασταλτικών και νομοθετικών πιέσεων. Για παράδειγμα, χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, και όχι στη δράση των ανθρωπιστικών οργανώσεων, έγινε δυνατή η έξοδος εκατομμυρίων Σύριων από τη χώρα τους τα τελευταία χρόνια.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως οι περισσότεροι μετανάστες που φεύγουν μη νόμιμα από τη χώρα τους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των παράνομων διακινητών σε κάποιο στάδιο του ταξιδιού τους: τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν ξεκάθαρα του κόστους και των κινδύνων. Ειδικά για τους πρόσφυγες, οι παράνομοι διακινητές έχουν συχνά ζωτική σημασία, μια και οι νόμοι απόδοσης ασύλου απαιτούν από αυτούς που ζητούν προστασία να βρίσκονται εκτός της χώρας προέλευσής τους. Οι χώρες στις οποίες οι πρόσφυγες φτάνουν εύκολα είναι συνήθως ακατάλληλες ή απρόθυμες να τους προσφέρουν την προστασία και τη στήριξη που χρειάζονται. Οι παράνομοι διακινητές προσφέρουν στους πελάτες τους τη δυνατότητα να επηρεάσουν προς όφελός τους τις ελάχιστες πιθανότητες που σχεδόν πάντα έχουν ξεκινώντας το ταξίδι τους. Οι υπερασπιστές των προσφύγων το ξέρουν καλά αυτό, κι έτσι η υποστήριξή τους στον πόλεμο κατά της «διευκόλυνσης της παράτυπης μετανάστευσης» είναι πολύ διστακτική. Ο Τζέιμς Σ. Χάθαγουεϊ, ένας από τους κορυφαίους μελετητές του προσφυγικού δικαίου, έχει υποστηρίξει πως «οι παράνομοι διακινητές παίζουν έναν κρίσιμο ρόλο βοηθώντας τους πρόσφυγες να φτάσουν σε κάποιο ασφαλές μέρος». Απόψεις σαν του Χάθαγουεϊ μπορεί να διατυπώνονται σπάνια, αλλά δεν είναι ασυνήθεις.
Όταν κανείς βλέπει τόσο καταφανείς αδικίες σε τόσα μέρη του κόσμου, ίσως να μπει στον πειρασμό να ειδωλοποιήσει αυτούς που προσφέρουν μια έξοδο στους πληττόμενους πληθυσμούς. Αλλά μια τέτοια σκέψη θα ήταν συναισθηματική και αφελής. Ξέρουμε αρκετά πώς δουλεύει η παράνομη διακίνηση, για να συναισθανόμαστε πως δεν πρόκειται για κάποια σύγχρονη ανθρωπιστική επιχείρηση, μια εκδοχή της κινηματογραφικής «Λίστας του Σίντλερ». Πρόκειται, αντίθετα, για μια άθλια και ποταπή δραστηριότητα, με μοναδικό στόχο το χρηματικό κέρδος, ενώ συχνά βάζει σε σοβαρό κίνδυνο την ασφάλεια ή και τη ζωή όσων εμπλέκονται. Καθώς τα διακυβεύματα έχουν αυξηθεί, αναφέρονται ολοένα και συχνότερα περιστατικά βίας και κακοποίησης. Κάθε χρόνο, χιλιάδες μετανάστες πνίγονται προσπαθώντας να διασχίσουν τη Μεσόγειο για την Ευρώπη: παρατημένοι στα ανοιχτά πάνω σε αναξιόπλοα, και συχνά ανεπάνδρωτα σκάφη, παρότι έχουν πληρώσει πανάκριβα για το ταξίδι. Αντίστοιχες ιστορίες αφηγούνται και αυτοί που προσπαθούν να φτάσουν στην Αυστραλία από ενδιάμεσους σταθμούς στην Ινδονησία, όπως κι εκείνοι που προσπαθούν να μπουν στις ΗΠΑ διασχίζοντας το απέραντο και αφιλόξενο νότιο σύνορό τους.
Η «διευκόλυνση» της μετανάστευσης πολύ συχνά μετατρέπεται σε ανήκουστη κακομεταχείριση και εκμετάλλευση. Πολλοί Σομαλοί και Αιθίοπες πρόσφυγες που διακινούνται μέσω του Κέρατος της Αφρικής πέφτουν θύματα σωματικής βίας, σεξουαλικών επιθέσεων, εκβιασμών, εμπορίας ανθρώπων και φυλακίσεων από εθνικές αρχές (goo.gl/MW4zUJ). Σε μια τραγωδία που έχει μείνει ντροπιαστικά εκτός επικαιρότητας, χιλιάδες γυναίκες μετανάστριες από την ίδια περιοχή απλώς εξαφανίστηκαν, πιθανότατα θύματα απαγωγής για εκμετάλλευση (goo.gl/NKd9tC). Η Μεξικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει διατυπώσει τον απίστευτο ισχυρισμό ότι περίπου 20.000 από τους μετανάστες που προσπαθούν να μπουν στις ΗΠΑ απάγονται κάθε χρόνο και ζητούνται λύτρα για την απελευθέρωσή τους (goo.gl/gmVEHO).
Η κοινή γνώμη, ήδη ανήσυχη για την παράτυπη μετανάστευση, μπορεί εύκολα να αποδεχτεί τη δράση ενάντια στους παράνομους διακινητές, καθώς μάλιστα δεν είναι τόσο μια επίθεση στους μετανάστες καθαυτούς όσο σε εκείνους που εκμεταλλεύονται την αδυναμία και την απελπισία τους. Υπογραμμίζοντας τη σύνδεση με το διεθνές οργανωμένο έγκλημα, τα κράτη μπορούν πιο εύκολα να χαρακτηρίσουν την παράνομη διακίνηση μεταναστών απειλή για τη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια. Αυτό με τη σειρά του βοηθά στη δικαιολόγηση της αυστηροποίησης των συνοριακών ελέγχων, καθώς και της εντεινόμενης στρατιωτικοποίησης όλων των επόψεών τους.
Παρά την αυξανόμενη ενημέρωση για την κλίμακα και τη σοβαρότητα της εκμετάλλευσης των μεταναστών, η διεθνής αντίδραση στην παράνομη διακίνησή τους είναι μέχρι στιγμής ασυντόνιστη και αντιφατική. Τα μέτρα προστασίας όσων υφίστανται ακραία εκμετάλλευση (π.χ. νόμοι κατά της εμπορίας ανθρώπων) σπάνια εφαρμόζονται όταν τα θύματα είναι παράτυποι μετανάστες. Το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της Παράνομης Διακίνησης Μεταναστώνυποχρεώνει τα κράτη να ποινικοποιούν αυτή τη δραστηριότητα. Ωστόσο, το εργαλείο αυτό ελάχιστα συνεισφέρει στη διάλυση της γενικευμένης πεποίθησης ότι η παράνομη διακίνηση είναι έγκλημα κατά του κράτους, και ότι οι παράτυποι μετανάστες είναι συνένοχοι στην ίδια τους την κακοτυχία, και όχι θύματα που δικαιούνται προστασία και στήριξη. Πολλά κράτη έχουν, ούτως ή άλλως, απορρίψει τη σχετικά μετριοπαθή προσέγγιση του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ. Και αγνοούν το γράμμα και το πνεύμα των διεθνών τους δεσμεύσεων, κλείνοντας μυστικές συμφωνίες και νομικά αμφιλεγόμενες επιχειρήσεις που στοχεύουν στην απώθηση των διακινητών και την αποτροπή των μεταναστών από τη χρήση των υπηρεσιών τους.
Οπότε, τι μπορεί να γίνει; Δυστυχώς, όχι πολλά. Ο αριθμός των ανθρώπων που επιθυμούν –ή αναγκάζονται– να μετακινηθούν δεν δείχνει να μειώνεται· αντίθετα, πιθανότατα, θα αυξηθεί. Ακόμα και τα κράτη με τις καλύτερες προθέσεις θα αποδειχθούν ανίκανα να απορροφήσουν αυτές τις ροές χωρίς τεράστιο κόστος και σημαντική κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Απούσης μιας γνήσιας συνεργασίας βασισμένης στην εμπιστοσύνη και σε μια αίσθηση μοιρασμένης ευθύνης, τα κίνητρα για κάποια αλλαγή είναι ελάχιστα: το κράτος που θα δείξει μεγαλύτερη προθυμία, για παράδειγμα διασώζοντας μετανάστες που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα, θα επωμισθεί αναπόφευκτα δυσανάλογο φορτίο.
Η παράτυπη, διευκολυνόμενη μετανάστευση είναι ένα έμπρακτο παράδειγμα αυτού που αποκαλείται «ανεπίλυτο πρόβλημα»: πρόβλημα που ανθίσταται στην επίλυσή του, συνήθως γιατί είναι μεταβλητό και ασαφές, και γιατί αποτελεί σύμπτωμα άλλων παραγόντων που με τη σειρά τους ανθίστανται στην αλλαγή. Στο περίπτωσή μας, αυτοί οι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, αυτή καθαυτή η ύπαρξη των κρατών, οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ τους, οι στρεβλώσεις της αγοράς που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και αγαθών αλλά όχι και εργαζομένων, καθώς και ένα δυσλειτουργικό και στρεβλά εφαρμοζόμενο καθεστώς ασύλου που επιβραβεύει μονάχα όσους μετακινούνται. Η προκύπτουσα κατεύθυνση των πραγμάτων είναι στην ουσία απρόσβλητη σε οποιαδήποτε αντίδραση εκτός από την πιο δρακόντεια: η παράτυπη μετανάστευση μπορεί πιθανώς να επιβραδυνθεί μόνο μέσω της ανελέητης εκδήλωσης τεράστιας δύναμης και της παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων σε κλίμακα ασυνήθιστη και άβολη για τις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Είναι δύσκολο να προβλεφθεί ποιος θα υποχωρήσει πρώτος στον σκληρό πόλεμο ανάμεσα στους μετανάστες και τους διακινητές τους απ’ τη μια, και τις χώρες-προτιμώμενους προορισμούς απ’ την άλλη. Πιθανότατα ο πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς ξεκάθαρους νικητές και ηττημένους, πάντως οι μετανάστες και η αφοσίωσή μας στα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια θα έχουν υποστεί σίγουρα τα σοβαρότερα πλήγματα.
Παρότι αποδεχόμαστε το αναπόφευκτο της παράτυπης μετανάστευσης, και άρα ότι η παράνομη διακίνηση μεταναστών δεν μπορεί να δαμαστεί, είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους απόδρασης από το τωρινό αδιέξοδο – ή, τουλάχιστον, εντοπισμού των μικρών ανοιγμάτων που ίσως αποτελούν τις απαρχές μιας αληθινής αλλαγής. Για παράδειγμα, πρέπει να απαιτήσουμε μεγαλύτερη διαφάνεια από τις κυβερνήσεις που εμπλέκονται σε δράσεις εναντίον της διακίνησης μεταναστών. Η τωρινή ατμόσφαιρα μυστικότητας (που τυπικά δικαιολογείται με όρους που θα ταίριαζαν περισσότερο σε αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις) είναι επικίνδυνη, αδικαιολόγητη και ανελεύθερη. Επίσης, πολλά περισσότερα θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνουν στο ευρύτερο ζήτημα των δικαιωμάτων των μεταναστών. Τα κράτη που καρπώνονται τα ανυπολόγιστα οφέλη του χαμηλού εργατικού κόστους των μεταναστών, τα οποία παράγουν τη ζήτηση στην οποία αυτοί απαντούν, δεν θα έπρεπε να τα συγχωρούμε τόσο εύκολα όταν υπερασπίζουν και συντηρούν ένα σύστημα που στερεί από τους μετανάστες ακόμα και την πιο στοιχειώδη νομική και κοινωνική προστασία.
μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου 


Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

"Η φτώχεια των φιλοκυβερνητικών κύκλων" του Silence_Infinis























Γιατί υπήρξε τέτοια ομοβροντία επιθέσεων προς την κατάληψη στο Κόκκινο από ανθρώπους που θεωρητικά είναι αριστεροί και υποτίθεται ότι συμμερίζονταν τα βασικά αιτήματα των καταληψιών αναφορικά με τις φυλακές τύπου Γ, τον κουκουλονόμο κλπ; Ας εξηγήσω ότι εδώ δεν αναφέρομαι σε «σχολιαστές» των social media, όχι γιατί τα σχόλια δεν είναι ενδεικτικά τάσεων αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι δύσκολο να ξέρεις αν όντως εκφράζουν την οργανωμένη βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρομαι σε επώνυμα άρθρα προοδευτικών (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ατόμων σαν τον Κώστα Εφήμερο, την Νίκη Παύλου και την Άντα Ψαρρά, τα οποία σε πολλές άλλες περιπτώσεις έχουν επιδείξει αξιόλογη κριτική στάση απέναντι σε κυβερνητικές αποφάσεις.

Ας είμαστε ξεκάθαροι, κάποιος δεν χρειάζεται να συμφωνεί με μια κατάληψη ραδιοφωνικού σταθμού ή στη τελική με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Ακόμα και μια σκληρή κριτική μπορεί να είναι γόνιμη και δεν πρέπει να προσλαμβάνεται αρνητικά εκ των προτέρων. Αλλά τα διάφορα κείμενα που δημοσιεύτηκαν δεν έκαναν κριτική επί του συγκεκριμένου, δηλαδή κατά πόσο η κατάληψη είναι προωθητική του αγώνα και των αιτημάτων των απεργών πείνας. Μάλιστα, στην πλειοψηφία τους τα κείμενα δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στην απεργία πείνας, απομονώνοντας την κατάληψη από το πλαίσιο της. Κατά αυτό τον τρόπο αποσιωπάται το γεγονός ότι η κατάληψη αποτελεί (σωστή ή λάθος, αυτό έχει σημασία μόνο σε δεύτερο χρόνο) κλιμάκωση της αλληλεγγύης σε έναν αγώνα ενάντια στο καθεστώς καταστολής και εξαίρεσης που συνόδευσε τη βίαιη καπιταλιστική αναδιάρθρωση των τελευταίων χρόνων. Η κυβέρνηση ναι μεν δεσμεύθηκε να κάνει κάποιες αλλαγές, αλλά πέρα από καθυστερήσεις και παλινωδίες επέδειξε κα μια άρνηση να ανοίξει την κουβέντα πέρα από τα πλαίσια που η ίδια θέτει. Μπορεί άραγε σε κάποια βαθμό αυτό να έχει να κάνει με το γεγονός ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η αναδιάρθρωση θα συνεχιστεί; Ή απλά η κυβέρνηση δεν θέλει να δημιουργήσει τριβές με τον κρατικό μηχανισμό σε μια συγκυρία όπου η ίδια βρίσκεται σε πίεση; Όπως και να έχει, η ουσία είναι ότι τα κείμενα ενάντια στην κατάληψη, απομονώνοντας την τεχνηέντως από το πλαίσιο νοηματοδότησης της, την έκαναν να εμφανίζεται απλά ως μια «αντιδημοκρατική» ή απλά «αντί-Συριζαϊκή» πράξη.

Μπορεί όντως η κατάληψη του Κόκκινου, ή προηγουμένως η κατάληψη της Νομικής, να έδειξε τα προβλήματα συνύπαρξης και παραγωγής ανοιχτών πολιτικών διαδικασιών που αντιμετωπίζει ο αναρχικός χώρος. Αλλά αυτό είναι κάτι εντελώς άλλο από το επιχείρημα περί «μειοψηφικού αυταρχισμού». Το τελευταίο επιχείρημα είναι πραγματικά ενδιαφέρον να εκτοξεύεται από Αριστερούς καθώς η συνεπή του κατάληξη είναι η απονομιμοποίηση κάθε έξω-θεσμικής δραστηριότητας αγωνιζόμενων ανθρώπων. Το επιχείρημα περί μειοψηφιών δεν είναι άλλωστε στον πυρήνα του λόγου γύρω από τον οποίο χτίστηκε η συστηματική απονομιμοποίηση των συλλογικών αγώνων που έχει επιχειρηθεί εδώ και αρκετά χρόνια και η οποία είναι καταστατικό μέρος της εδραίωσης του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος αλήθειας; Κάθε συλλογικός αγώνας επί της αρχής δεν ξεκινάει με το τι λέει η πλειοψηφία – η οποία με απόλυτους αριθμούς άλλωστε είναι πάντα μια ελεγχόμενη αφαίρεση – ούτε νομιμοποιείται από τη νομιμότητα του όσο από το δίκαιο των αιτημάτων του. Εφόσον αυτό δεν γίνεται αποδεκτό ως αφετηρία, τότε επί της ουσίας ανοίγει ο δρόμος για την αποκήρυξη κάθε πολιτικής αντίστασης ή χειραφέτησης από τα κάτω.

Την ίδια στιγμή που ενστερνίζονται τη ρητορική περί αντιδημοκρατικών μειοψηφιών, οι κριτικές, όχι τυχαία, αναπαράγουν και τον αφηρημένο φορμαλισμό του κυρίαρχου λόγου που αποκηρύσσει τη «βία από όπου και αν προέρχεται». Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο εντελώς έωλο επιχείρημα της κα. Παύλου για το τι θα έλεγαν οι «αντί-εξουσιαστές» αν κάποιοι έμπαιναν στις καταλήψεις τους. Το Κόκκινο είναι αυτή τη στιγμή όργανο της κυβέρνησης, δηλαδή ενός κρατικού θεσμού, ενώ οι καταλήψεις (ασχέτως των όποιων ορίων τους) είναι δομές ανταγωνιστικές στην κρατούσα κατάσταση. Επομένως μπορούν να μπουν σε ένα κοινό πεδίο σύγκρισης μόνο σε ένα εντελώς αφηρημένο επίπεδο «εισβολής σε μη-δημόσιο χώρο», κάτι που φυσικά αποψιλώνει τις πράξεις από αυτό που είναι. Καλώς ήρθατε στην αποσωματοποιημένη επικράτεια του φιλελεύθερου ιδεαλισμού.

Αυτό φυσικά που είναι το πλέον ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι ότι οι εν λόγω σχολιαστές ουσιαστικά αναπαράγουν την γραμμή που αυτή τη στιγμή ακολουθεί η κυβέρνηση, δηλαδή της αποφυγής ενασχόλησης με το περιεχόμενο. Αναμενόμενα χρησιμοποιήθηκε ως εκβιασμός το ίδιο ρητορικό τέχνασμα για την επάνοδο της (άκρο-)Δεξιάς, λες και δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, φασισμού ή χάους, λες και δεν είναι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ που παίζοντας το παιχνίδι της εθνικής σωτηρίας επιλέγει να ανταγωνιστεί τη Δεξιά με όρους που θα προκαλέσουν την άνοδο της σε περίπτωση αποτυχίας του. Δεν υποστηρίζω εδώ ότι όσοι επωνύμως επιτέθηκαν στην κατάληψη ακολουθούν μια κομματική γραμμή. Ο ισχυρισμός μου είναι ότι υπάρχουν ορισμένες αγωνίες και κάποιες (ρητές ή άρρητες) αντιλήψεις που συναντιούνται τόσο στην κυβέρνηση όσο και στους υποστηρικτές της. Υπό αυτή την έννοια πέρα από προβληματικές οι κριτικές είναι και συμπτωματικές.
Καταρχάς, αν οι «αναρχικοί» προκαλούν τον ΣΥΡΙΖΑ να τους καταστείλει, τότε από την σκοπιά των φιλοκυβερνητικών υπάρχει σαφέστατα μια αγωνία να μην υπάρξει βίαιη καταστολή. Δεν θεωρώ ότι είναι «όλοι ίδιοι» ούτε ότι οι διαφορές είναι μόνο αισθητικές. Ο αναρχικός χώρος όντως προάγει πολλές φορές μια μονολιθική αντίληψη του κράτους και της εξουσίας που είναι προβληματική. Αλλά από την άλλη, το (αστικό, σύγχρονο, καπιταλιστικό όπως τέλος πάντων και αν κάποιος το προσδιορίσει) κράτος έχει κάποιες σταθερές λειτουργίες, οι οποίες είναι εντελώς αφελές να θεωρηθεί ότι θα πάψουν να υφίστανται απλά και μόνο μέσω της εκλογής μια αριστερής κυβέρνησης (άσε που αυτοί που έχουν καίρια πόστα στον κρατικό μηχανισμό σήμερα δεν είναι και πολύ «αριστεροί»). Κάθε κράτος καταστέλλει και κωδικοποιεί, δυο λειτουργίες που είναι άμεσα συσχετιζόμενες, καθώς αυτό που καταστέλλεται είναι αυτό που διαφεύγει από τους κώδικες που δομούν την τάξη αναπαράστασης που χτίζει η κρατική μήχανη. Μια πολιτική αντίστασης ή χειραφέτησης εκ των πραγμάτων προκαλεί τη βία του κράτους, ή όπως θα έλεγε και ο Badiou (που αγαπάνε οι Συριζαίοι) είναι ίδιον μιας πολιτικής από τα κάτω να κάνει τη βία του κράτους πεπερασμένη, να της δίνει δηλαδή συγκεκριμένες, μετρήσιμες μορφές, πχ. μια διμοιρία ΜΑΤ. Η νυν κυβέρνηση αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα σαφέστατα και θέλουν η καταστολή να χρησιμοποιείται μόνο σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, και αντί αυτής να προκρίνεται η συναίνεση. Ένα τέτοιο όμως φιλελεύθερο όραμα δεν είναι πάντα εφικτό, ειδικά σε περιόδους αστάθειας, και για αυτόν το λόγο η καταστολή είναι δομικό στοιχείο του κράτους, ακόμα και του πλέον δημοκρατικού. Αυτό εύλογα παράγει αγωνία για τη στιγμή που ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους θα εκδηλωθεί, μια αγωνία που οξύνεται από το γεγονός ότι όπως έχουν τα πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να υλοποιήσει παρά ένα ελάχιστο κομμάτι του προγράμματος του. Κάποια στιγμή τα επικοινωνιακά παιχνίδια θα τελειώσουν και η κυβέρνηση θα πρέπει είτε να σηκώσει την πολιτική ευθύνη μιας (αβέβαιης και γεμάτη ρίσκα) ρήξης είτε να συνεχίσει και επίσημα πλέον τη λιτότητα, έστω και σε πιο χαλαρή μορφή. Στη δεύτερη περίπτωση ενδέχεται να υπάρξει κύμα αντιδράσεων το οποίο και προφανώς θα εγκαλέσει την κρατική βία. Αναμενόμενο είναι άνθρωποι αριστεροί που στηρίζουν την κυβέρνηση να μη θέλουν να γίνει κάτι τέτοιο. Αν λοιπόν επιτέθηκαν χυδαία σε μια κατάληψη που εν τέλει έλεγε στην κυβέρνηση να κάνει αυτό που υποσχόταν προεκλογικά, αυτό σε κάποιο βαθμό λειτουργεί ως μετάθεση.

Πέρα από την αγωνία για την ενσωμάτωση στον κρατικό μηχανισμό, τα προοδευτικά κείμενα που επιτέθηκαν στην κατάληψη φαίνεται να μοιράζονται με την κυβέρνηση και μια ορισμένη αντίληψη για τους αγώνες και τον ρόλο των κινημάτων. Αυτή η αντίληψη είναι καταρχάς λειτουργική καθώς οι αγώνες ορίζονται πλήρως σε σχέση με τα αιτήματα που προωθούν και το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Αλλά συγχρόνως αυτή η αντίληψη κατανοεί τους αγώνες και τα κινήματα με όρους έλλειψης: ένας αγώνας αναδύεται επειδή ένα κοινωνικό υποκείμενο και τα αιτήματα του δεν εκπροσωπούνται (άρα και δεν ικανοποιούνται) από τη κυβέρνηση. Παραδοσιακά επειδή η Αριστερά αξίωνε ότι αποτελεί το μοναδικό αυθεντικό αντιπρόσωπο του λαού η άνοδος της στην εξουσία σηματοδοτούσε και τη δικαίωση των αγώνων/κινημάτων δια της ενσωμάτωσης τους στο δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρητικά εκφράζει τη νέα τάση που αρθρώνει μια πιο διαλεκτική σχέση μεταξύ κινήματος-κυβέρνησης-κράτους. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η κυβέρνηση ανοίγει χώρους για τα κινήματα χωρίς όμως να επεμβαίνει στην αυτονομία τους, ενώ τα κινήματα πιέζουν την κυβέρνηση και γίνονται έτσι φορείς εκδημοκρατισμού.

Αυτή η αντίληψη, που αναδύθηκε στη Λατινική Αμερική, έχει φορεθεί πολύ αλλά, για την ώρα τουλάχιστον, είναι απλά ένα κενό σχήμα για να βαυκαλίζονται οι ριζοσπάστες διανοούμενοι που αγκάλιασαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί φυσικά η παρούσα κυβέρνηση να είναι πιο πορώδης σε πιέσεις σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Το θέμα όμως και πάλι δεν είναι να καταδειχθεί ότι είναι όλοι ίδιοι. Η ουσία είναι ότι, ξεχνώντας τις προεκλογικές της φανφάρες για «άμεση δημοκρατία», ο τρόπος που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα κινήματα και τους αγώνες επικυρώνει επί της ουσίας τον μερισμό του υπαρκτού που ορίζει ξεκάθαρα διακριτούς ρόλους για αυτούς που κυβερνάνε και για αυτούς που κυβερνώνται. Αυτό φυσικά δεν είναι τυχαίο, καθώς σε αντίθεση με τη Λατινική Αμερική ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανέβηκε στην εξουσία μέσα από ένα δυναμικό κίνημα αλλά όταν αυτό είχε εξαντληθεί, μια εξάντληση που η ίδια η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ εν μέρει εκφράζει. Ακόμα χειρότερα, είναι αδύνατο από τη μία να αποδέχεσαι την πρωτεύουσα σημασία των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και από την άλλη να δίνεις ουσιαστικούς χώρους στα κινήματα. Πίσω από τους λόγους περί στήριξης και υπομονής, πίσω από τα απλοϊκά σχήματα περί «επανάστασης που απέτυχε» και πολιτικού ρεαλισμού, βρίσκεται αυτή η ίδια αποδοχή της κρατούσας κατάστασης που σε δράσεις όπως μια κατάληψη βρίσκει την έμπρακτη αμφισβήτηση της.

Η ουσία του ζητήματος εν τέλει είναι το πως κατανοούμε την πολιτική ως συλλογική αυτενέργεια από τα κάτω και τη σχέση της με το κράτος και τους θεσμούς του. Η κυβέρνηση επιζητεί μια ευθυγράμμιση με διακριτούς και ξεκάθαρους ρόλους. Αυτή την ευθυγράμμιση υπερασπίζονται και οι φιλοκυβερνητικοί κύκλοι και καταλήγουν αφενός να κινούνται σε έναν φορμαλιστικό και αφηρημένο ιδεαλισμό και αφετέρου να αναπαράγουν αντιδραστικά επιχειρήματα ενάντια σε πολιτικές χειραφέτησης και αντίστασης. Δεν ξέρω αν οι κριτικές που διατυπώθηκαν είναι υστερόβουλες, πιθανότατα όχι. Αλλά αυτό τελικά δείχνει ακόμα περισσότερο τη φτώχεια του προοδευτικού λόγου όταν επιλέγει να φορέσει φιλοκυβερνητικό κοστούμι.

πηγή: http://www.provo.gr/h-ftoxia-ton-filokyvernhtikon-kiklon/ 

Ο Silence_Infinis συμμετέχει στην συλλογικότητα Κενό Δίκτυο


Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η περιπέτεια του απρόβλεπτου του Δημήτρη Χαλάτση























Εδώ και καιρό οι υπηρέτες των μηχανισμών εξουσίας και οι «μηχανικοί» της άρχουσας ιδεολογίας κατασκευάζουν τον κοινωνικό χώρο και τα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης με τα υλικά των νομοτελειών, της αναγκαιότητας και της προσχεδιασμένης κίνησης, προσπαθώντας πάντα να εξοβελίσουν από την πραγματικότητα το αστάθμητο, έτσι ώστε να καθορίζεται εκ των προτέρων το πολιτικό-κοινωνικό πεδίο αντιπαράθεσης χωρίς «εκπλήξεις».

Για την κυρίαρχη ιδεολογία, η κίνηση της ζωής, έστω και με κάποιες αντιφάσεις που είναι και αυτές προβλέψιμες, είναι μια κίνηση συνεχής και γραμμική, μια κίνηση ελεγχόμενη, προβλέψιμη και ορατή. Στην σημερινή πολιτική-κοινωνική συγκυρία (όπως και στο χώρο της τέχνης) το απρόβλεπτο απουσιάζει. Απουσιάζει όχι ως εικόνα, αλλά ως καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο κυρίαρχος λόγος έχει πλέον την δυνατότητα, όχι μόνον να ενσωματώνει αντιφάσεις και «παρεκκλίσεις» που αμφισβητούν την κυριαρχία του αλλά και να παράγει-κατασκευάζει τις αντιφάσεις και τις «παρεκκλίσεις» που εγγυώνται τη διατήρηση του. Δηλαδή κατά κάποιο τρόπο «κατασκευάζει» «πρωτοπορίες, επαναστάσεις, επαναστάτες, κρίσεις» κ.λπ. Οι σημερινές «πρωτοπορίες» (στην τέχνη και στην πολιτική) δεν είναι φορείς του απρόβλεπτου ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ως εχθρός κάθε τελεολογίας που είναι ταυτόχρονα τελεολογία της αρχής και του τέλους-σκοπού. Αυτό το απρόβλεπτο αναδύεται έτσι ως η κυρίαρχη εικόνα, μια εικόνα-θέαμα που απλώς αναπαράγει τον εαυτό της προκρίνοντας τον κοινωνικό αυτισμό ως το κυρίαρχο πρότυπο.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι η κυρίαρχη ιδεολογία νοείται ως το «απόσταγμα» των κοινωνικών σχέσεων, διότι ο καπιταλισμός είναι κυρίως και πάνω από όλα κοινωνικές σχέσεις. Έτσι λοιπόν, οι «κατασκευασμένες» αυτές «πρωτοπορίες» προκύπτουν μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και είναι το αποτέλεσμα πολιτικο-κοινωνικών δομών, θεσμών, εθίμων κ.λ.π. Προκύπτουν μέσα από το συγκεκριμένο κάθε φορά θεσμικό σύστημα το οποίο προσπαθεί πάντα να ορίσει και τους όρους αμφισβήτησης του ηγεμονικού του λόγου.

Σε προηγούμενες εποχές οι μηχανισμοί εξουσίας προσπαθούσαν και κατάφερναν να ενσωματώσουν όποιον παράγοντα, «πρωτοπορία», ριζοσπαστικά πολιτικά και καλλιτεχνικά κινήματα ή και μεμονωμένους καλλιτέχνες αμφισβητούσαν την κυρίαρχη ιδεολογία και τον καπιταλισμό. Βέβαια, η ενσωμάτωσή τους αυτή σε πολλές περιπτώσεις επήλθε λόγω της «πολιτικής ήττας» που υπέστησαν και όχι αποκλειστικά λόγω της ικανότητας του συστήματος να τους ενσωματώσει. Στην σημερινή εποχή, το θεσμικό σύστημα δεν «τρέχει» πίσω από τις διάφορες «πρωτοπορίες» για να τις εγκλωβίσει και να τις ενσωματώσει αλλά τείνει να τις παράγει το ίδιο, με τους δικούς του φυσικά όρους και κανόνες.

Οι «μηχανικοί» του συστήματος προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός και μόνο ο ενταγμένος στο σύστημα λόγος έχει ενδεχομένως την ικανότητα να αντιπαρατεθεί απέναντί του. Στο σκηνικό όμως του συστήματος δεν επιτρέπεται η εισβολή του απρόβλεπτου. Μέσα στο στρατόπεδο του αντιπάλου έχει κάποιος μικρές δυνατότητες να αρθρώσει έναν αντισυστημικό λόγο, το μόνο δε που μπορεί να καταφέρει είναι να δώσει ένα εξαίσιο άλλοθι στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε την αντίσταση απέναντι στην κυριαρχία του αστισμού και του κεφαλαίου με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης και στρατηγικής η οποία θα αναπτύσσεται παράλληλα και απέναντι στο σύστημα και λιγότερο μέσα σε αυτό. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο λόγος που αναπτύσσεται απέναντι στο σύστημα δεν διαπερνάται από αντιφάσεις, ούτε ότι θα είναι ένας λόγος «κλειστός», ένας λόγος-φρούριο, που θα απομονώνει τις συλλογικότητες από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά πρέπει να εμπεριέχει το απρόβλεπτο ως απαραίτητο συστατικό μιας ανατρεπτικής διαδικασίας.

Ωστόσο, όσοι επιθυμούν να αναπτυχθούν καλλιτεχνικά κινήματα και συλλογικότητες που θα αμφισβητούν ουσιαστικά και με ριζοσπαστισμό το κυρίαρχο, οφείλουν να κινηθούν για να αναπτύξουν τέτοια κινήματα και συλλογικότητες, στρατευμένα κοινωνικά, με θεωρητική συνοχή και προγραμματική συνάφεια, διότι «από τα άλλα» έχουμε ήδη αρκετά. Οι περισσότεροι lifestyle – underground καλλιτέχνες και καλλιτεχνικές ομάδες δεν επιδιώκουν κάποια βασική κοινωνική αλλαγή. Στην πλειοψηφία τους είναι μικροαστοί που ανακάλυψαν τον ντανταϊσμό και τους καταστασιακούς, αφαιρώντας από τα κινήματα αυτά τον πολιτικό και τον ανατρεπτικό τους πυρήνα, φορώντας σήμερα και επιδεικνύοντας αυτάρεσκα το μοδάτο κοστούμι των νέο-καταστασιακών.

Οι συλλογικότητες που οφείλουν να αναπτυχθούν θα πρέπει να εγκαταλείψουν τις τελετουργικές διακηρύξεις και συναντήσεις και από ομάδες θεραπείας του μικροαστικού μαραμένου εγωισμού να μετατραπούν σε συλλογικότητες ακτιβιστικές που θα ασκούν ευθεία κριτική στον καπιταλισμό και θα βρίσκονται συνδεμένες με την κοινωνία.

πηγή: http://techni-en-kinisei.blogspot.gr/2015/03/blog-post_31.html

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Διεθνής Εκστρατεία ενάντια στην Μαροκινή κατοχή του λαού της Δυτικής Σαχάρα

 




























Η Δυτική Σαχάρα ήταν αποικία της Ισπανίας.

Όταν όλες οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις απελευθέρωσαν τις Αφρικανικές χώρες που είχαν καταλάβει για να τις "εκπολιτίσουν", η Ισπανία δεν ακολούθησε τη νόμιμη διαδικασία παράδοσης της διοίκησης στους ντόπιους, αλλά άφησε ένα καθεστώς μπάχαλο.
Το Μαρόκο εκμεταλλεύτηκε την περίσταση, εισέβαλε με στρατό, κατέλαβε τη χώρα, εγκατέστησε εποίκους.
Όσοι πρόλαβαν έφυγαν κυνηγημένοι στην έρημο και ζουν τα τελευταία 40 χρόνια σε προσφυγικούς καταυλισμούς, στη μέση του πουθενά, σε Αλγερινό έδαφος, βασισμένοι αποκλειστικά σε ανθρωπιστική βοήθεια.
Όσοι ξέμειναν, έχουν το Μαροκινό ζυγό στο σβέρκο τους, με όλα τα δεινά που ισχύουν σ'αυτές τις περιπτώσεις.
Ανάμεσα στους δυο πληθυσμούς, πρόσφυγες και κατεχόμενους, το Μαρόκο έχτισε μια σειρά από τείχη (άμμος, πέτρα, νάρκες), κόβοντας όση πίτα μπορούσε κάθε φορά.
Σήμερα έχει καταλάβει περίπου το 75% του εδάφους.
Γιατί;;? Γιατί το έδαφος της Δυτικής Σαχάρας είναι μέσα στους πέντε πρώτους παραγωγούς φωσφόρου στον πλανήτη και οι ακτές του Ατλαντικού σε εκείνο το σημείο, από τα πλουσιότερα σε ψάρια νερά της γης.
Χώρια ο τουρισμός, η γεωργία κτλ κτλ.
Αυτή είναι με πέντε λέξεις η Δυτική Σαχάρα.

Αν και ελάχιστα γνωστή, έχει αρκετούς φίλους σε όλο τον κόσμο, κυρίως λόγω της μετανάστευσης των παιδιών της, των Σαχραουί, που μιλάνε για την ξεχασμένη πατρίδα τους όπου βρεθούν κι όπου σταθούν.
Στην Ελλάδα, μετριόμαστε στα δάχτυλα του ενός χεριού.
(φωτο /σχολιο : Βούλα Μαραγκού )
-------------------------------

Η Δυτική Σαχάρα (αραβικά: الصحراء الغربية, μεταγραφή: al-Ṣaḥrā' al-Gharbīyah, Ισπανικά: Sahara Occidental) είναι μια από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές του κόσμου, αποτελούμενη κυρίως από έρημο.


Είναι μια περιοχή της βορειοδυτικής Αφρικής που συνορεύει με το Μαρόκο βόρεια, την Αλγερία βορειοανατολικά, την Μαυριτανία ανατολικά και νότια και τον Ατλαντικό Ωκεανό δυτικά. Η μεγαλύτερη πόλη είναι η Λααγιούν, όπου ζει η πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα αραβικά είναι η επίσημη γλώσσα, αλλά και τα ισπανικά χρησιμοποιούνται ευρέως ως δεύτερη γλώσσα. Τα εδάφη αυτά, που ήταν ισπανική αποικία, διεκδικούνται μεταξύ του Μαρόκου και του Μετώπου Πολισάριο, το οποίο κήρυξε την ανεξαρτησία της Δυτικής Σαχάρας ανακηρύσσοντας την Λαοκρατική Αραβική Δημοκρατία της Σαχάρας (αραβικά: الجمهورية العربية, μεταγραφή: Al-Jumhūrīyya al-`Arabīyya aṣ-Ṣaḥrāwīyya ad-Dīmuqrātīyya).

Η Δυτική Σαχάρα είναι η πρώην ισπανική αποικία της Ισπανικής Σαχάρας.
Η Ισπανία εγκατέλειψε την περιοχή το 1975-1976.
Με την αποχώρηση των Ισπανών ο ΟΗΕ πρότεινε το διαχωρισμό της περιοχής σε τρία τμήματα και την παραχώρηση εδαφών στο Μαρόκο, την Αλγερία και τη Μαυριτανία.
Στις 27 Φεβρουαρίου του 1976, το Μέτωπο Πολισάριο ανακήρυξε την περιοχή ως ανεξάρτητη χώρα με το όνομα Λαοκρατική Αραβική Δημοκρατία της Σαχάρας. Οι τρεις χώρες αρνήθηκαν και παραιτήθηκαν του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να προταθεί από τον ΟΗΕ η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.
Η δημοκρατία αναγνωρίζεται σήμερα από 49 χώρες και είναι πλήρες μέλος της Αφρικανικής Ένωσης. Η Ελλάδα δεν την έχει αναγνωρίσει. Το 1991 ανακαλύφθηκαν μεγάλα κοιτάσματα φωσφόρου κοντά στα σύνορα με το Μαρόκο.
Το Μαρόκο κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας (δυτικό τμήμα) και έως και σήμερα το κατέχει και το διεκδικεί. Από το 1991 ισχύει εκεχειρία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ που προσπαθεί να διοργανώσει δημοψήφισμα για το τελικό καθεστώς της περιοχής.
-Πολιτικό καθεστώς
Το νομικό καθεστώς και το θέμα της κυριαρχίας της Δυτικής Σαχάρας δεν έχει επιλυθεί.
Το έδαφος διεκδικείται από το Μαρόκο και το Μέτωπο Πολισάριο, τα μέλη του οποίου επίσημα το 1976 σχημάτισαν κυβέρνηση σε εξορία, την Κυβέρνηση της Αραβικής Δημοκρατίας της Σαχάρας, με επικεφαλής τον Πρόεδρο Μοχάμετ Αμπντελαζίζ.
Το έδαφος μοιράστηκε ανάμεσα στο Μαρόκο και στη Μαυριτανία τον Απρίλιο του 1976, με το Μαρόκο να αποκτά τα δύο τρίτα.
Έπειτα από πίεση από πλευράς των ανταρτών Πολισάριο, η Μαυριτανία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις της στην περιοχή τον Αύγουστο του 1979.
Το Μαρόκο εισέβαλε στη ζώνη αυτή και έκτοτε έχει τον έλεγχο.
Η εξόριστη κυβέρνηση του Πολισάριο διαθέτει έδρα στην Αφρικανική Ένωση- είναι μέλος του Οργανισμού από το 1984.
Η δραστηριότητα των ανταρτών συνεχίστηκε σποραδικά ως την εκεχειρία που επιτεύχθηκε υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και εφαρμόστηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991 με το Ψήφισμα 690 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Στην περιοχή εστάλη η Αποστολή του ΟΗΕ για τη διεξαγωγή Δημοψηφίσματος στη Δυτική Σαχάρα, γνωστότερη με τα αρχικά MINURSO.
Η Ελλάδα συμμετέχει στην εν λόγω αποστολή του ΟΗΕ από ιδρύσεώς της, με έναν στρατιωτικό παρατηρητή.

Διεθνείς σχέσεις
Χάρτης των διεθνών σχέσεων της Δυτικής Σαχάρας.
Σήμερα, συνολικά 34 κράτη έχουν συνάψει διπλωματικές σχέσεις με τη Δυτική Σαχάρα. Το Σουδάν έγινε το πρώτο κράτος που αναγνώρισε την κυριαρχία του Μαρόκου επί της Δυτικής Σαχάρας στις 27 Δεκεμβρίου του 2005[4]

Αναγνώριση
Η Δυτική Σαχάρα έχει αναγνωριστεί σήμερα από συνολικά 84 κράτη μέλη του ΟΗΕ και την Νότια Οσετία. Εκ των κρατών μελών του ΟΗΕ, τα 39 απέσυραν την αναγνώριση.
=======================
 

http://www.avgi.gr/…/dutiki-saxara-diamaxi-gia-ton-plouto-t…

Δυτική Σαχάρα: Διαμάχη για τον πλούτο της περιοχής
19.04.2014

Οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν στους "πρώην αποικιοκρατούμενους λαούς των μη αυτόνομων εδαφών" να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους τους δεν έχουν οριστεί

Το ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας διαπλέκεται όλο και περισσότερο με τη διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης του Μαρόκου.
Στις αρχές του μήνα, το Μαρόκο απαγόρευσε την έλευση αντιπροσωπείας αριστερών ευρωβουλευτών στη Δυτική Σαχάρα. Η στάση του Μαρόκου οφείλεται στο γεγονός ότι τα εδάφη που το Ραμπάτ αποκαλεί "νότιες επαρχίες" συνεισφέρουν σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα του βασιλείου από εξαγωγές.
Οι οπαδοί της ανεξαρτησίας της περιοχής αμφισβητούν τη νομιμότητα της εκμετάλλευσης των εδαφών τους.

Του ειδικού απεσταλμένου μας Olivier Quarante*

Στον βασικό οδικό άξονα που συνδέει τη μεγάλη πόλη του βόρειου τμήματος της Δυτικής Σαχάρας, το Ελ-Αγιούν,1 με την Ντάκλα, που βρίσκεται περίπου πεντακόσια χιλιόμετρα νοτιότερα, τα φορτηγά που μεταφέρουν χταπόδια και άσπρα ψάρια είναι αμέτρητα.
Η συνολική ακτογραμμή της περιοχής φτάνει τα 1.200 χιλιόμετρα και τα νερά της είναι ανάμεσα στα πιο πλούσια του κόσμου σε αλιεύματα. Σύμφωνα με έκθεση του Οικονομικού, Κοινωνικού και Περιβαλλοντικού Συμβουλίου (CESE) του Μαρόκου,2 ο κλάδος της αλιείας αντιστοιχεί σε 74.000 θέσεις εργασίας,3 στις οποίες θα πρέπει να προστεθεί και σημαντική μη δηλωμένη δραστηριότητα.
Η αλιεία των "νότιων επαρχιών" -όπως ονομάζεται επίσημα στο Μαρόκο η Δυτική Σαχάρα-, η οποία αντιστοιχεί στο 17% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της περιοχής, στο 31% των τοπικών θέσεων εργασίας και στο 78% της αλιευτικής παραγωγής ολόκληρου του Μαρόκου, παράγει τεράστιο πλούτο.

Το Βασίλειο του Μαρόκου άρχισε να ιδιοποιείται τον πλούτο της περιοχής το 1975, όταν προσάρτησε αυτά τα εδάφη, που θεωρούνται "μη αυτόνομα" -δηλαδή που δεν έχουν απο-αποικιοποιηθεί ή που οι κάτοικοί τους δεν έχουν ακόμη αναλάβει πλήρως τη διοίκηση- σύμφωνα με την απόφαση 2072 της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), το 1965.

Στον μοναδικό και επικίνδυνο αυτό δρόμο, συναντά κανείς και άλλα φορτηγά, τα οποία μπορεί να μεταφέρουν ντομάτες, αγγούρια και πεπόνια που παράγονται κοντά στην Ντάκλα.
Σύμφωνα με τη μη κυβερνητική οργάνωση Western Sahara Resource Watch, στα περίχωρα της πόλης αριθμούνται έντεκα μεγάλες γεωργικές εγκαταστάσεις, μεταξύ τους και οι εγκαταστάσεις της εταιρείας Tawarta.
Ένα θερμοκήπιο εκτείνεται ακριβώς δίπλα στον δρόμο για τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα. Στο αγρόκτημα αυτό, παράγονται ντοματάκια, που διατίθενται στο εμπόριο με την ονομασία "Αστέρι του Νότου", σήμα που ανήκει στη γαλλική εταιρεία Idyl.

Έχοντας την αδικαιολόγητη επιγραφή "προέλευση Μαρόκο", τα προϊόντα αυτά, που καλλιεργούνταν σε έκταση σχεδόν 600 εκταρίων το 2008,4 εξάγονται, στη συνέχεια, στην Ευρώπη μέσω του Αγκαντίρ, πόλης που βρίσκεται χίλια διακόσια χιλιόμετρα μακριά.

Το CESE θεωρεί τη δραστηριότητα "υψηλής προστιθέμενης αξίας". Το σχέδιο "πράσινο Μαρόκο" προέβλεπε για τη Δυτική Σαχάρα την αύξηση της παραγωγής οπωροκηπευτικών από 36.000 τόνους, το 2008, σε 80.000 τόνους, το 2013, για να φτάσει τους 160.000 τόνους το 2020, σε μια έκταση δύο χιλιάδων εκταρίων. Το σύνολο της παραγωγής αυτής προγραμματίζεται να διοχετευθεί στο εξωτερικό. Την ίδια περίοδο, ο αριθμός των εργαζομένων, γύρω στις 6.000 σήμερα, προβλέπεται ότι θα τριπλασιαστεί.
Πιο βόρεια, στα δέκα χιλιόμετρα από το Ελ-Αγιούν, ανακαλύπτει κανείς το λιμάνι που εκμεταλλεύεται το Μαροκινό Γραφείο Φωσφορικού Άλατος (OCP). Η λεπτή σκόνη δυσκολεύει την όραση.
Προέρχεται από το φωσφορικό άλας που μεταφέρεται από το ορυχείο της Μπου Κράα μέσω κυλιόμενου διαδρόμου
. Ο διάδρομος διασχίζει το τοπίο της ερήμου για περίπου εκατό χιλιόμετρα. Απλώς μαντεύουμε τις αποθήκες και το σχήμα των πλοίων που έρχονται εδώ από όλο τον κόσμο για να φορτώσουν χύμα το ορυκτό.
Ο συγκεκριμένος πλουτοπαραγωγικός πόρος είναι πρωταρχικής σημασίας για το βασίλειο. Το OCP είναι η δεύτερη εταιρεία σε παραγωγή και η πρώτη σε εξαγωγές ανεπεξέργαστου φωσφορικού άλατος και φωσφορικού οξέος στον κόσμο, καθώς και μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές εταιρείες φωσφορικών λιπασμάτων. Το Μαρόκο οφείλει στον κλάδο το 6% του ΑΕΠ του για το 2012, ενώ διαθέτει τα σημαντικότερα αποθέματα φωσφορικού άλατος στον κόσμο.

Ο Μοχάμεντ Αλισάλεμ Μπομπέιτ είναι αντιπρόεδρος μιας ένωσης που ασχολείται με το ζήτημα των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πόρων της Δυτικής Σαχάρας. Τον συναντάμε σε κάποιο σπίτι στο Ελ-Αγιούν.
Μιλάει ήρεμα. Έχει πλήρη συνείδηση της σημασίας που έχει η PhosBoucraa για το Μαρόκο.
Το ορυχείο παράγει γύρω στο 10% του φωσφορικού άλατος που εξορύσσει συνολικά το OCP, το οποίο προβλέπει τον διπλασιασμό της παραγωγής μέχρι το 2020.
"Πρόκειται για λεηλασία των πλουτοπαραγωγικών πόρων που ανήκουν στον λαό της Σαχάρας", εκτιμά ο Μπομπέιτ.

Μιλώντας δημόσια για το θέμα, ο Μπομπέιτ αναλαμβάνει το ρίσκο του: ο Σιντ Άχμεντ Λαμτζαγιέντ, ο πρόεδρος της ένωσης (η οποία είναι παράνομη, αφού το μαροκινό κράτος δεν αναγνωρίζει καμία ένωση που να έχουν ιδρύσει κάτοικοι της Δυτικής Σαχάρας), συνελήφθη στις 25 Δεκεμβρίου 2010, μετά το τεράστιο κίνημα διαμαρτυρίας του Γκντέιμ Ιζίκ,5 και καταδικάστηκε σε ισόβια από το στρατοδικείο του Ραμπάτ.

Η ανάλυση του Μπομπέιτ, όμως, βρίσκει όλο και περισσότερους υποστηρικτές, εάν κρίνει κανείς από τον πολλαπλασιασμό των διαδηλώσεων. Διακοπή της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της Δυτικής Σαχάρας, μέχρι η διένεξη να ρυθμιστεί με τη διενέργεια δημοψηφίσματος αυτοδιάθεσης της περιοχής: από τον Οκτώβριο του 2010 και τη διαδήλωση του Γκντέιμ Ιζίκ, η διεκδίκηση αυτή βρίσκεται στην καρδιά της σύγκρουσης που φέρνει αντιμέτωπους το Μαρόκο με το Μέτωπο Πολισάριο (ένοπλο πολιτικό κίνημα που θεωρείται από τον ΟΗΕ "νόμιμος εκπρόσωπος του λαού της Δυτικής Σαχάρας").

"Μια απόφαση του ΟΗΕ που θα απαγόρευε την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών από το Μαρόκο θα δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες για την επίλυση της διένεξης", εκτιμά ο Μπραχίμ Σαμπάρ, γενικός γραμματέας της τοπικής Ένωσης Θυμάτων Σοβαρών Παραβιάσεων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το μαροκινό κράτος (ASVDH).

Η "διεθνής κοινότητα", διχασμένη, στην πραγματικότητα έχει αφήσει το Μαρόκο να καταλάβει αυτά τα εδάφη έκτασης 270.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Έτσι, το Μαρόκο κατάφερε να ελέγξει το ορυχείο PhosBoucraa, σε συμφωνία με τον προηγούμενο κυρίαρχο της περιοχής, την Ισπανία, η οποία εκμεταλλευόταν το ορυχείο από το 1962 και παρέμεινε μέτοχος μέχρι το 2002.

Ωστόσο, ο πόλεμος με το Μέτωπο Πολισάριο είχε ήδη ξεσπάσει και η Δυτική Σαχάρα είχε ήδη εγγραφεί στον κατάλογο των μη αυτόνομων εδαφών που ρυθμίζονται από το άρθρο 73 της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών. Το 1962, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κατοχύρωνε το δικαίωμα των λαών "να χρησιμοποιούν και να διαθέτουν τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους που βρίσκονται στα εδάφη τους για να εξασφαλίζουν την ανάπτυξη και την ευημερία τους".6

Στη συνέχεια, η νομολογία επιβεβαίωσε τα "αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα" των λαών των μη αυτόνομων περιοχών στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους τους, καθώς και το δικαίωμά τους "να είναι και να παραμείνουν αποκλειστικοί υπεύθυνοι της μελλοντικής αξιοποίησης του πλούτου αυτού".
Το σύνολο της σημερινής συζήτησης περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα του οφέλους που αποκομίζουν -ή δεν αποκομίζουν- οι κάτοικοι της Δυτικής Σαχάρας από την οικονομική εκμετάλλευση που πραγματοποιεί το Μαρόκο. Η υπογραφή συμφωνίας πετρελαϊκών ερευνών μεταξύ του Μαρόκου και δύο εταιρειών, ανάμεσα στις οποίες και η TotalFinaElf, τον Οκτώβριο του 2011, έδωσε στον ΟΗΕ τη δυνατότητα να παράσχει μια γνωμοδότηση που ανοίγει "παραθυράκια" στις μεγάλες αρχές των προηγούμενων αποφάσεών του.

"Το ζήτημα είναι εάν ο κανόνας της "διαρκούς κυριαρχίας" [επάνω στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους] απαγορεύει στη διοικούσα δύναμη οποιαδήποτε δραστηριότητα συνδέεται με τους συγκεκριμένους πόρους των μη αυτόνομων εδαφών που διοικεί ή απαγορεύει μόνο τις δραστηριότητες εκείνες που θα πραγματοποιούνταν αγνοώντας τις ανάγκες και τα συμφέροντα των κατοίκων των εδαφών αυτών, δηλαδή χωρίς να τους αποφέρει όφελος", δηλώνει ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής νομικών υποθέσεων του ΟΗΕ.

Όμως, κανένας μηχανισμός αξιολόγησης των συμφερόντων αυτών δεν έχει προβλεφθεί. Οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν στους "πρώην αποικιοκρατούμενους λαούς των μη αυτόνομων εδαφών" να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους τους δεν έχουν οριστεί. Έτσι, το ζήτημα γίνεται απλώς στοιχείο του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών.
Το Μέτωπο Πολισάριο καταγγέλλει τη "λεηλασία" των πλουτοπαραγωγικών πηγών και την περιφρόνηση του "λαού της Δυτικής Σαχάρας".

Έτσι, τον Νοέμβριο του 2012, κίνησε νομική διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ζητώντας την ακύρωση της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Μαρόκου, η οποία υπογράφηκε τον Μάρτιο του 2012 και περιλαμβάνει τη Δυτική Σαχάρα.

Πρώτο επιχείρημα; Η απουσία διαβούλευσης με το Μέτωπο Πολισάριο.
Οι μαροκινές αρχές, από τη μία πλευρά, αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για να πείσουν ότι η οικονομική εκμετάλλευση αποφέρει οφέλη "στους κατοίκους της περιοχής". Πολλαπλασιάζουν τις ανακοινώσεις νέων επενδυτικών προγραμμάτων, οι οποίες καταχωρίζονται τακτικά στον γαλλικό Τύπο7 και σχεδόν καθημερινά στα μαροκινά μέσα ενημέρωσης. Γίνεται λόγος για "τοπικό πληθυσμό", χωρίς να είναι γνωστό εάν πρόκειται για ντόπιους ή για Μαροκινούς που έχουν εγκατασταθεί κατά εκατοντάδες χιλιάδες στην περιοχή.
Το Μέτωπο Πολισάριο, από την άλλη, αναφέρεται στον "λαό της Δυτικής Σαχάρας".

Ο νομικός σύμβουλος του ΟΗΕ χρησιμοποιεί και τις δύο διατυπώσεις για να περιγράψει τους κατοίκους της Δυτικής Σαχάρας, επιτείνοντας τη σύγχυση που επικρατεί.
Το Μakhzen (το Παλάτι) κάνει τα πάντα για να στηρίξει την άποψη ότι οι κάτοικοι της Δυτικής Σαχάρας αποκομίζουν οφέλη από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Το OCP, για παράδειγμα, παρουσιάζεται να ασκεί κοινωνική πολιτική: "Το σύνολο των καθαρών εσόδων της PhosBoucraa επανεπενδύεται στην περιοχή και αποφέρει οφέλη στους κατοίκους της", διαβάζει κανείς στην έκθεση δραστηριοτήτων της εταιρείας για το 2012.
Στο ορυχείο έχουν προσληφθεί τουλάχιστον 530 ντόπιοι νέοι μετά τα γεγονότα του Γκντέιμ Ιζίκ.
Πρόκειται για τα παιδιά των συνταξιούχων, οι οποίοι εργάζονταν ήδη από την εποχή των Ισπανών και δεν ήταν ικανοποιημένοι από τη σύνταξη που έπαιρναν.
"Τελικά βρέθηκε λύση, αλλά οι νέοι προσελήφθησαν με καθεστώς που δεν ισχύει πια, επομένως και με μειωμένο μισθό", δηλώνει με λύπη ο Έντια Σίντι Άχμεντ Μούσα, φυσιογνωμία του τοπικού συνδικαλιστικού κινήματος, γενικός γραμματέας της Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων της Δυτικής Σαχάρας - η οποία είναι παράνομη.
Άλλο εργαλείο; Η χορήγηση της κάρτας εθνικής προαγωγής, ενός κοινωνικού βοηθήματος που φτάνει περίπου τα 150 ευρώ τον μήνα, το οποίο μοιάζει να μοιράζεται αφειδώς.
Πολλοί ντόπιοι επιβεβαιώνουν την άποψη ότι, όσον αφορά τους κατοίκους της Δυτικής Σαχάρας, το επίδομα αυτό επιτρέπει την εξαγορά της κοινωνικής ειρήνης και τον έλεγχο της πολιτικής δραστηριότητας μέσω της διανομής χρημάτων από τους αρχηγούς των φυλών.
Οι κρατικές αρχές μπορούν να φτάσουν μέχρι και να διακόψουν τη χορήγηση του επιδόματος σε κατοίκους που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις για την ανεξαρτησία.

Είναι δυνατόν να γίνει λόγος για πραγματικά "οφέλη" στον τοπικό πληθυσμό; Ελλείψει αξιόπιστων στοιχείων από την περιοχή, που το Μαρόκο δεν είναι υποχρεωμένο να παράσχει, αφού δεν θεωρείται από τον ΟΗΕ ως η "διοικούσα δύναμη",8 είναι αδύνατον να απαντήσει κανείς κατηγορηματικά. Αντίθετα, είναι αδιαμφισβήτητη η εκμετάλλευση του ζητήματος προκειμένου να υπηρετηθεί η πολιτική του βασιλιά του Μαρόκου.
Τον Νοέμβριο του 2013, ο προσδιορισμός ενός "νέου αναπτυξιακού προτύπου για τις νότιες επαρχίες", το οποίο επεξεργάστηκε το CESE, είχε στόχο να θέσει τη συνεισφορά της "κοινωνίας των πολιτών" στην υπηρεσία της "επιτυχίας της μαροκινής πρωτοβουλίας για αυτονομία της περιοχής".9
Από το 2007 και μετά, ο βασιλιάς Μοχάμεντ ο 4ος παρουσιάζει την αυτονομία ως την εναλλακτική λύση στο δημοψήφισμα αυτοπροσδιορισμού, το οποίο ο ΟΗΕ ζητάει να πραγματοποιηθεί κάθε χρόνο από το 1991.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα; Στις 10 Δεκεμβρίου 2013, η πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επικύρωσε τη νέα συμφωνία αλιείας, με την οποία παρατείνεται για το χρονικό διάστημα 2014-2017 παλαιότερη συμφωνία που ίσχυσε από το 2007 έως το 2011.
Για μία ακόμη φορά, το Μαρόκο έχει περιλάβει -χωρίς, μάλιστα, να αναφέρεται κάτι τέτοιο στο πρωτόκολλο- και τα νερά της Δυτικής Σαχάρας. Η συμφωνία προβλέπει και πάλι την καταβολή ετήσιας επιδότησης (30 εκατομμύρια ευρώ, έναντι 36 εκατομμυρίων ευρώ που είχαν δοθεί παλαιότερα για την ανάπτυξη του βιομηχανικού τομέα). Σε αντάλλαγμα, το Μαρόκο χορηγεί άδειες σε ευρωπαϊκά αλιευτικά σκάφη και ποσοστώσεις αλιείας για κάθε είδος ψαριού ξεχωριστά. Καθώς, τον Δεκέμβριο του 2011, το Ευρωκοινοβούλιο είχε αρνηθεί την ανανέωση της πρώτης συμφωνίας, η νέα, ευνοϊκή αυτή τη φορά, ψηφοφορία μοιάζει με σημάδι υποστήριξης προς τη μαροκινή κυβέρνηση και τη "μεταρρυθμιστική" πολιτική της.

Για τον λόγο αυτόν, η νομική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξετάζει πολύ σύντομα το ζήτημα του οφέλους που έχουν οι κάτοικοι της Δυτικής Σαχάρας, θεωρώντας ότι το Μαρόκο μπορεί να συμπεριλάβει τα νερά της συγκεκριμένης περιοχής και ότι μια τέτοια συμφωνία είναι νόμιμη στο μέτρο που το μαροκινό βασίλειο "σέβεται τις υποχρεώσεις του απέναντι στον λαό της Δυτικής Σαχάρας". Τι κι αν οι μόνοι ευρωβουλευτές που έχουν άδεια να μεταβούν στα εδάφη αυτά είναι όσοι ανήκουν στην ομάδα φιλίας Ευρωπαϊκής Ένωσης-Μαρόκου;

Εξάλλου, ο Γάλλος βουλευτής Ζιλ Παρνιό (Σοσιαλιστικό Κόμμα), πρόεδρος της ομάδας αυτής, είναι πολύ σαφής: "Ήταν αυταπάτη να θέλει κανείς να επιλύσει το πρόβλημα της Δυτικής Σαχάρας μέσω της απόρριψης της αλιευτικής συμφωνίας. Υπενθυμίζω ότι η πρόταση για αυτονομία της Δυτικής Σαχάρας, την οποία το Μαρόκο παρουσίασε στα Ηνωμένα Έθνη το 2007, αποτελεί τη μόνη δυνατή λύση".10 Τόσο το χειρότερο και για το καθαρά οικονομικό σκέλος του κειμένου: ανεξάρτητη εκτίμηση της προηγούμενης συμφωνίας αλιείας είχε δείξει "πολύ χαμηλό" συντελεστή κόστους-οφέλους και εξαιρετικά χαμηλή αποδοτικότητα.

Η Γαλλία, πρώτη χώρα σε ξένες επενδύσεις στο Μαρόκο, συμβάλλει ενεργά στη διατήρηση του στάτους κβο σε βάρος των κατοίκων της Δυτικής Σαχάρας.

Τον περασμένο Νοέμβριο, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του νέου αλιευτικού λιμανιού του Μπουζντούρ, ενός εντυπωσιακού έργου με κύριο λιμενοβραχίονα μήκους 724 μέτρων και κάθετη προβλήτα μήκους 260 μέτρων. Το έργο υλοποιήθηκε με την οικονομική στήριξη της Γαλλικής Υπηρεσίας Ανάπτυξης, της οποίας τα κονδύλια προς το Μαρόκο πέρασαν από τα 380 εκατομμύρια ευρώ, το 2011, στα 831 εκατομμύρια ευρώ, το 2012. Στο Μπουζντούρ,
η Σουλτάνα Κάγια, μια νέα από τη Δυτική Σαχάρα, δραστήρια στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ίδρυσε πρόσφατα την Ένωση για την Προστασία των Πλουτοπαραγωγικών Πηγών.

Φοβάται πιθανή εκμετάλλευση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων από την Total, η οποία, τον Ιούλιο του 2013, δηλαδή δώδεκα χρόνια μετά την πρώτη σύμβαση στη Δυτική Σαχάρα, ξεκίνησε σεισμολογικές έρευνες σε ζώνη μεγαλύτερη από 100.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το όνομα της ζώνης; "Anzarane offshore"...

* Ο Olivier Quarante είναι δημοσιογράφος.

ΠΗΓΗ: /http://www.avgi.gr/…/dutiki-saxara-diamaxi-gia-ton-plouto-t…

1 Βλ. Gaël Lombart και Julie Pichot, "Peur et silence à El-Ayoun", Le Monde diplomatique , Ιανουάριος 2006.
2 "Nouveau modèle de développement pour les provinces du Sud", CESE, Ραμπάτ, Οκτώβριος 2013.
3 Ο αριθμός περιλαμβάνει την περιοχή του Ταν-Ταν και του Γκελμέν, στο νότιο Μαρόκο.
4 Σύμφωνα με τη ΜΚΟ Western Sahara Resource Watch. Το στοιχείο αναφέρεται και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
5 Βλ. "Résistance obstinée des Sahraouis", Le Monde diplomatique, Φεβρουάριος 2012.
6 Απόφαση 1803 (XVII) της 14ης Δεκεμβρίου 1962.
7 Anne Cheyvialle, "Le Maroc investit massivement dans le Sahara occidental", Le Figaro, Παρίσι, 11 Νοεμβρίου 2013.
8 Όπως υπενθύμιζε ο νομικός σύμβουλος του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 2002, οι συμφωνίες της Μαδρίτης, οι οποίες υπογράφηκαν τον Νοέμβριο του 1975 ανάμεσα στην Ισπανία, το Μαρόκο και τη Μαυριτανία, δεν κατέστησαν το Μαρόκο νέα διοικούσα δύναμη στη Δυτική Σαχάρα.
9 CESE, δελτίο Τύπου, 8 Νοεμβρίου 2013.
10 "Le Parlement européen adopte définitivement l'accord de pêche entre l'Union européenne et le Maroc", Ομάδα Φιλίας Ε.Ε-Μαρόκου, 10 Δεκεμβρίου 2013, http://groupedamitieuemaroc.wordpress.com.

=================
ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΤΕΙΧΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΟΚΙΝΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΣΑΧΑΡΑ


Χτισμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’80, το Τείχος της Μαροκινής Κατοχής στη Δυτική Σαχάρα εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για το λαό των Σαχραουί που ζει και στις δυο πλευρές του, καθώς είναι διάσπαρτο με περισσότερες από 7 εκατομμύρια νάρκες. Αυτό συμβαίνει παρά την εκεχειρία που ισχύει από τις 6 Σεπτεμβρίου 1991 υπό την επίβλεψη των Ηνωμένων Εθνών. Το Τείχος της Ντροπής έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις ανθρωπιστικές, κοινωνικές, οικονομικές,
πολιτικές, νομικές και περιβαλλοντικές, αλλά αποτελεί επίσης ένα διαρκές έγκλημα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του λαού των Σαχραουί και ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πραγμάτωση του αναφαίρετου δικαιώματός του στην αυτοδιάθεση και την ανεξαρτησία.
Για το λόγο αυτό, οι Σαχραουί αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταγγείλουν στη διεθνή κοινή γνώμη το Μαροκινό τείχος και να επιστήσουν την προσοχή σε αυτή τη γιγαντιαία στρατιωτική διάταξη που εξακολουθεί να παίζει αποφασιστικό ρόλο στην κατοχή της Δυτικής Σαχάρας από το Μαρόκο. Εκτός από τις Σαχραουί αρχές, τα τελευταία χρόνια στον αγώνα αυτό έχουν συστρατευθεί πολλές κοινωνικές οργανώσεις των Σαχραουί αλλά και διεθνή κινήματα αλληλεγγύης. Με σκοπό να καταγγείλουν το τείχος και να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη σχετικά με τις πολλαπλές επιπτώσεις του, έχουν διεξάγει μεγάλο αριθμό πολιτικών, ανθρωπιστικών, πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Ο βασικός στόχος της εκστρατείας είναι να συγκεντρώσουμε τη μέγιστη δυνατή διεθνή υποστήριξη για να πιέσουμε το Μαρόκο να αποστρατικοποιήσει το τείχος κατοχής στη Δυτική Σαχάρα, να εξουδετερώσει και να απομακρύνει όλο το
καταστροφικό οπλοστάσιο που περιλαμβάνεται στον εξοπλισμό του και κυρίως τις νάρκες και τα εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου

 ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ και πάρτε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Δυτικής Σαχάρα εδώ:  http://removethewall.org/…/08/removethewall.org-Greek-text.…



επιμέλεια: Τομάσα Θωμαίς