Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Σημειώσεις πάνω στο "μεταναστευτικό ζήτημα", του Γκυ Ντεμπόρ























Το "μεταναστευτικό ζήτημα" είναι εξολοκλήρου χαλκευμένο, όπως είναι κάθε δημόσιο ζήτημα στην σύγχρονη κοινωνία, και για τους ίδιους λόγους: η ερώτηση εγείρεται από την οικονομία (δηλ. την ψευδο-οικονομική ψευδαίσθηση) και συζητάται από τους θεαματικούς μηχανισμούς.

Η συζήτηση επί του θέματος άλλωστε περιορίζεται σε ηλιθιότητες, του τύπου: θα πρέπει να κρατήσουμε ή να ξεφορτωθούμε τους μετανάστες; (Φυσικά ο πραγματικός μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος ξενικής προέλευσης αλλά εκείνος ο οποίος θεωρείται και θεωρεί ο ίδιος τον εαυτό του ως διαφορετικό, και πρόκειται να παραμείνει έτσι. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν Γαλλική υποκοότητα. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί μετανάστες κατέληξαν να αφομοιωθούν στην μάζα του Γαλλικού πληθυσμού, η οποία τότε ήταν ακόμη διακριτή).

Όπως τα πυρηνικά απόβλητα και πετρελαιοκηλίδες, οι μετανάστες αποτελούν ένα προϊον του σύγχρονου καταπιλιστικού τρόπου διαχείρισης --με τη διαφορά πως τα "όρια ασφαλείας" στην περίπτωση τους ορίζονται με μεγαλύτερη ταχύτητα και "επιστημονικότητα". Εξάλλου, όπως τα πυρηνικά απόβλητα και οι πετρελαιοκηλίδες, θα παραμείνουν μαζί μας για αιώνες, χιλιετίες, για πάντα. Θα παραμείνουν επειδή ήταν πολύ ευκολότερο να εξολοθρευθούν οι γερμανοεβραίοι επί Χίτλερ παρά οι Βορειοαφρικανοί ή οι υπόλοιποι, σήμερα: αφού δεν υπάρχει σήμερα στην Γαλλία ούτε ναζιστικό κόμμα ούτε κάποιος μύθος περί ανώτερης φυλής!

Θα πρέπει να τους ενσωματώσουμε, ή να "σεβαστούμε την πολιτισμική τους διαφορετικότητα"; Άλλο άχρηστο ψευτοδίλλημα. Δεν μπορούμε πλέον να ενσωματώσουμε κανέναν: ούτε τους νέους, ούτε τους Γάλλους εργάτες, ούτε καν τους επαρχιώτες ή τις παλαιές εθνικές μειονότητες (Κορσικανούς, Βρετόνους, κλπ), μια και το Παρίσι, μια κατεστραμμένη πόλη, έχει χάσει τον ιστορικό του ρόλο, ο οποίος ήταν η παραγωγή Γάλλων. Τι νόημα έχει η αστική συσσώρευση χωρίς πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν έκαναν Γερμανούς τους εκτοπισμένους ευρωπαίους. Αντίστοιχα, η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μπορεί να ενώσει μόνο θεατές. 

Πιπιλάμε σαν καραμέλα, χρησιμοποιώντας μια καθαρά διαφημιστική γλώσσα, τα περί άνθισης της "πολιτισμικής διαφορετικότητας". Ποιός πολιτισμός; Δεν έχει απομείνει στάλα. Ούτε χριστιανικός, ούτε μουσουλμανικός, ούτε σοσιαλιστικός, ούτε επιστημονικός. Ας μη μιλάμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Αν εξετάσουμε, έστω και στιγμιαία τα στοιχεία και την πραγματικότητα, βλέπουμε πως δεν έχει απομείνει τίποτα πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (Αμερικάνικη) κατάρρευση κάθε κουλτούρας και πολιτισμού.

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην ενσωμάτωση, είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι έχουν δικαίωμα ψήφου και παρόλα αυτά δεν είναι τίποτα (το κάθε κόμμα είναι ίδιο με κάθε άλλο, κάθε κομματική υπόσχεση ισοδυναμεί με την άρνηση της, κλπ. Πρόσφατα, άλλωστε, τα προγράμματα των κομμάτων --που όλοι γνωρίζουν πως δεν πρόκειται να υλοποιηθούν--, σταμάτησαν να προσπαθούν έστω και να εξαπατήσουν, αφού δεν προτείνουν πλέον λύσεις σε κανένα από τα σημαντικά ζητήματα). Μια ιστορική απόδειξη ότι η ψήφος δεν σημαίνει τίποτα, ακόμα και για τους Γάλλους: το 25% των "πολιτών" στην ηλικία 18-25 δεν έχουν γραφτεί στα μητρώα ψήφοφόρων, από αηδία. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και όσους είναι εγγεγραμμένοι, αλλά απέχουν.

Ορισμένοι προτείνουν ως κριτήριο την "ευχέρεια στα Γαλλικά". Αξιογέλαστο. Μήπως οι ίδιοι οι σημερινοί Γάλλοι μιλάνε Γαλλικά; Είναι μήπως γαλλικά η γλώσσα που μιλούν οι σημερινοί αγγράματοι, ο Φαμπιούζ ("Bonjour les degats!"), η Φρανσουάζ Καστρό ("Ca t'habite ou ca t'effleure?"), ή ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ;[1] Δεν οδεύουμε ολοφάνερα προς την απώλεια κάθε ικανότητας ορθού συλλογισμού και χρήσης της γλώσσας με σαφήνεια, ακόμη και χωρίς να λάβουμε υπόψιν μας τους μετανάστες; Εξάλλου, δείτε ποιές απείρως γελοιότερες του Ισλάμ και του Καθολικισμού σέκτες κατέκτησαν εύκολα μερίδα των σπουδαγμένων ηλιθίων μας (Μουν, κλπ). Για να μην αναφέρουμε τους ουσιαστικά ηλίθιους ή αυτιστικούς ανθρώπους τους οποίους παρόμοιες σέκτες επιλέγουν να μην προσυλητίσουν, καθώς δεν υπάρχει οικονομικό ενδιαφέρον στην εκμετάλλευση τους --και οι οποίοι αφήνονται επομένως στα χέρια των δημοσίων αρχών.

Μετατραπήκαμε σε Αμερικανούς. Δεν είναι λοιπόν έκπληξη το ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειων, από τα ναρκωτικά και την μαφία, μέχρι το "φαστ φουντ" και τον πολλαπλασιασμό των εθνικοτήτων. Για παράδειγμα, αν και η Ιταλία και η Ισπανία έχουν αμερικανοποιηθεί επιφανειακά -και σε ορισμένες πλευρές εις βάθος-, δεν είναι εντούτοις μικτές εθνοτικά. Με αυτή την έννοια παραμένουν περισσότερο χαρακτηριστικά Ευρωπαϊκές χώρες (όπως η Αλγερία είναι χαρακτηριστικά Βορειοαφρικάνικη). 

H Γαλλία έχει τα προβλήματα της Αμερικής χωρίς την δύναμη της. Κανείς δεν εγγυάται πως το Αμερικάνικο "χωνευτήρι" (melting pot) εθνικοτήτων θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμα (παράδειγμα οι "Τσικάνος", οι οποίοι ομιλούν διαφορετική γλώσσα). Είναι όμως ξεκάθαρο πως δεν μπορεί να λειτουγήσει ούτε προς στιγμή εδώ. Ο λόγος είναι πως οι Η.Π.Α αποτελούν τη βιομηχανία του σύγχρονου τρόπου ζωής, την καρδιά του θεάματος που σπρώχνει το αίμα του ως την Μόσχα και το Πεκίνο, και αυτό το θέαμα δεν μπορεί να δώσει την παραμικρή αυτονομία στους κατά τόπους υπερ-εργολάβους του. (Αν γίνει κατανοητό, το παραπάνω γεγονός καταδεικνύει μια πολύ σοβαρότερη μορφή υποδούλωσης από εκείνη την οποία καταγγέλουν οι συνηθισμένοι κριτικοί του "ιμπεριαλισμού").

Εδώ στην Γαλλία, δεν είμαστε πλέον τίποτα: είμαστε αποικιοκρατούμενοι οι οποίοι δεν κατάφεραν να εξεγερθούν, είμαστε οι yes-men του θεάματος και της αλλοτρίωσης. Πόσες και πόσες δικαιολογίες δεν επανανακαλύπτουμε στην Γαλλία, όταν αντιμετωπίζουμε την αύξηση των μεταναστών πάντως χρώματος! Λες και μας έκλεψε κάποιος κάτι το οποίο ήταν ακόμα δικό μας. Τι θα ήταν αυτό; Σε τι πιστεύουμε, ή μάλλον, σε τι υποκρινόμαστε ακόμα πως πιστεύουμε; Δεν είναι παρά από περηφάνια για τις ολοένα αραιότερες κεκτημένες διακοπές τους, που οι καθαρόαιμοι σκλάβοι διαμαρτύρονται πως οι μουλάτοι απειλούν την ανεξαρτησία τους!

Υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας ενός απάρτχάιντ; Ναι! Μάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, έχει ήδη μοιραία δημιουργηθεί (με την έννοια του γκέτο, τον φυλετικών συγκρούσεων, και -δεν θα αργήσουν-, λουτρών αίματος). Μια κοινωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι προφανώς πολύ λιγότερο ικανή να δεχθει ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών χωρίς ανυπόφορο άγχος από ότι μια συνεκτική και ευημερούσα κοινωνία. Το 1973 [2] είχαμε ήδη θέσει το θέμα της ομοιότητας ανάμεσα στην εξέλιξη των οικοδομικών τεχνικών και την εξέλιξη της συμπεριφοράς: "Καθώς το αστικό περιβάλλον ξανακτίζεται, ολοένα και πιο βεβιασμένα, με σκοπό τον καταπιεστικό έλεγχο και το κέρδος, ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιο ευάλωτο και προκαλεί όλο και περισσότερους βανδαλισμούς. Ο καπιταλισμός στο θεαματικό του στάδιο ξανακτίζει τα πάντα ως ψεύτικα και παράγει εμπρηστές. Επομένως το σκηνικό του γίνεται παντού το ίδιο έφλεκτο όσο ένα γαλλικό πανεπιστήμιο".

Η παρουσία των μεταναστών ήδη εξυπηρέτησε πολλούς μεγαλοσυνδικαλιστές, όπου κατήγγηλαν σαν "θρησκευτικές διαμάχες" τις απεργίες ορισμένων εργατών τις οποίες δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως οι υπάρχουσες εξουσίες θα προωθήσουν την εξάπλωση σε μεγαλύτερη κλίμακα των τύπων σύγκρουσης που έχουμε ήδη δεί εν δράση μέσω "τρομοκρατών (πραγματικών ή όχι) [3], ή μέσω των χούλιγκανς (και δεν μιλάμε μόνο για τους εγγλέζους τέτοιους).

Είναι όμως εύκολα κατανοητό γιατί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης (συμπεριλαμβανομένων των ηγετών του Εθνικού Μετώπου [4]) προσπαθούν να μειώσουν την σημασία του "μεταναστευτικού προβλήματος". Όλα αυτά τα οποία επιθυμούν να διατηρήσουν, τους απαγορεύουν να αναφερθούν στο πρόβλημα άμεσα, στην πραγματική του διάσταση. Ορισμένοι υποκρίνονται πως πιστεύουν πως είναι απλά θέμα να εξαπλωθεί η "αντι-ρατσιστική καλή θέληση", ενώ άλλοι ότι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το μετριοπαθές δικαίωμα στην "δίκαιη ξενοφοβία". Όλοι συμφωνούν στην αντιμετώπιση του θέματος σαν να επρόκειτο για το πλέον σοβαρό από τα κοινωνικά μας προβλήματα -αν όχι το μόνο, ενόσω υπάρχουν τόσα τρομακτικά προβλήματα από τα οποία αυτή η κοινωνία δεν θα καταφέρει να ξεπεράσει.

Το γκέτο του καινούργιου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλορική εκδοχή του στην Νότια Αφρική) είναι ήδη εδώ, στην σημερινή Γαλλία: η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι δέσμια, πράγμα που την σοκάρει. Αυτό δεν θα άλλαζε ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μετανάστης. Ποιός αποφάσισε να κατασκευάσει την Σαρσέλ και την Λε Μιγκέτ, να καταστρέψει το Παρίσι και την Λυόν; [5]. Πράγματι, οι μετανάστες έχουν ανακατευθεί σε αυτή την απαίσια υπόθεση. Αλλά δεν έκαναν τίποτα πέρα από το να ακολουθήσουν επακριβώς τις οδηγίες που τους δώθηκαν: η συνηθισμένη αθλιότητα της μισθωτής εργασίας.

Πόσοι ξένοι ζουν πραγματικά στην Γαλλία; (και όχι με βάση το νομικό καθεστώς τους, το χρώμα τους, ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους). Μάλλον θα ήταν καλύτερα να ρωτήσουμε: πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει, και που βρίσκονται; (Και τι άραγε χαρακτηρίζει ένα Γάλλο σήμερα;). Γνωρίζουμε ότι το ποσοστό των γεννήσεων μειώνεται. Αποτελεί μήπως έκπληξη; Οι Γάλλοι δεν ανέχονται πλέον τα ίδια τους τα παιδιά. Τα στέλνουν στο σχολείο από τα τρία τους χρόνια, και μέχρι τουλάχιστον τα 16, για να μάθουν αγραμματοσύνη. Όσο για πριν την ηλικία των τριών ετών, ολοένα και περισσότεροι τα βρίσκουν "ανυπόφορα" και τα αντιμετωπίζουν λίγο ή πολύ βίαια. Στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αλγερία, ή και ανάμεσα στους Τσιγκάνους, αγαπάνε ακόμη τα παιδιά. Αυτό δεν συνηθίζεται τόσο στην σημερινή Γαλλία. Ούτε οι κατοικίες, ούτε οι δρόμοι είναι κατάλληλοι για παιδιά πλέον (εξ ου και η κυνική κρατική διαφημιστική εκστρατεία με θέμα: "ανοίγοντας την πόλη στα παιδιά"). Από την άλλη, η αντισύλληψη είναι ευρύτατα διαδεδομένη και η έκτρωση νόμιμη. Σχεδόν όλα τα παιδιά στην Γαλλία σήμερα προέκυψαν μετά από απόφαση των γονιών τους. Αλλά όχι ελεύθερη. Ο ψηφοφόρος-καταναλωτής δεν ξέρει τι πραγματικά θέλει. "Επιλέγει" κάτι το οποίο δεν του αρέσει. Η διανοητική του συγκρότηση δεν του επιτρέπει πλέον να θυμάται πως κάποτε θέλησε κάτι όταν βρεθεί απογοητευμένος από το αποκτημά του.

Στα πλαίσια του θεάματος, μια ταξική κοινωνία επιχείρησε συστηματικά να εξαφανίσει την ιστορία. Σήμερα, υποκρίνεται πως λυπάται για το αποτέλεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, επειδή η Γαλλία "χάνεται"! Είναι για γέλια. Η Γαλλία χάνεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, και μάλιστα ταχύτατα, σχεδόν σε κάθε τομέα.

Οι μετανάστες έχουν κάθε δικαίωμα να ζήσουν στην Γαλλία. Αποτελούν εκπροσώπους της αποστέρησης, η οποία είναι σαν στο σπίτι της στην Γαλλία, τόσο διαδεδομένη που καταντά σχεδόν ολική. Οι μετανάστες απώλεσαν την χώρα και τον πολιτισμό τους, και όπως γνωρίζουμε, δεν κατόρθωσαν να βρούν άλλον. Οι Γάλλοι είναι στην ίδια κατάσταση, μονάχα ελάχιστα πιο συγκαλυμένα.

Με την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη στην αθλιότητα του νέου περιβάλλοντος, και με την λαθεμένη τους πρόσληψη κάθε θέματος, οι Γάλλοι, οι οποίοι τα δέχθηκαν όλα αυτά αδιαμαρτύρητα (με την εξαίρεση του 1968), δεν έχουν το δικαίωμα να πουν πως έπαψαν να νιώθουν πλέον σαν στο σπίτι τους εξαιτίας των μεταναστών. Σίγουρα, έχουν κάθε λόγο να μην νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή όλοι κατάντησαν μετανάστες στον απαίσιο νέο κόσμο της αλλοτρίωσης.

Θα υπάρξουν άνθρωποι που θα ζούνε στην επιφάνεια της Γής, ακόμη και σε αυτό το μέρος, όταν η Γαλλία θα έχει πλέον εξαφανιστεί. Το μείγμα των εθνικοτήτων που θα κυριαρχήσει είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς, όπως άλλωστε και τον πολιτισμό τους ή ακόμη και τις γλώσσες τους. 

Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι το κύριο ζήτημα θα είναι το εξής: αυτοί οι μελλοντικοί λαοί, θα καταφέρουν, μέσω μιας απελευθερωτικής πρακτικής, να κυριαρχήσουν στην σημερινή τεχνολογία η οποία είναι γενικά όργανο εξαπάτησης και αποστέρησης; Ή θα κυριαρχούνται από αυτή με τρόπο ακόμα περισσότερο ιεραρχικό και υποδουλωμένο; Θα πρέπει να αναμένουμε το χειρότερο και να πολεμάμε για το καλύτερο. Η Γαλλία σίγουρα αξίζει τη θλίψη μας. Η θλίψη όμως είναι μάταιη.

(Το κείμενο γράφτηκε από τον Γκυ Ντεμπόρ το 1985. Περιέχεται στην συλλογή "Guy Debord: Oeuvres" των εκδόσεων Gallimard).

- - - -

[1] Ο Λοράν Φαμπιούζ, πρωθυπουργός της Γαλλίας το 1985. Η Φρανσουάζ Καστρό, παραγωγός κινηματογράφου, ήταν η γυναίκα του. Ο Μπερνάρ Ανρύ Λεβύ ήταν ο ιδρυτής της σχολής των "Νέων Φιλοσόφων", οι οποίοι αποκήρυξαν τον Μαρξισμό και τον Σοσσιαλισμό ως αντίδραση ενάντια στα γεγονότα του 1968.

[2] Στην ταινία "Η κοινωνία του Θεάματος"

[3] Η "ψεύτικοι τρομακράτες" αναφέρονται σε παρακρατικούς και πράκτορες μυστικών υπηρεσιών οι οποίοι πληρώνονταν για την εκτέλεση τρομοκρατικών πράξεων που αποδίδονταν σε φανταστικές αριστερές ή άλλες οργανώσεις. Ιδιαίτερα έπαιξαν ρόλο στην Ιταλία της δεκαετίας του '70.

[4] Ακροδεξιό κόμμα του οποίου ηγείται ο Ζαν Μαρύ Λεπέν.

[5] Η Σαρσέλ και η Λε Μινγκέτ είναι δυο από τα "εξωτερικά προάστια" του Παρισιού, κτισμένα στις δεκαετίας του '60 και του '70, αποτελούμενα από γκρίζους μπετονένιους οικισμούς. Η "καταστροφή" του Παρισιού και της Λυών αναφέρεται σε τέτοια φαινόμενα, που περιλαμβάνουν την κατεδάφιση παλαιών κτιρίων για να κτιστούν σύγχρονες πολυκατοικίες στην θέση τους, τον διωγμό της εργατικής τάξης από το αστικό κέντρο προς περιφεριακά προάστια, και την "αναπαλαίωση" και ντισνευλαντοποίηση ιστορικών συνοικιών.


πηγή: http://www.bigfatopinion.net/2007/01/blog-post_20.html

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

"Φυλή, τάξη και οι αντιφάσεις της αρρενωπότητας" του Daniel Mang























Στο κείμενο αυτό επιχειρείται μια ανάλυση των τρόπων που το φύλο, η φυλή και η τάξη υποστηρίζουν ως σχέσεις εξουσίας η μία την άλλη, εντατικοποιούν και εμπεδώνουν τις ιεραρχίες, καθώς εσωτερικεύονται από τα υποκείμενα που τις φέρουν. Η μυστικοποίηση αυτή, που προϋποθέτει το κοινωνικά αυτονόητο και το αναπαράγει εκ νέου, αποκρύπτει τις σχέσεις εξουσίας. Το κείμενο αμφισβητεί το μοντέλο που αναφέρεται στη συσσώρευση της καταπίεσης, δείχνοντας πως το έθνος είναι έμφυλο και ταξικό, η τάξη έμφυλη και εθνική, το φύλο εθνικό και ταξικό και επιτάσσει την πολιτικοποίηση των θέσεων που καταλαμβάνουν κάθε φορά το κοινωνικό πεδίο προκειμένου να ανατραπούν. qv

Συν-κατασκευή.
Η φυλή, το φύλο και η τάξη είναι χρήσιμο να ενταχθούν σε ένα κοινό θεωρητικό σχήμα, το οποίο δε θα προτάσσει κάποιο από αυτά περισσότερο από τα υπόλοιπα, αλλά ούτε και θα ισοπεδώνει αυτές τις έννοιες ως προς την πολυπλοκότητά τους. Η θεώρηση της φυλής, του φύλου και της τάξης ως ανεξάρτητων εννοιών οδηγεί σε προσθετικά μοντέλα (π.χ. τριπλή καταπίεση) που δεν αποδίδουν επαρκώς τους τρόπους με τους οποίους πολλοί άνθρωποι βιώνουν τη φυλή, το φύλο και την τάξη: ούτε ανεξάρτητα ούτε προσθετικά, αλλά συγχρονισμένα και αλληλοσυνδεόμενα. Οι κοινωνικές κατηγορίες είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζονται ως κατηγορίες που συγκροτεί η μία την άλλη, υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Επομένως, είναι απαραίτητο να δούμε την αρρενωπότητα ως κάτι που συγκροτεί τη φυλή και την τάξη και ταυτόχρονα συγκροτείται από αυτές.

Συσχετισμός [1],διχοτόμηση.
Η φυλή, το φύλο και η τάξη είναι έννοιες που αλληλοσυσχετίζονται. Στην κατασκευή τους συμμετέχουν οι αναπαραστάσεις και οι υλικές σχέσεις, ενώ η εξουσία αποτελεί δομικό στοιχείο αυτών των κατασκευών. Λέγοντας «έννοιες που αλληλοσυσχετίζονται» εννοώ ότι κατηγορίες όπως λευκοί/μαύροι, άνδρες/γυναίκες, ιεραρχούνται η μία σε σχέση με την άλλη και έτσι αποκτούν νόημα. Οι έννοιες αυτές κατασκευάζονται ως αντιθέσεις, γεγονός που απαιτεί την καταστολή της πολλαπλότητας στο εσωτερικό της κάθε κατηγορίας και την υπερβολική προβολή των διαφορών μεταξύ των κατηγοριών. Αυτές οι αντιθέσεις είναι διχοτομικές μιας και οι δύο πλευρές τους είναι ιεραρχικά τοποθετημένες. Στις φυλετικές, ταξικές και έμφυλες διχοτομήσεις, η κανονικότητα αποδίδεται στην κυρίαρχη κατηγορία, η οποία καθίσταται πλέον «διαφανής»: οι λευκοί «δεν έχουν» φυλή, οι άνδρες «δεν έχουν» φύλο [2]. Αυτές οι διχοτομήσεις δεν είναι σταθερές. Το περιεχόμενο της κυρίαρχης αρρενωπότητας μεταβάλλεται καθώς αυτή αντιπαρατίθεται με τις υποδεέστερες αρρενωπότητες και θηλυκότητες, οι οποίες διαφοροποιούνται στο χώρο και το χρόνο.

Ηγεμονία.
Η ηγεμονία υποδηλώνει την κυριαρχία της μίας κοινωνικής ομάδας πάνω στις άλλες (π.χ. ηγεμονία της αστικής τάξης). Αυτό δε σημαίνει μόνο πολιτικό και οικονομικό έλεγχο, αλλά επίσης την ικανότητα της κυρίαρχης ομάδας να προβάλει τον δικό της τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο, ώστε αυτοί και αυτές που είναι υποδεέστεροι να αποδέχονται αυτόν τον τρόπο ως «κοινή λογική» και ως «φυσικό». Αυτό απαιτεί από τους τελευταίους προθυμία και ενεργητική συναίνεση. Η κοινή λογική μπορεί να ιδωθεί ως ο τρόπος με τον οποίο η υποδεέστερη ομάδα βιώνει την υποτέλειά της. Υπάρχει ένας συνεχής αγώνας για ηγεμονία, που διαδραματίζεται μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Προτείνω να αναλυθεί η συγκρότηση της αρρενωπότητας εντός του πλαισίου των κοινωνικών συγκρούσεων για ηγεμονία.

Αγώνες για την αναπαράσταση.
Μία πλευρά αυτών των συγκρούσεων είναι ο αγώνας για την αναπαράσταση. Ενώ υπάρχουν ηγεμονικές αναπαραστάσεις, όπως αυτή του άντρα της αστικής τάξης, υπάρχουν ταυτόχρονα και υποδεέστερες ομάδες που συχνά προσπαθούν να προβάλουν την δική τους αναπαράσταση, παρόλο που έχουν λιγότερες πιθανότητες να επιβάλουν την δική τους οπτική στα πράγματα. Για παράδειγμα, οι άνδρες της εργατικής τάξης προσπαθούν να προβάλουν απαξιωτικές αναπαραστάσεις των ανδρών της αστικής τάξης, με σκοπό να εξουδετερώσουν την υποτίμησή τους από την ηγεμονική αναπαράσταση [3]. Θα μπορούσε η δυναμική αυτή να περιγραφεί ως μια διαμάχη για προσδιορισμό, όπου άτομα και ομάδες παλεύουν για εξουσία και αυτοεκτίμηση, αποδίδοντας στερεότυπα η μία στην άλλη, αποδίδοντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Κατά συνέπεια, υποτιμώντας ή υπερεκτιμώντας τους άλλους, δαιμονοποιώντας ή εξιδανικεύοντάς τους, καθησυχάζουν με τον τρόπο αυτόν τους δικούς τους φόβους, ή αδρανοποιούν τις δικές τους συναισθηματικές αμφιθυμίες και αντιφάσεις, εξυψώνοντας ή υποτιμώντας τον εαυτό τους. Μέσα από αυτούς τους αγώνες αναδύεται μια ιεραρχική δομή, δυναμική, αντιφατική, αλλά παρόλα αυτά σταθερή, η οποία ρυθμίζει την απόδοση της κοινωνικής αξίας και τη διανομή της εκτίμησης, η οποία καθιστά ορισμένες εργασίες, ορισμένα βάσανα, ορισμένες επιθυμίες ορατές και άλλες αόρατες. Ένα κεντρικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι η εσωτερικευμένη απαξίωση, όπου άνθρωποι από μη προνομιούχες ομάδες εσωτερικεύουν αρνητικά στερεότυπα του εαυτού τους, με τη μορφή της ντροπής και του αυτό-μίσους.

Αποκειμενοποίηση [4], εξάρτηση, αμφιθυμία.
Μία κεντρική έννοια για την κατανόηση της αντιφατικής συγκρότησης της αρρενωπότητας θα μπορούσε να είναι η αποκειμενοποίηση. Χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη, που έχει ψυχαναλυτική προέλευση, με τρόπο που σκοπίμως παραβλέπει τη διάκριση μεταξύ κοινωνικού και ψυχολογικού. Κάτι από το οποίο εξαρτάται κάποιος αποκειμενοποιείται: η οικιακή εργασία γίνεται αόρατη, τα αγόρια αρνούνται την ταύτιση με την μητέρα τους, οι πόρνες περιορίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές…

Η αποκειμενοποίηση παράγει αμφιθυμία. Η απαξίωση συνοδεύεται πάντα από την εξιδανίκευση και τη σαγήνη που σου ασκεί αυτό το οποίο απαξιώνεις [5]. Το να δυσφημείς κάποιον ή κάποια ομάδα σημαίνει ότι προβάλλεις κάποιες πραγματικές ή φανταστικές αρνητικές ιδιότητες από εσένα ή την ομάδα σου, στους άλλους. Αυτό σημαίνει ότι, στο πλαίσιο της παραγωγής μιας ενήλικης, αυτο-ελεγχόμενης, αστικής υποκειμενικότητας, που αρνείται κάποιες από τις πιο θεμελιώδεις ανθρώπινες παρορμήσεις και αρνείται να δεχτεί τη σωματικότητα, την εξάρτηση και τη δημιουργία δεσμών, οι άνθρωποι παραμένουν προσκολλημένοι σε ένα διχασμό, αρνούμενοι πλευρές του εαυτού τους. Και όσο περισσότερη ενέργεια επενδύεται στη διαδικασία του διχασμού, τόσο μεγαλώνει η γοητεία αυτού που έχει αποκειμενοποιηθεί.

Με άλλα λόγια, ο καταπιεστής ή το μέλος μιας προνομιούχας ομάδας που μισεί και φοβάται τους άλλους (τους μαύρους, τις πόρνες, τους προλετάριους...) παραμένει δεμένος με αυτούς με ασυνείδητους δεσμούς. Ακόμα και ο πιο σκληρός λευκός ρατσιστής νιώθει, αν και ασυνείδητα, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ χωρίς τους μαύρους, και ο πιο μισογύνης άνδρας νιώθει, αν και ασυνείδητα, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ χωρίς τις γυναίκες. Αυτή ακριβώς η ασυνείδητη γνώση της όχι μόνο οικονομικής (με την παραδοσιακή έννοια της λέξης) αλλά και πολιτικής, και συνάμα τρυφερής, εξάρτησής τους από τον Άλλο, είναι που συχνά οδηγεί μέλη των κυρίαρχων ομάδων σε μια μανία άρνησης της εξάρτησης και της συνάφειας.

Η εγγενώς αντιφατική φύση της αρρενωπότητας και το αίσθημα της ανεπάρκειας ως κινητήρια δύναμη.
Προτείνω μια ανάλυση της δυναμικής της αρρενωπότητας, την οποία θεωρώ εκ των προτέρων φυλετική και ταξική, σε σχέση με τη διχοτόμηση σώματος και πνεύματος, συναισθήματος και λογικής. Αυτό παράγει μια εννοιολόγηση της αρρενωπότητας ως εγγενώς αντιφατικής. Αυτή η αντίφαση μπορεί να θεωρηθεί ως η κινητήρια δύναμη της πατριαρχίας, η δυναμική που διατηρεί τους άνδρες στην τσίτα. Η αρρενωπότητα από τη μια σχετίζεται με τη λογική και το πνεύμα -όχι μόνο στη Δύση αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου- ενώ από την άλλη, ως μία κατηγορία φύλου, είναι δεμένη με το σώμα, και εκφράζεται κυρίως μέσω του σώματος και των συναισθημάτων του. Αυτό το παράδοξο σύνολο σχέσεων καθιστά αδύνατο σε οποιοδήποτε ανθρώπινο ον να αποτελέσει το τέλειο παράδειγμα αρρενωπότητας. Πιστεύω ότι η καταστροφική δυναμική των πατριαρχικών κοινωνιών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η αρρενωπότητα γίνεται αντιληπτή ως θεμελιωδώς ελλιπής, ανασφαλής και απειλούμενη. Όση προσπάθεια και αν καταβάλει ένα άτομο διεκδικώντας την αρσενική/ανδρική κοινωνικότητα, το μέγεθος της βίας που μπορεί να ασκήσει κατά τη διαδικασία αυτή εναντίον του εαυτού του και των άλλων, δεν έχει τέλος: η ζωή είναι αγώνας ενάντια στην μη-αρρενωπότητα του εαυτού και όλων αυτών που την αντιπροσωπεύουν.

Η άρθρωση των διχοτομιών σώματος/πνεύματος, συναισθήματος/λογικής με τη φυλή και την τάξη.
Στα πλαίσια αυτής της κοινωνικής λογικής, η μοντέρνα ετεροφυλόφιλη μεσοαστική λευκή αρρενωπότητα τείνει να είναι ελλιπής γιατί είναι «πολύ μακριά», αποξενωμένη από το αίμα, το πάθος και τη σωματικότητα. Κατά τη γνώμη μου, αυτό εξηγεί τη συχνά αποκηρυγμένη γοητεία που ασκούν σε πολλούς «νηφάλιους», μορφωμένους άνδρες των μεσαίων και ανώτερων τάξεων, οι εικόνες «ωμής» φυσικής δύναμης, σθένους και άγριας, «ζωώδους» αρσενικότητας. Η μεγάλη δημοτικότητα της Gangsta Rap σε νέους άνδρες της λευκής μεσαίας τάξης στις ΗΠΑ είναι απλά ένα παράδειγμα του πώς η ηγεμονική αρρενωπότητα θρέφεται καταναλώνοντας αναπαραστάσεις υποδεέστερων αρρενωποτήτων. Οι δε άνδρες της μεσαίας τάξης νιώθουν περισσότερο ελλειμματικοί απ’ ότι οι άνδρες των ανώτερων τάξεων σε σχέση με την αρρενωπότητά τους, μιας και δε μπορούν να αντισταθμίσουν αυτή την έλλειψη μέσω του πλούτου και της δύναμης (όπως οι τελευταίοι).

Στα πλαίσια της κυρίαρχης κοινωνικής λογικής, οι υποδεέστερες αρρενωπότητες είναι επίσης ελλιπείς, εν τούτοις με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι η λευκή και/ή μεσαίας και ανώτερης τάξης αρρενωπότητα. Κάποιες κατηγορίες κατώτερων ανδρών θεωρούνται ως «εκθηλυμένοι» σε ορισμένες ή σε όλες τις πτυχές της ύπαρξής τους- το πιο αντιπροσωπευτικό τέτοιο παράδειγμα είναι οι θηλυπρεπείς γκέι άνδρες. Άλλοι, όπως οι (ετεροφυλόφιλοι) αφροαμερικάνοι των ΗΠΑ, αναπαρίστανται ως υπερ-αρρενωποί με διάφορους τρόπους. Ταυτόχρονα, η αναπαράστασή τους είναι ελλιπώς αρρενωπή επειδή περιέχει «πολύ» από το φυσικό, το ζωώδες κλπ. Η φαντασίωση για τη σεξουαλικότητα των μαύρων ανδρών είναι πως πρόκειται για μια περισσότερο ικανή, άρα και πιο αρρενωπή σεξουαλικότητα. Αλλά το να είσαι μια έμφυλη ύπαρξη σημαίνει μια ύπαρξη λιγότερο ορθολογική, λιγότερο αυτόνομη, λιγότερο ελεγχόμενη, επομένως λιγότερο αρρενωπή. Οι αναπαραστάσεις για τους άνδρες της Άπω Ανατολής, από την άλλη, λειτουργούν διαφορετικά: στον δυτικό Λόγο, οι ιάπωνες και οι κινέζοι παραδοσιακά απεικονίζονται ως δουλοπρεπείς και θηλυπρεπείς. Η έλλειψη ατομισμού, τους χαρακτηρίζει ως λιγότερο άνδρες από μια δυτική σκοπιά, τους λείπει η αύρα της ανεξαρτησίας που είναι τόσο κεντρική για τις δυτικές εικόνες του ιδανικού άνδρα. Πολλές μοντέρνες δυτικές αναπαραστάσεις για τους ασιάτες τους περιγράφουν ως υπερδιανοούμενους, συνεσταλμένους και ασεξουαλικούς [6]. Η εβραϊκή αρρενωπότητα είναι πάλι, μια άλλη περίπτωση. Στον παραδοσιακό αντισημιτικό λόγο, ο εβραίος είναι πάντα καβλωμένος, πάντα έτοιμος να αποπλανήσει μια αθώα μη-εβραία, αλλά την ίδια στιγμή του λείπει η σεξουαλική ικανότητα/ισχύ. Ο εβραίος άνδρας δεν σεξουαλικοποιείται με τον ίδιο τρόπο που αυτό συμβαίνει για τον αφρικανό ή τον άνδρα των νησιών του ειρηνικού, και αυτό όχι γιατί είναι πλησιέστερα στη φύση από τον λευκό μη εβραίο, όπως είναι οι αφρικανοί, αλλά γιατί είναι, αντιθέτως, πιο μακριά! Για τον αντισημίτη ο εβραίος συμβολίζει όλα τα κακά της μοντερνικότητας, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται ο εκφυλισμός, η ανηθικότητα και η υπερβολή της μοντέρνας αστικής ζωής...

Μετα-Αποικιακές Αρρενωπότητες.
Η ιεράρχηση της ανθρωπότητας έχει, και πάντα είχε, έμφυλες και σεξουαλικές συνιστώσες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με άλλες συνιστώσες όπως οι εθνικές, οι εθνοτικές και οι φυλετικές. Η λογική της πατριαρχίας συνεπάγεται ότι η αποικιακή, νεο-αποικιακή και ιμπεριαλιστική απαξίωση των πληθυσμών θα εκφραζόταν μέσω της συμβολικής θηλυκοποίησης των ανδρών των κυριαρχούμενων ομάδων. Μια θηλυκοποίηση που μπορούσε φυσικά να πάρει πολλές και διαφορετικές μορφές. Η ηγεσία των βρετανών στρατιωτικών του 19ου αιώνα για παράδειγμα, θεωρούσε ότι οι εθνοτικές ομάδες των Σιχ και των Γκούρκα ήταν κατώτερες εκ φύσεως από τους ίδιους (που ήταν μέλη της άρχουσας φυλής) και ότι χρειάζονταν καθοδήγηση από τον λευκό άνδρα κλπ. Συγχρόνως όμως τους σέβονταν ως ανδροπρεπείς φυλές πολεμιστών, ενώ θεωρούσαν σχεδόν όλους τους υπόλοιπους πληθυσμούς της περιοχής θηλυπρεπείς και ανώριμους υπ-ανθρώπους. Στην απόδοση έμφυλων συμβολισμών στους υποτελείς πληθυσμούς από την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό δυο τάσεις διασταυρώνονται και συνδυάζονται: από τη μια, η τάση απαξίωσης με τους όρους της θηλυκοποίησης κι από την άλλη η τάση που ανέφερα παραπάνω, δηλαδή η αντιμετώπιση των ανδρών των υποδεέστερων ομάδων ως εκπροσώπων μιας αυθεντικής αρρενωπότητας: φυσικής, παθιασμένης, σωματικής...αρρενωπότητας. Λόγω λοιπόν αυτού το έμφυλου και σεξουαλικοποιημένου φορτίου των εθνικών, εθνοτικών και φυλετικών στερεοτύπων, η αντι-αποικιοκρατική και αντι-ρατσιστική αντίσταση είναι αναπόφευκτα διανοήσιμη εκ μέρους της ομάδας ως μια προσπάθεια επανάκτησης της αρρενωπότητας. Μιας αρρενωπότητας που είχε συμβολικά αφαιρέσει ο ξένος καταπιεστής. Πολλά από τα αρσενικά μέλη τέτοιων καταπιεσμένων ομάδων βιώνουν τον αντι-αποικιοκρατικό και αντι-ρατσιστικό αγώνα σαν την εκ νέου κατάκτηση της απαλλοτριωμένης, από τον εισβολέα, αρρενωπότητάς τους.

Ο κεντρικός ρόλος που έχουν οι ετεροσεξιστικοί και μισογυνικοί μύθοι της αρρενωπότητας στον λόγο και την πρακτική πολλών ανδρών που εξεγείρονται ενάντια στην αποικιοκρατία και το ρατσισμό αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, τόσο αντίδραση στη συμβολική θηλυκοποίηση, όσο και προϊόν του βαθιά ετεροσεξιστικού και αρσενικού χαρακτήρα του εθνικισμού- αυτής της επινόησης της μοντέρνας Ευρώπης που μέχρι και σήμερα παραμένει το αδιαμφισβήτητο σχήμα μέσα από το οποίο παράγονται τα συλλογικά υποκείμενα.

Οι αντιδραστικές και εθνικοποιημένες «αρρενωπότητες που διαμαρτύρονται» μπορούν με τη σειρά τους να χρησιμοποιηθούν για την καπιταλιστική εκμετάλλευση της διαφοράς. Η εκμετάλλευση αυτή περιλαμβάνει την πολιτισμική κατανάλωση του Άλλου γενικά αλλά και την περιοδική ανανέωση της ηγεμονικής αρρενωπότητας ειδικά. Ιδιαίτερα δε, απ’ τη στιγμή που η απειλή προς τη σταθερότητα του ρατσισμού και του καπιταλισμού, την οποία προέβαλλαν τα πραγματικά κοινωνικά κινήματα που παρήγαγαν αυτές τις αρρενωπότητες, έχει αποδυναμωθεί από τον κατάλληλο συνδυασμό ενσωμάτωσης και καταστολής.

Η κατανάλωση του Άλλου, ή Πολιτισμικός Κανιβαλισμός.
Πλευρές άλλων, υποδεέστερων αρρενωποτήτων χρειάζεται να ενσωματωθούν εκ νέου στα υπό εξέλιξη εγχειρήματα ηγεμονικής αρρενωπότητας. Φυσικά χωρίς να κάνουν συμβιβασμούς σε σχέση με τον αρσενικό ορθολογισμό, τον αρσενικό έλεγχο και την αρσενική αυτονομία. Αυτή η αναπαραγωγή της κυρίαρχης αρρενωπότητας μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές. Η κατανάλωση εικόνων υποδεέστερων αρρενωποτήτων και η απόλαυση που προκαλείται μέσω της ταύτισης, είναι οπωσδήποτε μία από αυτές. Πιστεύω πως αυτού του τύπου η τροφοδότηση της ηγεμονικής αρρενωπότητας είναι τμήμα ευρύτερων κοινωνικών διαδικασιών στο πλαίσιο των οποίων, κοινωνικά υποτελείς και/ή περιθωριοποιημένες ομάδες αποτελούν, συμβολικά και πολιτισμικά, αντικείμενο εκμετάλλευσης στηρίζοντας έτσι τις διεκδικήσεις για συλλογική συναισθηματική σταθερότητα των προνομιούχων ομάδων. Ιδανικά, αυτές οι μορφές πολιτισμικής και συμβολικής εκμετάλλευσης θα έπρεπε να αναλυθούν σε σχέση με άλλους τύπους εκμετάλλευσης: σεξουαλικής, συναισθηματικής, οικονομικής.

Συμπέρασμα
Μια κριτική σχετικά με το πώς οι κατηγορίες φύλου ομογενοποιούν και αποκλείουν θα έπρεπε να αποτελέσει μέρος του «εγχειρήματος» των ανδρικών ομάδων και των αντισεξιστών ανδρών που δουλεύουν σε μικτά περιβάλλοντα -πολύ περισσότερο απ’ όσο ήταν, καθ’ όσον γνωρίζω, στο παρελθόν. Κατά τη γνώμη μου, αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα, το να αντιμετωπιστούν οι διαφορές μεταξύ των ανδρών. Για παράδειγμα, όταν μιλάμε για «ομάδες ανδρών, κίνημα ανδρών», ο όρος «άνδρας» προκαλεί το συνειρμό «λευκός ετεροφυλόφιλος άνδρας της νέας (μεσο)αστικής τάξης» -αυτό πρέπει να ιδωθεί ως πρόβλημα και να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Ομάδες λευκών αστών ετεροφυλόφιλων θα έπρεπε να αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιες ή κάπως σχετικά, και όχι απλώς να αποκαλούνται «ομάδες ανδρών».

Το ζήτημα της ταξικής διαφοράς και η συζήτηση γύρω από τους διαφορετικούς τύπους αρρενωπότητας (κατώτερη, συνεργάσιμη, ηγεμονική) πρέπει να αποκτήσει πιο κεντρικό χαρακτήρα. Είναι απαραίτητη η προσπάθεια για την επανεκκίνηση του διαλόγου μεταξύ ετεροφυλόφιλων, αμφι και γκέι ανδρών του κινήματος. Ένα άλλο τεράστιο πρόβλημα είναι, φυσικά, η στενότητα του «εθνοτικού φάσματος» των «παραδοσιακών» ανδρικών ομάδων αλλά και του κινηματικού χώρου από τον οποίο προέκυψαν, καθώς επίσης και η υποβάθμιση του ζητήματος της εθνοτικής ταυτότητας από στοιχείο της πρακτικής τους. Οι διαφορές μεταξύ των ανδρών από διαφορετικά εθνοτικά περιβάλλοντα και το ενδεχόμενο συναισθηματικού τραυματισμού όταν η επικοινωνία επιχειρείται δια μέσου τέτοιων διαχωρισμών θα έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν. Μια προϋπόθεση για καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των λευκών ανδρών της πλειοψηφίας του πληθυσμού και των ανδρών μεταναστών θα ήταν να αντιμετωπίσουν, οι πρώτοι, με ειλικρίνεια, τον εσωτερικευμένο ρατσισμό και τα αντισημιτικά στερεότυπα, τις εικόνες των «άλλων ανδρών» και την τάση να προβάλλουν «κακές», αποκηρυγμένες και διχασμένες πτυχές του εαυτού τους, στους «άλλους άνδρες».

[1] σ.τ.qv. Η έννοια του συσχετισμού (relationality) αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους και δίνουν νόημα στις καθημερινές τους επαφές και αποφάσεις. Έχει ως αφετηρία τη συνάφεια και το συσχετισμό (τη σημασία του «ανήκειν» σ’ ένα ευρύτερο σύνολο), σε αντιδιαστολή με τις προσεγγίσεις του ατομικισμού.

[2] σ.τ.qv. Το «διαφανής» περιγράφει το πώς η κυρίαρχη κατηγορία έχοντας τη θέση του κατεξοχήν υποκειμένου οριοθετείται μέσω της κατάταξης και ανάλυσης των αντικειμενοποιημένων Άλλων έτσι ώστε να μη μιλάει για τον εαυτό της παρά μόνο μέσω εκείνων που αποκλείονται από αυτή. Έτσι ο ρατσιστικός λόγος περιγράφει και κατηγοριοποιεί αναλυτικά τον «μαύρο» ή τον «ασιάτη» ως αποκλίσεις απ’ τον κανονικό και άρα αυτονόητα υπερέχων λευκό, αποδίδοντάς τους χαρακτηριστικά, πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα που άξονα τους έχουν τον υποθετικά αξιολογικά ουδέτερο λευκό άνδρα. Με τον τρόπο αυτό ο λευκός άνδρας δεν διεκδικεί ορατότητα στο δημόσιο χώρο αφού η παρουσία του είναι αυτονόητη, άρα «διαφανής», σε αντίθεση με τον μη-λευκό που η δημόσια παρουσία του ελέγχεται και αποτελεί αντικείμενο συνεχούς έρευνας. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει απλά στις ευρωπαϊκές ή βορειοαμερικανικές κοινωνίες όπου οι λευκοί υπερέχουν αριθμητικά, αλλά οπουδήποτε ο ρατσισμός αποτελεί ενεργή σημασία της πολιτικής ζωής. Αντίστοιχα στην ετεροσεξιστική κοινωνία ο στρέιτ άνδρας είναι «διαφανής» ως κυρίαρχη κατηγορία ακόμη και σε ένα γκέι μπαρ.

[3] σ.τ.qv. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, για την ελληνική περίπτωση, μιας τέτοιας αναπαράστασης, υπάρχει στο τραγούδι Gucci Φόρεμα του Μαζωνάκη. Στους στίχους του τραγουδιού αναφέρεται: "Αν δε σ’ αρέσει το αμάξι μου μη σώσεις ποτέ / πάρε το βουτυρόπαιδο απ’ την Κηφισιά με BMW / που λέει το βράδυ πριν ξαπλώσει καληνύχτα μαμά / και παριστάνει τον τυπά με τα λεφτά του μπαμπά / πάρε αυτόν, θα φας καλά, με μαμά και μπαμπά / κήπο, πισίνα και λεφτά / να του αλείφεις βούτυρο στο ψωμί / και κατά τ’ άλλα εσύ να ζεις μες στη μεγάλη χλιδή".

[4] σ.τ.qv. Η έννοια της αποκειμενοποίησης προέρχεται από την ψυχανάλυση, ενώ υπήρξε κεντρική στο έργο της Julia Kristeva. Αναφέρεται σε αυτό που η Kristeva θεωρεί ως πρωταρχική δύναμη απόρριψης, η οποία κατευθύνεται στη φιγούρα της μητέρας, ακριβώς επειδή από αυτήν υπάρχει θεμελιώδης εξάρτηση. Η έννοια της αποκειμενοποίησης χρησιμοποιήθηκε και από την κοινωνική θεωρία. Έναν ορισμό της κριστεβικής έννοιας του αποκειμένου βρίσκουμε στο κείμενο της Αθηνάς Αθανασίου, «Αναζητώντας τη σημειωτική χώρα: ετερότητα, αποστροφή και ο τρόμος του εκ-τοπισμένου υποκειμένου»: «Αποκείμενο» είναι αυτό που εκπίπτει ή αποβάλλεται από την κοινωνική ορθολογικότητα του συμβολικού συστήματος, η μιαρή ύλη που εκδιώκεται με τρόμο και αποστροφή από το σώμα ως ριζική και εκφυλισμένη ετερότητα, παγιώνοντας έτσι έναν ασφαλή, σταθερό και ακέραιο εαυτό» [Αθηνά Αθανασίου, Ζωή στο όριο: Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική, 2008, σ. 97].

[5] σ.τ.qv. Σαν παράδειγμα κατανόησης της φράσης αυτής παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! του Φώκνερ, όπου σκιαγραφεί με γλαφυρότητα την αντίφαση σαγήνης και απαξίωσης που δημιουργεί η σχέση με αυτό που απαξιώνεις. 
«Γιατί δεν ήταν το όνομα, η λέξη, το γεγονός ότι με φώναξε Ρόζα. Όταν ήμαστε παιδιά έτσι με φώναζε, όπως εκείνους τους φώναζε Χένρυ και Τζούντιθ –ήξερα πως ακόμα και τώρα εξακολουθούσε να φωνάζει τη Τζούντιθ (και τον Χένρυ όταν μίλαγε γι’ αυτόν) με το μικρό της όνομα. Και θα μπορούσε πολύ φυσικά να εξακολουθεί να με φωνάζει κι εμένα Ρόζα, μια και για όσους γνώριζα ήμουν ακόμα παιδί. Μα δεν ήταν αυτό. Δεν εννοούσε καθόλου αυτό- μάλιστα, όσο κράτησε εκείνη η στιγμή που στεκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο (εκείνη η στιγμή πριν το σώμα μου που συνέχιζε να προχωράει περάσει ξυστά από δίπλα της και φτάσει στη σκάλα) μου ’δειξε περισσότερη ευγένεια και σεβασμό απ όσο κάθε άλλος που γνώριζα- το ξερα πως από τη στιγμή που μπήκα από ’κείνη την πόρτα, τουλάχιστον για κείνην δεν ήμουνα παιδί. «Ρόζα;», φώναξα. «Σε μένα; Κατάμουτρα;» Τότε μ’ άγγιξε, και τότε πάγωσα. Ίσως και τότε ακόμα το σώμα μου να μη σταμάτησε, μια και μου φάνηκε σαν να ’σπρωχνε ακόμα στα τυφλά το στέρεο κι ωστόσο ασύλληπτο βάρος (το όχι δικό της: εκείνη δεν ήταν παρά όργανο- επιμένω σ’ αυτό) εκείνης της θέλησης να μου φράξει το δρόμο προς τη σκάλα- ίσως ο ήχος της άλλης φωνής, η μια λέξη που ειπώθηκε στο κεφαλόσκαλο από πάνω μας, είχε κιόλας ακουστεί και μας είχε χωρίσει πριν ακόμα αυτό (το σώμα μου) σταματήσει. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως η ύπαρξή μου ολάκερη σα να ‘πεσε με τυφλή φόρα πάνω σε κάτι τερατώδες κι ακίνητο, μ’ ένα φοβερό τράνταγμα που τόσο γρήγορο και τόσο σύντομο δε μπορούσε να ‘ναι μόνο κατάπληξη και αγανάκτηση για κείνο το μαύρο απαγορευτικό και αδείλιαστο χέρι πάνω στη λευκή γυναικεία σάρκα μου. Γιατί υπάρχει κάτι στο άγγιγμα της σάρκας με σάρκα που καταργεί, που διασχίζει κοφτά κι άμεσα τα στριφτά λαβυρίνθινα κανάλια των διαχωρισμών της ευπρέπειας, που οι εχθροί καθώς κι οι εραστές το ξέρουν γιατί αυτό τους φτιάχνει και τους δύο- άγγιγμα κι άγγιγμα αυτού που είναι το προπύργιο της προσωπικής περιοχής του κεντρικότερου Είμαι: όχι πνεύμα, ψυχή- το μέθυσο και ξέζωστο μυαλό είναι στου καθενός τη διάθεση σε κάθε σκοτεινιασμένο διάδρομο τούτης της γήινης νομής. Ας αγγίξει όμως σάρκα σάρκα, και θα δεις να καταρρέουν όλα τα συνθήματα κάστας και χρώματος που δεν είναι άλλο από τσόφλια. Ναι, πάγωσα- όχι γυναίκας χέρι, όχι νέγρας χέρι, μα σκληρό χαλινάρι που ελέγχει κι οδηγεί την άγρια και αλύγιστη θέληση- φώναζα όχι σ’ αυτήν, σ’ αυτό- σ’ αυτό μιλούσα μέσα από τη νέγρα, τη γυναίκα, μόνο εξαιτίας της έκπληξης που ακόμα δεν ήταν αγανάκτηση γιατί γρήγορα θα γινότανε φρίκη, μην περιμένοντας και μην παίρνοντας απάντηση γιατί κι οι δυο ξέραμε πως δε μιλούσα σε κείνη: «Παρ’ το χέρι σου από πάνω μου, αράπω!»

[6]σ.τ.qv. Η όπερα Madame Butterfly αποτελεί μια κλασική αναπαράσταση ενός ετεροφυλόφιλου έρωτα, ανάμεσα σε έναν αμερικάνο στρατιωτικό και μια γιαπωνέζα. Στην ιστορία αυτή παρακολουθούμε την ασιατική θηλυκότητα να σαγηνεύεται από την δυτική αρρενωπότητα και αντίστροφα. Στην ταινία Madame Butterfly του Κρόνενμπεργκ, παρακολουθούμε μία «πειραγμένη» εκδοχή της αναπαράστασης αυτής. Μεταφερμένο από την ιαπωνία στην κίνα, το επικό straight story ανατρέπεται επανειλημμένα στην ταινία του Κρόνενμπεργκ, καθώς τα όρια των φύλων θολώνουν και παρουσιάζονται ως μεταβλητά. Το ίδιο ευμετάβλητα άραγε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε και τα όρια της φυλής; Θα είχε νόημα για παράδειγμα, μια άλλη «πειραγμένη» εκδοχή ετεροφυλόφιλου ρομαντικού έρωτα ανάμεσα σε έναν κινέζο επιχειρηματία και μια λευκή αμερικανίδα μαζορέτα;

πηγή: http://www.qvzine.net/qv4/no03.html#1

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

John Holloway – Η Κριτική Σκέψη απέναντι στη Λερναία Ύδρα του καπιταλισμού























Ομιλία του Τζον Χόλογουεϊ στο ζαπατιστικό συνέδριο Η Κριτική Σκέψη απέναντι στη Λερναία Ύδρα του καπιταλισμού, CIDECI-Unitierra, Σαν Κριστόμπαλ, Τσιάπας, Μεξικό (3-9 Μαΐου 2015)


Είναι τιμή και χαρά να βρίσκομαι εδώ. Νιώθω πως θέλω να χορέψω, αλλά δεν θα το κάνω, θα επικεντρωθώ σε αυτό που μας ζήτησαν. Θα μιλήσω για την κριτική σκέψη και θα εξηγήσω πώς μπορούμε να σκοτώσουμε τη λερναία ύδρα του καπιταλισμού. Γι’ αυτό πρόκειται: μιλάμε για λερναία ύδρα όχι για να νιώσουμε τρόμο, αλλά για να σκεφτούμε πώς θα τη νικήσουμε. Ο μύθος της λερναίας ύδρας είχε ευτυχισμένο τέλος. Αντίστοιχα, κι εμείς πρέπει να φτάσουμε σε ένα αίσιο τέλος. Κριτική σκέψη θεωρώ όχι τη σκέψη της καταστροφής, αλλά εκείνη που ψάχνει την ελπίδα σε έναν κόσμο όπου μοιάζει να μην υπάρχει ελπίδα. Κριτική σκέψη είναι αυτή που ανοίγει το κλειστό και ταρακουνάει το σταθερό. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε την καταιγίδα αλλά και κάτι παραπάνω, να καταλάβουμε ότι στο κέντρο της καταιγίδας υπάρχει κάτι που μας ανοίγει δρόμους προς άλλους κόσμους.

Η καταιγίδα έρχεται, ή καλύτερα βρίσκεται ήδη εδώ και συνεχώς δυναμώνει. Έχουμε ένα όνομα για την καταιγίδα που είναι εδώ: Αγιοτσινάπα[1]. Η Αγιοτσινάπα ως φρίκη αλλά και ως σύμβολο πολλών άλλων φρικαλεοτήτων, η Αγιοτσινάπα ως συμπυκνωμένη έκφραση του Δ’ παγκοσμίου πολέμου[2].

Από πού έρχεται η καταιγίδα; Όχι από τους πολιτικούς – αυτοί είναι απλώς οι εκτελεστές της καταιγίδας. Ούτε από τον ιμπεριαλισμό, αφού δεν είναι παράγωγο των κρατών, oύτε καν των πιο ισχυρών. Η καταιγίδα προέρχεται από τη μορφή με την οποία είναι οργανωμένη η κοινωνία. Είναι έκφραση της απόγνωσης, της ευθραυστότητας και της αδυναμίας μιας μορφής κοινωνικής οργάνωσης που ξεπέρασε πλέον την ημερομηνία λήξης της, είναι έκφραση της καπιταλιστικής κρίσης. Το κεφάλαιο είναι από μόνο του μια συνεχής επίθεση. Μας λέει καθημερινά: «Πρέπει να βάλεις σε συγκεκριμένο καλούπι αυτό που κάνεις. Η μόνη έγκυρη δραστηριότητα σε αυτή την κοινωνία είναι αυτή που στηρίζει την εξάπλωση της κερδοφορίας του κεφαλαίου».

Η επίθεση του κεφαλαίου έχει μια δυναμική. Για να επιβιώσει, πρέπει να υποτάσσει τη δική μας δραστηριότητα στη λογική του κέρδους, κάθε μέρα και πιο εντατικά: «Σήμερα πρέπει να δουλέψεις πιο γρήγορα από χθες, σήμερα πρέπει να σκύψεις το κεφάλι περισσότερο από χθες».

Αυτό ήδη μας δηλώνει την αδυναμία του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο εξαρτάται από εμάς, από το αν θέλουμε ή αν μπορούμε να αποδεχτούμε αυτό που μας επιβάλλει. Εάν πούμε «Συγνώμη, αλλά σήμερα θα καλλιεργήσω το χωράφι μου» ή «Σήμερα θα παίξω με τα παιδιά μου» ή «Σήμερα θα κάνω κάτι που έχει νόημα για μένα» ή απλώς «Όχι, δεν θα υποκύψουμε», τότε το κεφάλαιο δεν μπορεί να αντλήσει το απαιτούμενο κέρδος, το ποσοστό κέρδους πέφτει και το κεφάλαιο περιέρχεται σε κρίση. Με άλλα λόγια, εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, η δική μας άρνηση υποταγής, η δική μας αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Εμείς, ως κρίση του κεφαλαίου, ως υποκείμενα αξιοπρέπειας και όχι ως θύματα, είμαστε η ελπίδα που ψάχνει η κριτική σκέψη. Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και είμαστε περήφανοι που αποτελούμε την κρίση ενός συστήματος που μας σκοτώνει.

Αυτή η κατάσταση προκαλεί απόγνωση στο κεφάλαιο, το οποίο αναζητά όλες τις πιθανές μεθόδους για να επιβάλει την υποταγή που χρειάζεται: τον αυταρχισμό, τη βία, τις εργασιακές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Εισάγει, επίσης, ένα παιχνίδι, μια φαντασία· αν δεν μπορούμε να αντλήσουμε το απαιτούμενο κέρδος, θα προσποιηθούμε ότι υπάρχει, θα φτιάξουμε τη χρηματική αναπαράσταση μιας αξίας που δεν έχει παραχθεί, θα επεκτείνουμε το χρέος για να επιβιώσουμε και, ταυτόχρονα, θα το χρησιμοποιήσουμε ώστε να επιβάλουμε την απαιτούμενη πειθαρχία. Η επέκταση του χρέους είναι επέκταση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και αποτελεί έκφραση της βίαιης αδυναμίας του. Ωστόσο, αυξάνει την αστάθειά του και, επιπλέον, δεν κατορθώνει να επιβάλει την απαιτούμενη πειθαρχία. Οι κίνδυνοι για το κεφάλαιο από την πλασματική επέκταση είναι σαφείς με την κατάρρευση του 2008, ενώ γίνεται όλο και περισσότερο εμφανές ότι η μοναδική διέξοδος για το κεφάλαιο είναι μέσω του αυταρχισμού: όλη η διαπραγμάτευση για το ελληνικό χρέος μάς δείχνει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για έναν πιο ήπιο καπιταλισμό, ο μόνος δρόμος για το κεφάλαιο είναι αυτός της λιτότητας και της βίας. Αυτή είναι η καταιγίδα που έρχεται, η καταιγίδα είναι ήδη εδώ.

Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς που λέμε «Όχι», εμείς που λέμε «Αρκετά με τον καπιταλισμό!», εμείς που λέμε ότι είναι ώρα να σταματήσουμε να παράγουμε κεφάλαιο, ότι πρέπει να δημιουργήσουμε μια άλλη μορφή ζωής. Το κεφάλαιο εξαρτάται από εμάς, επειδή αν σταματήσουμε να παράγουμε κέρδος (υπεραξία) με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, τότε το κεφάλαιο θα σταματήσει να υπάρχει. Εμείς δημιουργούμε το κεφάλαιο, και αν αυτό βρίσκεται σε κρίση, είναι επειδή δεν παράγουμε το κέρδος που είναι απαραίτητο για την επιβίωσή του. Γι’ αυτόν το λόγο μας επιτίθενται με τόσο βίαιο τρόπο.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση έχουμε, στην πραγματικότητα, δύο επιλογές αγώνα. Μπορούμε να πούμε «Ναι, συμφωνώ, ας συνεχίσουμε να παράγουμε κεφάλαιο και να στηρίζουμε την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, αλλά θέλουμε καλύτερες συνθήκες ζωής για όλους». Αυτή είναι η επιλογή των κυβερνήσεων και των κομμάτων της Αριστεράς: του ΣΥΡΙΖΑ, του Podemos, των κυβερνήσεων στη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμη κι αν μπορούσαν να βελτιώσουν ορισμένες πτυχές των συνθηκών ζωής, υπάρχει πολύ μικρή πιθανότητα για έναν ηπιότερο καπιταλισμό εξαιτίας της ίδιας της απόγνωσης του κεφαλαίου.

Η άλλη επιλογή είναι να πούμε «Άντε γεια, κεφάλαιο. Φύγε, θα βρούμε άλλους τρόπους να σχετιζόμαστε μεταξύ μας και με μη ανθρώπινες μορφές ζωής, θα βρούμε άλλους τρόπους να ζούμε, που δεν καθορίζονται από το χρήμα και την επιδίωξη του κέρδους αλλά από τις δικές μας συλλογικές αποφάσεις».

Εδώ, σε αυτό το σεμινάριο βρισκόμαστε στο επίκεντρο της δεύτερης επιλογής. Το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε Ζαπατίστας, Κούρδους, χιλιάδες κινήματα είναι ότι απωθούμε τον καπιταλισμό προσπαθώντας να δημιουργήσουμε κάτι διαφορετικό. Όλες και όλοι λέμε «Φτάνει, κεφάλαιο, η εποχή σου πέρασε, φύγε, δημιουργούμε κάτι καινούργιο». Το εκφράζουμε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: με το να ανοίγουμε ρωγμές στον τοίχο του κεφαλαίου και να προκαλούμε τη σύγκλισή τους, με το να δημιουργούμε το κοινό, να κομμουνιστικοποιούμε, να είμαστε το κίνημα του πράττειν ενάντια στην εργασία, το κίνημα της αξίας χρήσης ενάντια στην ανταλλακτική αξία, το κίνημα της αξιοπρέπειας ενάντια σε έναν κόσμο βασισμένο στην ταπείνωση. Δεν έχει μεγάλη σημασία με ποιον τρόπο το εκφράζουμε – το σημαντικό είναι ότι δημιουργούμε εδώ και τώρα έναν κόσμο πολλών κόσμων.

Αλλά, έχουμε αρκετή δύναμη; Έχουμε δύναμη ικανή ώστε να πούμε ότι δεν μας ενδιαφέρει η καπιταλιστική επένδυση και η καπιταλιστική απασχόληση; Έχουμε δύναμη να απωθήσουμε εντελώς τη σημερινή μας εξάρτηση από το κεφάλαιο για επιβίωση; Έχουμε τη δύναμη να πούμε το οριστικό αντίο στο κεφάλαιο;

Πιθανώς δεν την έχουμε, για την ώρα. Πολλοί από όσους βρισκόμαστε εδώ παίρνουμε μισθό ή υποτροφία που προέρχεται από τη συσσώρευση του κεφαλαίου ή, αν όχι, θα αρχίσουμε την επόμενη εβδομάδα να ψάχνουμε για καπιταλιστική εργασία. Η άρνησή μας προς το κεφάλαιο είναι μια άρνηση σχιζοφρενική: θέλουμε να πούμε ένα κατηγορηματικό αντίο και δεν μπορούμε ή δυσκολευόμαστε πολύ. Δεν υπάρχει καθαρότητα σε αυτό τον αγώνα. Η πάλη για να σταματήσουμε να παράγουμε κεφάλαιο είναι επίσης μια πάλη ενάντια στη δική μας εξάρτηση από το κεφάλαιο. Είναι, δηλαδή, μια πάλη για να χειραφετήσουμε τις δικές μας δημιουργικές ικανότητες, τη δική μας δύναμη να παράγουμε, τις δικές μας παραγωγικές δυνάμεις.

Σε αυτή τη θέση βρισκόμαστε, γι’ αυτό ήρθαμε εδώ. Είναι ανάγκη να οργανωθούμε, φυσικά· όχι όμως να δημιουργήσουμε μια οργάνωση με Ο κεφαλαίο, αλλά να οργανωθούμε με πολλαπλούς τρόπους, για να ζήσουμε από τώρα τους κόσμους που θέλουμε να δημιουργήσουμε.

Το πρωί οι εξεγερμένοι υποδιοικητές μας ζήτησαν να παραθέσουμε κάποιες προκλητικές ιδέες. Υποθέτω πως η ομιλία μου μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις θεωρητικές προκλήσεις:
1) Κριτική σκέψη δεν είναι εκείνη που μιλάει για την καταστροφή, αλλά η σκέψη που αναζητά την ελπίδα μέσα στην καταστροφή.
2) Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και νιώθουμε περήφανοι γι’ αυτό. Όλη η σκέψη σχετικά με την καταιγίδα ξεκινά από αυτό το σημείο.
3) Ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε τη λερναία ύδρα είναι να σταματήσουμε να παράγουμε κεφάλαιο και να ασχοληθούμε με τη δημιουργία άλλων κόσμων, που δεν βασίζονται στο χρήμα και το κέρδος, αλλά στην αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση.
Ακούγεται εύκολο, αλλά ξέρουμε πως δεν είναι. Επομένως, πώς συνεχίζουμε; Πώς προχωράμε; Ρωτώντας, φυσικά. Να ρωτάμε, να αγκαλιαζόμαστε, να οργανωνόμαστε.

[1] (Σ.τ.Μ.) Πόλη στο Γκερέρο του Μεξικού. Η πορεία διαμαρτυρίας των φοιτητών της παιδαγωγικής σχολής της Αγιοτσινάπα στις 26-09-2015 κατέληξε στη βίαιη καταστολή και εξαφάνιση 43 φοιτητών από τις αστυνομικές δυνάμεις.
[2] (Σ.τ.Μ.) Οι ζαπατίστας έχουν αναφερθεί επανειλημμένα στον τέταρτο παγκόσμιο πόλεμο.

πηγή: http://www.respublica.gr/2015/06/column/holloway/

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μανιφέστο Ενάντια στην Εργασία [Ομάδα Krisis]


















1. Η κυριαρχία της νεκρής εργασίας

Ένα πτώμα κυριαρχεί στην κοινωνία – το πτώμα της εργασίας. Όλες οι δυνάμεις της υφηλίου συμμάχησαν προκειμένου να υπερασπίσουν την κυριαρχία του: ο πάπας και η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Τόνυ Μπλερ και ο Γιεργκ Χάιντερ, συνδικάτα και επιχειρηματίες, γερμανοί οικολόγοι και γάλλοι σοσιαλιστές. Το μόνο σύνθημα που ξέρουν είναι: δουλειά, δουλειά, δουλειά! Όποιος δεν έχει ξεχάσει ακόμη να συλλογίζεται, θα συνειδητοποιήσει εύκολα τον παραλογισμό μιας τέτοιας στάσης. Διότι η κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η εργασία δεν αντιμετωπίζει κάποια προσωρινή κρίση· έρχεται αντιμέτωπη με το απόλυτο όριό της. Την επαύριο της μικροηλεκτρονικής επανάστασης, η παραγωγή πλούτου έγινε ολοένα και πιο ανεξάρτητη από την πραγματική ανάλωση της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης σε βαθμό που στο πρόσφατο παρελθόν μόνο η επιστημονική φαντασία θα μπορούσε να διανοηθεί. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται πλέον ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να σταματήσει ή πόσο μάλλον να αντιστραφεί. Η πώληση του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη στον 21o αιώνα είναι τόσο πολλά υποσχόμενη όσο αποδείχτηκε ότι ήταν η πώληση ιππήλατων ταχυδρομικών αμαξών στον 20ό αιώνα. Ωστόσο, όποιος δεν είναι ικανός να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη σ’ αυτήν την κοινωνία θεωρείται «πλεονάζων» και θα πεταχτεί στον κάλαθο των κοινωνικών αχρήστων.
Ο δε μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω. Αυτή η κυνική αρχή βρίσκεται ακόμα σε ισχύ· κι ακόμη περισσότερο στις μέρες μας, ακριβώς επειδή καθίσταται απελπιστικά απαρχαιωμένη. Είναι στ’ αλήθεια ένας παραλογισμός: ποτέ στο παρελθόν η κοινωνία δεν ήταν τόσο πολύ κοινωνία της εργασίας όσο είναι σήμερα που η ίδια η εργασία έχει γίνει πλεονάζουσα. Πάνω στο νεκροκρέβατό της η εργασία αποδεικνύεται μία ολοκληρωτική εξουσία που δεν ανέχεται άλλους θεούς δίπλα της. Καθώς διαποτίζει μέσα από τους πόρους της καθημερινής ζωής την ψυχή, η εργασία ελέγχει τόσο τη σκέψη όσο και την πράξη. Οποιαδήποτε δαπάνη ή κόπος είναι θεμιτός αρκεί να παραταθεί τεχνητά η διάρκεια ζωής του «ειδώλου της εργασίας». Η παρανοϊκή κραυγή για «απασχόληση» δικαιολογεί την καταστροφή των φυσικών πόρων με πιο εντατικούς ρυθμούς, παρ’ όλο που οι ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα έχουν γίνει αντιληπτές εδώ και πολύ καιρό. Ακόμη και τα έσχατα εμπόδια για την πλήρη εμπορευματοποίηση οποιασδήποτε κοινωνικής σχέσης μπορεί να αρθούν άκριτα, αρκεί να υπάρχει η πιθανότητα να δημιουργηθούν κάποιες άθλιες «θέσεις εργασίας». Το σύνθημα «μια οποιαδήποτε δουλειά είναι καλύτερη από το να μην υπάρχει δουλειά» έγινε η ομολογία πίστης που απαιτείται από τον καθένα στις μέρες μας.
Όσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι η κοινωνία της εργασίας πλησιάζει στο τέλος της, τόσο και πιο βίαια απωθείται η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος από τον δημόσιο λόγο. Οι μέθοδοι της απώθησης μπορεί να διαφέρουν, αλλά μπορούν να συνοψιστούν σ’ έναν κοινό παρονομαστή. Το παγκοσμίως προφανές γεγονός ότι η εργασία αποδεικνύεται ένας παράλογος αυτοσκοπός, επανερμηνεύεται πεισματικά ως ατομική ή συλλογική αποτυχία ατόμων, εταιρειών, ή ακόμα και ολόκληρων «αναπτυξιακών» περιοχών, λες και ο κόσμος έχει καταληφθεί από μία καθολική έμμονη ιδέα. Ο αντικειμενικός δομικός φραγμός της εργασίας οφείλει να εμφανιστεί ως υποκειμενικό πρόβλημα όσων έχουν ήδη αποκλειστεί.
Κι ενώ μερικοί άνθρωποι θεωρούν την ανεργία αποτέλεσμα υπερβολικών απαιτήσεων, χαμηλών επιδόσεων ή έλλειψης ευελιξίας, για άλλους οφείλεται στην ανικανότητα, τη διαφθορά ή την απληστία των πολιτικών ή των διευθυντικών στελεχών “τους”, συμπεριλαμβανομένης της ροπής αυτών των “ηγετών” να ακολουθούν πολιτικές “απάτης”. Στο τέλος, όλοι συμφωνούν με τον Ρόμαν Χέρτσογκ, πρώην πρόεδρο της Γερμανίας, ο οποίος είπε: «Σ’ ολόκληρη τη χώρα όλοι πρέπει να συνεργαζόμαστε», λες και το πρόβλημα ήταν η παρακίνηση, ας πούμε, μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ή μιας πολιτικής σέχτας. Ο καθένας και η καθεμία οφείλει να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά, ακόμα κι αν οι δουλειές έχουν γίνει αέρας κοπανιστός. Το ζοφερό μετα-μήνυμα αυτών των προτροπών δεν μπορεί να παρερμηνευτεί: όσοι παρ’ όλα αυτά αποτύχουν να εξασφαλίσουν την εύνοια του «ειδώλου της εργασίας» θα επωμιστούν τις ευθύνες, θα ξεγραφτούν και θα παραγκωνιστούν.
Ο νόμος αυτός της ανθρωποθυσίας ισχύει σε παγκόσμια κλίμακα. Η μια χώρα μετά την άλλη συνθλίβεται κάτω από την μπότα του οικονομικού ολοκληρωτισμού, αποδεικνύοντας έτσι τη μία και μοναδική “αλήθεια”: Η χώρα παραβίασε τους λεγόμενους «νόμους της οικονομίας της αγοράς». Η λογική της κερδοφορίας θα τιμωρήσει όποια χώρα δεν εναρμονιστεί απολύτως, χωρίς ενδοιασμούς για τις απώλειες, με τις τυφλές διεργασίες του καθολικού ανταγωνισμού. Οι λαμπροί ελπιδοφόροι τού σήμερα είναι τα επιχειρηματικά σκουπίδια τού αύριο. Ωστόσο, οι κυρίαρχοι ψυχωτικοί της οικονομίας διατηρούν ακλόνητη την αλλόκοτη κοσμοθεωρία τους. Εν τω μεταξύ, τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ανακηρύχτηκαν λίγο-πολύ κοινωνικά απόβλητα. Το ένα καπιταλιστικό «αναπτυξιακό» κέντρο μετά το άλλο συντρίβεται. Μετά την καταστροφική κατάρρευση των αναπτυσσόμενων χωρών του Νότου και μετά την αποτυχία του κρατικο-καπιταλιστικού τμήματος της παγκόσμιας κοινωνίας της εργασίας στην Ανατολή, οι υποδειγματικοί μαθητές του οικονομικού μοντέλου της Ανατολικής Ασίας παραδόθηκαν στην λήθη. Ακόμα και στην Ευρώπη εξαπλώνεται ήδη ο κοινωνικός πανικός. Παρ’ όλα αυτά, οι δονκιχώτες της πολιτικής και του μάνατζμεντ συνεχίζουν όλο και πιο αδυσώπητα τη σταυροφορία στο όνομα του «ειδώλου της εργασίας».

Το προτεινόμενο αξίωμα είναι ότι καθένας θα πρέπει να μπορεί να ζήσει από την εργασία του. Επομένως, το να μπορεί να ζήσει κανείς υπόκειται σ’ έναν όρο, και δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, Βάσεις του φυσικού νόμου σύμφωνα με τις αρχές της επιστημονικής θεωρίας, 1797

2. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία του απαρτχάιντ

Καθώς η επιτυχημένη πώληση του εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» γίνεται η εξαίρεση παρά ο κανόνας, μια κοινωνία προσηλωμένη στην παράλογη αφηρημένη έννοια της εργασίας οδηγείται αναπόφευκτα στο να αναπτύξει μια τάση για κοινωνικό απαρτχάιντ. Όλες οι φράξιες της ευρείας διακομματικής συναίνεσης σχετικά με την εργασία, με άλλα λόγια το στρατόπεδο της εργασίας, αποδέχτηκαν στα κρυφά εδώ και καιρό αυτή τη λογική και τη στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις. Δεν υπάρχει καμία διαμάχη για το αν όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού θα εξωθηθούν στο περιθώριο και θα αποκλειστούν από την κοινωνική συμμετοχή· υπάρχει διαμάχη μόνο για το πώς θα επιβληθεί αυτή η κοινωνική επιλογή.
Η νεοφιλελεύθερη φράξια εμπιστεύεται αυτή τη βρόμικη κοινωνικοδαρβινιστική δουλειά στο «αόρατο χέρι» των αγορών. Η αντίληψη αυτή αξιοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, εξοστρακίζοντας όσους αδυνατούν να ακολουθήσουν την ξέφρενη κούρσα του ανταγωνισμού. Η ποιότητα του να είσαι άνθρωπος απονέμεται μόνο σε όσους ανήκουν στην ξιπασμένη αδελφότητα των νικητών της παγκοσμιοποίησης. Περιττό να πούμε ότι ο καπιταλιστικός αυτοσκοπός απαιτεί όλους τους φυσικούς πόρους του πλανήτη. Κι όταν αυτοί δεν μπορούν πλέον να επιστρατευτούν στην υπηρεσία του κέρδους, πρέπει να μείνουν αχρησιμοποίητοι ακόμη κι αν ολόκληροι πληθυσμοί εξολοθρεύονται από την πείνα.
Η αστυνομία, διάφορες σωτηριολογικές αιρέσεις, η Μαφία και τα συσσίτια των φιλόπτωχων σωματείων αναλαμβάνουν την ευθύνη αυτών των ενοχλητικών ανθρώπινων αποβλήτων. Στις ΗΠΑ και στις περισσότερες χώρες της κεντρικής Ευρώπης υπάρχουν περισσότεροι φυλακισμένοι απ’ ό,τι σε μια τυπική στρατιωτική δικτατορία. Στη Λατινική Αμερική εκτελούνται καθημερινά από ανεξέλεγκτα αποσπάσματα θανάτου περισσότερα παιδιά του δρόμου και άλλοι φτωχοί απ’ ό,τι διαφωνούντες στις χειρότερες περιόδους πολιτικής καταπίεσης. Έχει απομείνει μία μόνο κοινωνική λειτουργία για τους εξοστρακισμένους: να αποτελούν το παράδειγμα προς αποφυγή. Η μοίρα τους προορίζεται απλώς να κεντρίσει όσους συμμετέχουν ακόμη στον ξέφρενο ανταγωνισμό για τ’ αποφάγια του κοινωνικού κράτους. Ακόμα και οι αποτυχημένοι πρέπει να κρατιούνται σε αγχώδη κινητικότητα έτσι ώστε να μην τους περάσει καν από το μυαλό η ιδέα να εξεγερθούν ενάντια στους αφόρητους καταναγκασμούς που αντιμετωπίζουν.
Και όμως, ακόμα και με το τίμημα της αυτοεξόντωσης, ο θαυμαστός καινούριος κόσμος της ολοκληρωτικής οικονομίας της αγοράς θα παρέχει στους περισσότερους ανθρώπους μονάχα μια ζωή μέσα στις σκιές, μια ζωή ανθρώπων-σκιών σε μια “σκιώδη” οικονομία. Σαν χαμηλόμισθοι σκλάβοι και δημοκρατικοί δουλοπάροικοι της «κοινωνίας παροχής υπηρεσιών», θα πρέπει να υπηρετούν ταπεινωμένοι τους καλοζωισμένους νικητές της παγκοσμιοποίησης. Οι σύγχρονοι «εργαζόμενοι φτωχοί» μπορούν να γυαλίζουν τα παπούτσια των τελευταίων επιχειρηματιών της θνήσκουσας κοινωνίας της εργασίας, μπορούν να τους πουλούν βρομερά χάμπουργκερ, ή μπορούν να καταταγούν στις υπηρεσίες security για να φυλάνε τα εμπορικά τους κέντρα. Όσοι έχουν παραιτηθεί από το να σκέφτονται μπορούν να ονειρεύονται την αναρρίχησή τους στη θέση ενός εκατομμυριούχου της βιομηχανίας των υπηρεσιών.
Εν τω μεταξύ, στις αγγλοσαξονικές χώρες αυτό το τρομακτικό σενάριο είναι ήδη πραγματικότητα, όπως εξάλλου και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και στην ανατολική Ευρώπη· και η Ευρωζώνη πρόκειται να ακολουθήσει με γοργά βήματα. Οι σχετικές οικονομικές εφημερίδες δεν κρύβουν το πώς φαντάζονται το μέλλον της εργασίας. Τα παιδιά στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που καθαρίζουν παρμπρίζ αυτοκινήτων σε μολυσμένα σταυροδρόμια παρουσιάζονται ως λαμπρά παραδείγματα «επιχειρηματικής πρωτοβουλίας» και θα αποτελέσουν υπόδειγμα για τους άνεργους στην αντίστοιχη τοπική «έρημο των υπηρεσιών». «Υπόδειγμα για το μέλλον είναι το άτομο ως επιχειρηματίας της ίδιας του της εργασιακής δύναμης, καθώς αναλαμβάνει την πρόνοια του εαυτού του και καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνο για το σύνολο της ζωής του», λέει η «Επιτροπή για τα μελλοντικά κοινωνικά ζητήματα των ελεύθερων κρατιδίων της Βαυαρίας και της Σαξονίας». Και συμπληρώνει: «Θα υπάρξει μεγαλύτερη ζήτηση για κοινές υπηρεσίες προσωπικής και οικιακής φροντίδας, αν οι παρεχόμενες υπηρεσίες γίνουν φθηνότερες, αν δηλαδή ο “πάροχος των υπηρεσιών” παίρνει χαμηλότερο μισθό». Σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν αυτοσεβασμό, μια τέτοια δήλωση θα ξεσήκωνε κοινωνική εξέγερση. Όμως, σ’ έναν κόσμο υποτακτικών δουλευταράδων θα προκαλέσει απλώς ένα νεύμα ανήμπορης συγκατάνευσης.

Ο απατεώνας κατέστρεψε την εργασία παρ’ όλο που άρπαξε το μισθό ενός εργάτη. Τώρα θα πρέπει να εργαστεί χωρίς μισθό και την ίδια στιγμή να ονειρεύεται μέσα στο κελί του ότι ευλογείται από την επιτυχία και το κέρδος. […] Μέσω της καταναγκαστικής εργασίας θα εκπαιδευτεί να εργάζεται ενάρετα σαν να ασκεί μία ελεύθερη προσωπική δραστηριότητα.
Βίλχελμ Χάινριχ Ρηλ, Η γερμανική εργασία, 1861


Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

"Τα Εξάρχεια δεν είναι για όλους. Και καλά κάνουν." του Σπύρου Δαπέργολα





















Ας αναρωτηθεί ο καθένας και η καθεμιά, σε περίπτωση που είναι μισθωτός/η, άνεργος/η, φτωχός/η χωρίς άκρες, χωρίς θέση εξουσίας χωρίς μια Lifestyle αναγνωρίσιμη μούρη πόσα είναι τα μέρη στα οποία του απαγορεύεται η πρόσβαση.
Βέβαια δεν υπάρχει κανένας νόμος που να σε εμποδίζει να κυκλοφορείς στο Κολωνάκι: η οικονομική αδυναμία είναι αυτή που δεν σε αφήνει να κανείς κάτι περισσότερο από το να οδηγείς το παπί σου στους δρόμους του.
Δεν θα σου ρίξουν πόρτα αν δοκιμάσεις να κολυμπήσεις σε διάφορες γραφικές παραλίες της Αττικής: είναι η κλειστή πόρτα από το το ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας του καπιταλιστή που έχτισε τη βίλα του πάνω στο κύμα που θα σε σταματήσει. Και στην Πολιτεία μπορείς να περπατήσεις και στο Καστρί και στην Εκάλη. Ακόμα κι αν δεν σε σταματήσει το σεκιούριτι (και η εργασία είναι ιερό δικαίωμα, το λέει και το σύνταγμα… ) γρήγορα θα αντιληφθείς ότι αυτά τα μέρη δεν είναι για σένα όσο δεν καταφέρνεις να γίνεις αφεντικό, κρατικός αξιωματούχος, σοβαρός μαφιόζος, Lifestyle παράσιτο ή έως ότου υπομονετικά βάλεις στην άκρη βασικούς μισθούς μερικών εκατοντάδων ετών.
Υπάρχουν μέρη που δεν είναι για όλους, που δεν είναι για αυτούς που βρίσκονται στην βάση της κοινωνίας. Που δεν είναι για τους πολλούς.
Πόσα είναι στην τελική αυτά τα μέρη; Θα αναρωτηθεί η κοινή λογική.
Ελάχιστα. Πραγματικά, πολύ λίγα σε όλη την ελληνική επικράτεια
Όπως ελάχιστοι είναι κι αυτοί που έχουν πλήρη πρόσβαση σε αυτά. Την δυνατότητα (γιατί εκεί είναι το θέμα και όχι στις αστικές κενοδοξίες περί “δικαιωμάτων”) να μπορέσουν να τους κάνουν χρήση.
Τα ελάχιστα αυτά μέρη στα οποία η “πλέμπα”, το “πόπολο”, οι προλετάριοι, (οι δικοί μας δηλαδή) δεν μπορούν να πάνε δεν είναι άλλο από τα συμβολικά “βασιλικά κτήματα” της εξουσίας, εκεί που η νέα αριστοκρατία της αστικής τάξης και του κράτους κυνηγάει τα δικά της, τα αποκλειστικά δικά της “ελάφια”, κατά το πρότυπο της φεουδαρχίας. Τόποι που εκτός από το να εξασφαλίζουν καλοπέραση και ασφάλεια για την άρχουσα τάξη, μέσα από καθεστώς της εξαίρεσης, συμβολίζουν την δύναμη και την εξουσία της παντού.
Και τι έγινε στην τελική, υπάρχουν πολύ καλύτερες αμμουδιές από την Ψαρού και μάλιστα τσάμπα. Η Αθήνα είναι γεμάτη μαγαζιά που όσοι έχουν ακόμα ένα μισθό μπορούν να πάνε, οι περισσότερες παραλίες στην αττική είναι ακόμα άχτιστες και χωρίς πλαζ.
Πράγματι υπάρχουν τόσα ελεύθερα βουνά που κάνουν την Αράχωβα να δείχνει δυστοπία με αυθαίρετα. Σε κανέναν από τους πολλούς (με εξαίρεση προφανώς αυτούς που τυχαίνει να ζούν εκεί που “ο βιομήχανος κλείνει μια παραλία”) δεν λείπουν τα κάθε λογής βασιλικά κτήματα. Δεν είναι αυτός ο λόγος που τα ζηλεύουν τόσοι πολλοί εκμεταλλευόμενοι και τα στραβοκοιτάνε κάποιοι άλλοι λίγοι.
Όπως δεν είναι αυτός και ο λόγος που πολιτικοί, καθεστωτικοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι ωρύονται για το “άβατο των Εξαρχείων”. Πέρα από ελάχιστους δεν έχουν κανένα λόγο να θέλουν να κυκλοφορήσουν στα Εξάρχεια.
Το πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι πως αντίθετα από ότι πιστεύουν οι θαμώνες των “βασιλικών κτημάτων”, ούτε αυτοί τελικά έχουν άνετη πρόσβαση παντού στην κοινωνία την οποία δυναστεύουν.
Και το να υπάρχει στο εσωτερικό μιας κατακτημένης περιοχής ένας θύλακας εχθρικός για τους κατακτητές είναι πάντα, από την αυγή της οικονομικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής εξουσίας ένα καμπανάκι κινδύνου.
Όποιος δεν εξαρτά την ενημέρωσή του από τα δελτία των 8.00 γνωρίζει καλά ότι την εξουσία στα Εξάρχεια την έχει το ελληνικό κράτος και το οικονομικό σύστημα που υπάρχει στην περιοχή είναι ο καπιταλισμός.
Ούτε εκεί αν δεν έχεις φράγκο μπορείς να φας σε ένα εστιατόριο, πολύ περισσότερο στους “Γιάντες”. Δεν υπάρχουν μπλόκα στους δρόμους, ούτε τελωνειακοί σταθμοί κατά την είσοδο (αν και υπάρχουν διμοιρίες των ΜΑΤ με το ανάλογο ύφος). Αρκετοί πλούσιοι ζουν στην περιοχή, ενώ η “ντόπια αστική τάξη του κρατιδίου” (βασικά η βιοτεχνία της διασκέδασης) μια χαρά κονομάει, μπορεί μάλιστα κατά καιρούς να πουλάει και (αληθινή ή μαϊμού) προοδευτικότητα για κάποια ζητήματα ενώ ταυτόχρονα δεν κολλάει ένσημα στους εργάτες της.
Αυτό που διαφοροποιεί τα Εξάρχεια είναι η ιστορική παρουσία του συγκεκριμένου πολιτικοκοινωνικού υποκειμένου και η σφραγίδα που άφησε επί δεκαετίες και αφήνει καθημερινά στην περιοχή. Ένα πολυσχιδές υποκείμενο το ισχυρότερο αλλά όχι πλειοψηφικό κομμάτι του οποίου είναι οι αναρχικοί ( μικρό κομμάτι του αναρχικού κινήματος σε επίπεδο πρωτεύουσας).
Από τις μεγαλύτερες γειτονιές διασκέδασης στο λεκανοπέδιο, συχνά υπο στρατιωτική αστυνομική κατοχή, τα Εξάρχεια είναι το αθηναϊκό μεταπολιτευτικό αντίστοιχο της “αριστερής όχθης” που φυτρώνει στις δυτικές μητροπόλεις. Με το underground στοιχείο, με τη νεολαία, με τη νύχτα,με τους “επαναστάτες” και με τις χιλιάδες αντιφάσεις που ενδημούν στις “αριστερές όχθες” και που συνήθως αποσιωπούνται στις ιστορικές αγιογραφίες τους.. Είναι μια συγκεκριμένη ισορροπία με υλικό όμως χαρακτήρα.
Αυτή η ισορροπία διάκειται εχθρικά σε ανθρώπους της εξουσίας, σε θεματοφύλακες του νόμου, σε φασίστες. Όσοι φαντάζονται ότι πρόκειται για κάποια τουριστική ατραξιόν μπορούν να βρεθούν σε κίνδυνο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εκεί επενδύει ένα μέρος της ζωής του ένα κομμάτι της κοινωνίας το οποίο έχει βρει σοβαρούς λόγους να αντιπαλεύει την εξουσία και τους ανθρώπους της. Εκεί η διάχυτη συνθήκη κάνει το ακριβό αυτοκίνητο στόχο αντί για ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, οι επιδείξεις πλούτου δεν εκτιμώνται ιδιαίτερα, τουλάχιστον αυτές που δεν έχουν τη σοφία να μεταμφιεστούν σε μποέμ. Εκεί οι μαφιόζοι αναγκάζονται να βγουν από την αφάνεια “και να κάνουν πιο πέρα” γιατί κάποιοι κουτσά στραβά στέκονται απέναντί τους, εκεί ο αστυνομικός φυλάει κάπως τα νώτα του.
Εν κατακλείδι τα Εξάρχεια είναι μια κατακτημένη περιοχή, υπο πλήρη κρατικό έλεγχο και με συνθήκες άγριου καπιταλισμού στην οποία όμως έχει κερδηθεί ένα έδαφος ελευθερίας. Κι η ελευθερία δαγκώνει.
Είναι κατανοητό να σκανδαλίζεται ο κάθε πολιτικός ή δημοσιογράφος επειδή υπάρχει ένας τόπος που τον εχθρεύεται ακριβώς γιατί είναι στην κορυφή της πυραμίδας, ένας τόπος που η “αναγνωρισιμότητα” αντί να ανοίγει πόρτες φέρνει σφαλιάρες. Είναι λιγότερο κατανοητό αυτή η στάση να εκφράζεται από ανθρώπους της άλλης άκρης της πυραμίδας. Δεν είναι καθόλου κατανοητές διάφορες σχιζοφρενικές κριτικές που αντιμετωπίζουν τους αναρχικούς σαν κάποιου είδους κυβέρνηση των Εξαρχείων ή τα Εξάρχεια σαν την προδομένη Εδέμ της αναρχίας.
“Σοσιαλισμός” σε μία μόνο γειτονιά είναι ανέφικτος και μέχρι η κοινωνία να αποφασίσει να καταλάβει συνολικά “την γή της” είναι ελπίδα για την κοινωνία να υπάρχουν τόποι στον αστικό ιστό που η ζωή για τους από πάνω γίνεται λίγο πιο δύσκολη. Ακόμα κι αν αυτή η δυσκολία περιορίζεται στο να πρέπει να αλλάξουν εστιατόριο, ή να πρέπει να παρκάρουν την πόρσε σε κάποιο πάρκινγκ περιμετρικά ή να πρέπει να μεταφέρουν την πιάτσα των ναρκωτικών “πιο κάτω”.
Και για όλους τους λόγους είναι καλό να συνεχίσουν τα Εξάρχεια να είναι αυτό που είναι και να κάνουν τον εαυτό τους πολλά περισσότερα ακόμα.
Κι ακόμα καλύτερα, να γίνουν κι άλλα Εξάρχεια, σε άλλα σημεία της πόλης . Κι άλλοι τόποι πολιτικής ζύμωσης, κι άλλοι τόποι συγκέντρωσης ακηδεμόνευτης έκφρασης, κοινωνικού και πολιτικού πλούτου, να γίνουν περισσότερα τα μέρη στα οποία οι εμβληματικές φιγούρες της άλλης πλευράς του κοινωνικού πολέμου θα μπορούν να βγουν για λίγο από το πετσί του ρόλου του κυνηγού και να νοιώσουν όπως νοιώθουν οι πολλοί: θηράματα.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Διακινητές μεταναστών: «τέρατα» ή «σωτήρες»; της Ανν Γκάλαχερ























Η παράνομη διακίνηση μεταναστών αποτελεί μια σκληρή και εκμεταλλευτική πρακτική, εντούτοις συχνά είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγει κανείς από τη φτώχεια ή τον πόλεμο. Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος προϋποθέτει μια θεμελιακή επανεξέταση των καθεστώτων μετανάστευσης, περιλαμβανομένης και της πολιτικής για τους πρόσφυγες.

Για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που επιθυμούν ή πρέπει να μεταναστεύσουν, οι επιλογές γίνονται σταδιακά όλο και πιο δύσκολες, επικίνδυνες και ακριβές. Η νόμιμη πρόσβαση στους προορισμούς που προτιμάν αποτελεί πια επιλογή μόνο για τους λίγους προνομιούχους. Οι υπόλοιποι ωθούνται στις ανοιχτές αγκαλιές αυτών που μπορούν να τους βοηθήσουν παρακάμπτοντας τα αυξανόμενα μέτρα ελέγχου και αποτροπής. Η παράνομη διακίνηση μεταναστών (η διασυνοριακή μεταφορά ανθρώπων με αντάλλαγμα το κέρδος) είναι, σύμφωνα με τις σχετικές εκθέσεις, μια από τις γρηγορότερα αναπτυσσόμενες και πιο επικερδείς μορφές οργανωμένου εγκλήματος. Είναι επίσης πολύ ευέλικτη, καθώς ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις αλλαγές της ζήτησης, των κατασταλτικών και νομοθετικών πιέσεων. Για παράδειγμα, χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, και όχι στη δράση των ανθρωπιστικών οργανώσεων, έγινε δυνατή η έξοδος εκατομμυρίων Σύριων από τη χώρα τους τα τελευταία χρόνια.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως οι περισσότεροι μετανάστες που φεύγουν μη νόμιμα από τη χώρα τους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των παράνομων διακινητών σε κάποιο στάδιο του ταξιδιού τους: τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν ξεκάθαρα του κόστους και των κινδύνων. Ειδικά για τους πρόσφυγες, οι παράνομοι διακινητές έχουν συχνά ζωτική σημασία, μια και οι νόμοι απόδοσης ασύλου απαιτούν από αυτούς που ζητούν προστασία να βρίσκονται εκτός της χώρας προέλευσής τους. Οι χώρες στις οποίες οι πρόσφυγες φτάνουν εύκολα είναι συνήθως ακατάλληλες ή απρόθυμες να τους προσφέρουν την προστασία και τη στήριξη που χρειάζονται. Οι παράνομοι διακινητές προσφέρουν στους πελάτες τους τη δυνατότητα να επηρεάσουν προς όφελός τους τις ελάχιστες πιθανότητες που σχεδόν πάντα έχουν ξεκινώντας το ταξίδι τους. Οι υπερασπιστές των προσφύγων το ξέρουν καλά αυτό, κι έτσι η υποστήριξή τους στον πόλεμο κατά της «διευκόλυνσης της παράτυπης μετανάστευσης» είναι πολύ διστακτική. Ο Τζέιμς Σ. Χάθαγουεϊ, ένας από τους κορυφαίους μελετητές του προσφυγικού δικαίου, έχει υποστηρίξει πως «οι παράνομοι διακινητές παίζουν έναν κρίσιμο ρόλο βοηθώντας τους πρόσφυγες να φτάσουν σε κάποιο ασφαλές μέρος». Απόψεις σαν του Χάθαγουεϊ μπορεί να διατυπώνονται σπάνια, αλλά δεν είναι ασυνήθεις.
Όταν κανείς βλέπει τόσο καταφανείς αδικίες σε τόσα μέρη του κόσμου, ίσως να μπει στον πειρασμό να ειδωλοποιήσει αυτούς που προσφέρουν μια έξοδο στους πληττόμενους πληθυσμούς. Αλλά μια τέτοια σκέψη θα ήταν συναισθηματική και αφελής. Ξέρουμε αρκετά πώς δουλεύει η παράνομη διακίνηση, για να συναισθανόμαστε πως δεν πρόκειται για κάποια σύγχρονη ανθρωπιστική επιχείρηση, μια εκδοχή της κινηματογραφικής «Λίστας του Σίντλερ». Πρόκειται, αντίθετα, για μια άθλια και ποταπή δραστηριότητα, με μοναδικό στόχο το χρηματικό κέρδος, ενώ συχνά βάζει σε σοβαρό κίνδυνο την ασφάλεια ή και τη ζωή όσων εμπλέκονται. Καθώς τα διακυβεύματα έχουν αυξηθεί, αναφέρονται ολοένα και συχνότερα περιστατικά βίας και κακοποίησης. Κάθε χρόνο, χιλιάδες μετανάστες πνίγονται προσπαθώντας να διασχίσουν τη Μεσόγειο για την Ευρώπη: παρατημένοι στα ανοιχτά πάνω σε αναξιόπλοα, και συχνά ανεπάνδρωτα σκάφη, παρότι έχουν πληρώσει πανάκριβα για το ταξίδι. Αντίστοιχες ιστορίες αφηγούνται και αυτοί που προσπαθούν να φτάσουν στην Αυστραλία από ενδιάμεσους σταθμούς στην Ινδονησία, όπως κι εκείνοι που προσπαθούν να μπουν στις ΗΠΑ διασχίζοντας το απέραντο και αφιλόξενο νότιο σύνορό τους.
Η «διευκόλυνση» της μετανάστευσης πολύ συχνά μετατρέπεται σε ανήκουστη κακομεταχείριση και εκμετάλλευση. Πολλοί Σομαλοί και Αιθίοπες πρόσφυγες που διακινούνται μέσω του Κέρατος της Αφρικής πέφτουν θύματα σωματικής βίας, σεξουαλικών επιθέσεων, εκβιασμών, εμπορίας ανθρώπων και φυλακίσεων από εθνικές αρχές (goo.gl/MW4zUJ). Σε μια τραγωδία που έχει μείνει ντροπιαστικά εκτός επικαιρότητας, χιλιάδες γυναίκες μετανάστριες από την ίδια περιοχή απλώς εξαφανίστηκαν, πιθανότατα θύματα απαγωγής για εκμετάλλευση (goo.gl/NKd9tC). Η Μεξικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει διατυπώσει τον απίστευτο ισχυρισμό ότι περίπου 20.000 από τους μετανάστες που προσπαθούν να μπουν στις ΗΠΑ απάγονται κάθε χρόνο και ζητούνται λύτρα για την απελευθέρωσή τους (goo.gl/gmVEHO).
Η κοινή γνώμη, ήδη ανήσυχη για την παράτυπη μετανάστευση, μπορεί εύκολα να αποδεχτεί τη δράση ενάντια στους παράνομους διακινητές, καθώς μάλιστα δεν είναι τόσο μια επίθεση στους μετανάστες καθαυτούς όσο σε εκείνους που εκμεταλλεύονται την αδυναμία και την απελπισία τους. Υπογραμμίζοντας τη σύνδεση με το διεθνές οργανωμένο έγκλημα, τα κράτη μπορούν πιο εύκολα να χαρακτηρίσουν την παράνομη διακίνηση μεταναστών απειλή για τη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια. Αυτό με τη σειρά του βοηθά στη δικαιολόγηση της αυστηροποίησης των συνοριακών ελέγχων, καθώς και της εντεινόμενης στρατιωτικοποίησης όλων των επόψεών τους.
Παρά την αυξανόμενη ενημέρωση για την κλίμακα και τη σοβαρότητα της εκμετάλλευσης των μεταναστών, η διεθνής αντίδραση στην παράνομη διακίνησή τους είναι μέχρι στιγμής ασυντόνιστη και αντιφατική. Τα μέτρα προστασίας όσων υφίστανται ακραία εκμετάλλευση (π.χ. νόμοι κατά της εμπορίας ανθρώπων) σπάνια εφαρμόζονται όταν τα θύματα είναι παράτυποι μετανάστες. Το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της Παράνομης Διακίνησης Μεταναστώνυποχρεώνει τα κράτη να ποινικοποιούν αυτή τη δραστηριότητα. Ωστόσο, το εργαλείο αυτό ελάχιστα συνεισφέρει στη διάλυση της γενικευμένης πεποίθησης ότι η παράνομη διακίνηση είναι έγκλημα κατά του κράτους, και ότι οι παράτυποι μετανάστες είναι συνένοχοι στην ίδια τους την κακοτυχία, και όχι θύματα που δικαιούνται προστασία και στήριξη. Πολλά κράτη έχουν, ούτως ή άλλως, απορρίψει τη σχετικά μετριοπαθή προσέγγιση του Πρωτοκόλλου του ΟΗΕ. Και αγνοούν το γράμμα και το πνεύμα των διεθνών τους δεσμεύσεων, κλείνοντας μυστικές συμφωνίες και νομικά αμφιλεγόμενες επιχειρήσεις που στοχεύουν στην απώθηση των διακινητών και την αποτροπή των μεταναστών από τη χρήση των υπηρεσιών τους.
Οπότε, τι μπορεί να γίνει; Δυστυχώς, όχι πολλά. Ο αριθμός των ανθρώπων που επιθυμούν –ή αναγκάζονται– να μετακινηθούν δεν δείχνει να μειώνεται· αντίθετα, πιθανότατα, θα αυξηθεί. Ακόμα και τα κράτη με τις καλύτερες προθέσεις θα αποδειχθούν ανίκανα να απορροφήσουν αυτές τις ροές χωρίς τεράστιο κόστος και σημαντική κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Απούσης μιας γνήσιας συνεργασίας βασισμένης στην εμπιστοσύνη και σε μια αίσθηση μοιρασμένης ευθύνης, τα κίνητρα για κάποια αλλαγή είναι ελάχιστα: το κράτος που θα δείξει μεγαλύτερη προθυμία, για παράδειγμα διασώζοντας μετανάστες που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα, θα επωμισθεί αναπόφευκτα δυσανάλογο φορτίο.
Η παράτυπη, διευκολυνόμενη μετανάστευση είναι ένα έμπρακτο παράδειγμα αυτού που αποκαλείται «ανεπίλυτο πρόβλημα»: πρόβλημα που ανθίσταται στην επίλυσή του, συνήθως γιατί είναι μεταβλητό και ασαφές, και γιατί αποτελεί σύμπτωμα άλλων παραγόντων που με τη σειρά τους ανθίστανται στην αλλαγή. Στο περίπτωσή μας, αυτοί οι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, αυτή καθαυτή η ύπαρξη των κρατών, οι μεγάλες ανισότητες μεταξύ τους, οι στρεβλώσεις της αγοράς που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και αγαθών αλλά όχι και εργαζομένων, καθώς και ένα δυσλειτουργικό και στρεβλά εφαρμοζόμενο καθεστώς ασύλου που επιβραβεύει μονάχα όσους μετακινούνται. Η προκύπτουσα κατεύθυνση των πραγμάτων είναι στην ουσία απρόσβλητη σε οποιαδήποτε αντίδραση εκτός από την πιο δρακόντεια: η παράτυπη μετανάστευση μπορεί πιθανώς να επιβραδυνθεί μόνο μέσω της ανελέητης εκδήλωσης τεράστιας δύναμης και της παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων σε κλίμακα ασυνήθιστη και άβολη για τις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Είναι δύσκολο να προβλεφθεί ποιος θα υποχωρήσει πρώτος στον σκληρό πόλεμο ανάμεσα στους μετανάστες και τους διακινητές τους απ’ τη μια, και τις χώρες-προτιμώμενους προορισμούς απ’ την άλλη. Πιθανότατα ο πόλεμος θα συνεχιστεί χωρίς ξεκάθαρους νικητές και ηττημένους, πάντως οι μετανάστες και η αφοσίωσή μας στα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια θα έχουν υποστεί σίγουρα τα σοβαρότερα πλήγματα.
Παρότι αποδεχόμαστε το αναπόφευκτο της παράτυπης μετανάστευσης, και άρα ότι η παράνομη διακίνηση μεταναστών δεν μπορεί να δαμαστεί, είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους απόδρασης από το τωρινό αδιέξοδο – ή, τουλάχιστον, εντοπισμού των μικρών ανοιγμάτων που ίσως αποτελούν τις απαρχές μιας αληθινής αλλαγής. Για παράδειγμα, πρέπει να απαιτήσουμε μεγαλύτερη διαφάνεια από τις κυβερνήσεις που εμπλέκονται σε δράσεις εναντίον της διακίνησης μεταναστών. Η τωρινή ατμόσφαιρα μυστικότητας (που τυπικά δικαιολογείται με όρους που θα ταίριαζαν περισσότερο σε αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις) είναι επικίνδυνη, αδικαιολόγητη και ανελεύθερη. Επίσης, πολλά περισσότερα θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνουν στο ευρύτερο ζήτημα των δικαιωμάτων των μεταναστών. Τα κράτη που καρπώνονται τα ανυπολόγιστα οφέλη του χαμηλού εργατικού κόστους των μεταναστών, τα οποία παράγουν τη ζήτηση στην οποία αυτοί απαντούν, δεν θα έπρεπε να τα συγχωρούμε τόσο εύκολα όταν υπερασπίζουν και συντηρούν ένα σύστημα που στερεί από τους μετανάστες ακόμα και την πιο στοιχειώδη νομική και κοινωνική προστασία.
μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου