Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Προκύρηξη της Πρωτοβουλίας για την Αυτοοργάνωση στην Εκπαίδευση








Απολογισμός και προοπτικές του νέου κινήματος

Όταν έγιναν οι πρώτες περικοπές μισθών στο δημόσιο (Μάρτης 2010), οι περισσότεροι  προβλέπαμε ότι το εργατικό κίνημα θα υπερασπιστεί μαζικά τα κεκτημένα. Όμως, οι  απεργίες και διαδηλώσεις που έγιναν, δεν μπορούν να θεωρηθούν μαζικές αντιδράσεις που αντιστοιχούν στο μέγεθος της επίθεσης. Aν δεν υπήρχε η 5η Μάη, θα λέγαμε ότι το κίνημα έχει ηττηθεί κατά κράτος. Η 5η Μάη ήταν το κορυφαίο γεγονός και η πιο μαζική και μαχητική διαδήλωση απ’ όσες έχουν πραγματοποιηθεί τους τελευταίους μήνες. Όσοι συμετείχαν, θα τη θυμούνται όχι μόνο για τη Μarfin, αλλά κυρίως για την απόπειρα χιλιάδων διαδηλωτών να εισβάλουν στη Βουλή. Μετά την 5η Μάη όμως ακολούθησε μία μάλλον απρόβλεπτη κάμψη. Κάθε μέρα βλέπουμε ότι δεν υπάρχει αγώνας που να μη σπάει. Ακόμα και τα φερέφωνα των τηλεοπτικών καναλιών έχουν απορήσει.

Οι αιτίες της κάμψης των κινητοποιήσεων
Θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε συνοπτικά τις αιτίες της αμηχανίας και του μουδιάσματος που φαίνεται να επικρατούν μετά την 5η Μάη, χωρίς να ξεχνάμε ότι πολύ συχνά στην ιστορία, μόλις εκδηλώνεται μία πολύ μεγάλη επίθεση του κεφαλαίου, επικρατεί ένα (προσωρινό) μούδιασμα και μία αμηχανία μέσα στις γραμμές του προλεταριάτου. Αλλά αυτό συμβαίνει στην αρχή. Ήδη βλέπουμε μέσα στον Οκτώβριο τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης. Οι απεργίες, οι καταλήψεις και οι διαδηλώσεις αυξάνονται μέρα με τη μέρα. Αλλά είναι διάσπαρτες και ασυντόνιστες. Ναυτεργάτες, μεταλλεργάτες, συμβασιούχοι ΥΠΠΟ, εργάτες γης στην Ηλεία, εργατοϋπάλληλοι στην Κόρινθο, βιβλιοϋπάλληλοι, εργαζόμενοι στα Ναυπηγεία, στους ΟΤΑ, στηνBanquet, στα «Ελληνικά Γράμματα», στο Μετρό, στην ΕΘΕΛ, στον ΟΣΕ, στη ΔΕΗ, μαθητές και φοιτητές έχουν βρεθεί το τελευταίο διάστημα στους δρόμους του αγώνα, αλλά μεμονωμένα και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

·     Πρώτα- πρώτα  το  γεγονός των  3  νεκρών  της Μarfin  της 5ης Μάη καθήλωσε προς στιγμή τη διάδοση και διάχυση των συγκρουσιακών διαθέσεων και προκάλεσε ένα ξαφνικό πάγωμα. Αν  δεν υπήρχε το γεγονός των 3 νεκρών, οι κινητοποιήσεις θα κλιμακώνονταν και θα διαρκούσαν  πολλές ώρες και ίσως μερικά 24ωρα. Από πολλές πλευρές ακουγόταν ότι η ηγεσία της ΓΣΣΕ πιεσμένη από το μαζικό κίνημα δε θα μπορούσε ν’ αποφύγει την παράταση της απεργίας. Η ιστορία του εργατικού κινήματος δείχνει ότι η δυναμική μίας μαζικής κινητοποίησης και οι απρόβλεπτες διαστάσεις που ενδεχομένως μπορεί να πάρει, καθορίζονται μέσα σε λίγες ώρες  από πολλούς αστάθμητους παράγοντες. Ένα γεγονός μπορεί να πυροδοτήσει μαζικό ξέσπασμα, αλλά αντίστοιχα ένα άλλο μπορεί να προκαλέσει αφοπλιστική αμηχανία.
·     Με την τρομοκρατία του «Δημόσιου χρέους» και την απειλή της «οικονομικής κατάρρευσης του κράτους» κυβέρνηση, αντιπολίτευση, ΕΕ και ΜΜΕ καλλιέργησαν έναν υπόκωφο κοινωνικό φόβο και προκάλεσαν ένα γενικευμένο σοκ. Μεθόδευσαν την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης της ΕΕ και στο ΔΝΤ. Με ευτελή πατριωτικά κηρύγματα επί μήνες δαιμονοποιούσαν κάθε εργατική κινητοποίηση ως υπονόμευση της δήθεν πανεθνικής προσπάθειας για οικονομική ανάκαμψη. Πέτυχαν, έτσι, να επιβάλουν στον πληθυσμό ένα παραλυτικό αίσθημα απέναντι στις  δυνάμεις που τον απειλούν. Επικράτησε σε μεγάλο βαθμό ο φόβος  όχι  μόνο για τα κεκτημένα, αλλά για την επερχόμενη γενική καταστροφή και το χάος που θα ακολουθήσουν, αν το τραπεζικό σύστημα και το κράτος κηρύξουν... «πτώχευση». Η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων  και του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας έγινε εν μέρει αποδεκτή ως το μοναδικό ανάχωμα προς το επερχόμενο χάος. Ας θυμηθούμε τον Ραούλ Βάνεγκεμ: «Δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο που δε γαντζώνεται απ’ αυτό τον κόσμο σαν να είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει». H επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου δε γίνεται σε μεμονωμένους εργασιακούς χώρους και στον άμεσο μισθό μόνο.  Πρόκειται για μια συνολική επίθεση στον έμμεσο, κοινωνικό μισθό, στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής, δηλαδή στους τομείς εκείνους που αναπαράγεται το εμπόρευμα εργατική δύναμη (εκπαίδευση, υγεία, μεταφορές, κοινωνική ασφάλιση). Με το φόβητρο της «κρίσης του χρέους» και τη «χρεοκοπία», το κράτος επιδιώκει την απόσπαση όλο και περισσότερης εργασίας με όλο και λιγότερες παροχές μειώνοντας δραστικά τις κοινωνικές δαπάνες και μετακυλίοντας όλο και περισσότερο το κόστος αναπαραγωγής μας σε μας τους ίδιους.
·     Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη του κινήματος είναι ο διαχωρισμός των προλετάριων. Η νέα λεηλασία των εργασιακών δικαιωμάτων και του εισοδήματος που επιβάλλει το κεφάλαιο δεν ενοποιεί τους προλετάριους, αλλά αντίθετα αναπαράγει και ενισχύει τους διαχωρισμούς μέσα στις γραμμές τους. Το πάγωμα και η μείωση των μισθών στο δημόσιο συνοδεύεται από τη συμπίεση των μισθών και την κατάργηση των συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα. Τα επιδόματα ανεργίας περιορίζονται δραστικά και απειλούνται με πλήρη κατάργηση. Η ψαλίδα μεταξύ των δήθεν «προνομιούχων» δημοσίων υπαλλήλων, των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, των μισοαπασχολούμενων και των ανέργων παραμένει και ενισχύεται. Δεν πιέζονται μόνο οι δήθεν «προνομιούχοι», έτσι ώστε να εξομοιωθούν με τους κατώτερα αμειβόμενους. Πιέζονται όλοι προς τα κάτω. Επίσης, οι διαχωρισμοί  ενισχύονται μέσω του εντεινόμενου κατακερματισμού των εργασιακών σχέσεων σε κάθε χώρο δουλειάς. Οι διαφορές παλιών-νέων-νεότερων επιδεινώνονται. Οι νεότεροι είναι ελαστικά εργαζόμενοι μισοαπασχολούμενοι, προσωρινοί ή ακόμα και άμισθοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί μέσω ΕΣΠΑ.
·     Ένα μεγάλο μέρος μισθωτών έγινε τα τελευταία 15 χρόνια αποδέκτης τραπεζικών δανείων πάσης φύσεως  και παγιδεύτηκε έτσι σε ένα διαρκές τρέξιμο για να καλύψει την εκάστοτε δόση. Όμως η θηλειά των δανείων υπήρχε και όταν ξέσπασε η πολυήμερη απεργία στην εκπαίδευση για τα 1400 ευρώ, δηλ. πριν 4 χρόνια. Τότε όμως υπήρχαν προσδοκίες για ουσιαστική βελτίωση του εισοδήματος. Τώρα αυτή η προσδοκία έχει εξαφανισθεί γιατί οι μισθωτοί, χρήστες της  τραπεζικής πίστωσης, υπέκυψαν στην καπιταλιστική προπαγάνδα και εσωτερίκευσαν τις ενοχές  για το χρέος. Στην περίοδο της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφάλαιου (που διανύουμε), οι καπιταλιστές, μέσω της πολιτικής του δημόσιου χρέους, επινοούν άλλους τρόπους έντασης της εκμετάλλευσης. Ενώ σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης αυξάνεται ο ιδιωτικός δανεισμός, σε περιόδους κρίσης αυξάνεται ο δημόσιος, άρα το «χρέος». Η επένδυση σε κρατικά ομόλογα εξασφαλίζει σίγουρα κέρδη που αποσπώνται από τη φορολόγηση των μισθωτών. Επομένως, το δημόσιο χρέος είναι βοήθεια προς το ιδιωτικό κεφάλαιο και πρέπει να συνυπολογίζεται στα κέρδη του. Είναι μοχλός συσσώρευσης κεφαλαίου με μορφή τόκων. Είναι όμως ταυτόχρονα και μοχλός ταξικής τρομοκρατίας και πειθάρχησης. Γιατί μέσω του δημόσιου χρέους οι κυβερνήσεις επιχειρούν να νομιμοποιήσουν τις μειώσεις του άμεσου και έμμεσου μισθού και να χαλιναγωγήσουν τις ταξικές συγκρούσεις και τις προλεταριακές επιθυμίες και προσδοκίες.
·     Ίσως  ένας  ακόμα παράγοντας  της  κάμψης του κινήματος  είναι  μία  «λανθασμένη εκτίμηση» που επικράτησε στους συνδικαλιστές της βάσης. Όταν δημοσιοποιήθηκε το πρόγραμμα σταθερότητας, οι αγωνιστές συνδικαλιστές της βάσης ανήγγειλαν μια μακρά περίοδο αγώνων, ενώ η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να τα σαρώσει όλα με συνοπτικές διαδικασίες. Αυτή η «λανθασμένη εκτίμηση» έχει φυσικά βαθύτερες ρίζες. Οφείλεται στον κομφορμισμό των συνδικαλιστών της βάσης. Βολεύονται με τη συνηθισμένη ρουτινιάρικη δουλειά μέσα στους εργαζόμενους (ζύμωση, κλαδικές απεργίες, αφίσες, προκηρύξεις, εκλογές στα σωματεία...) και  δυσκολεύονται να παραδεχτούν ότι αυτά τα εργαλεία έχουν πια πολύ μικρή αποτελεσματικότητα. Οι εργαζόμενοι από την άλλη, τροφοδοτούν τον κομφορμισμό των αγωνιστών συνδικαλιστών  λόγω της πιεστικής καθημερινότητας που τους παγιδεύει. Αφήνουν  τους «ειδικούς», τους «έμπειρους», τους «αγωνιστές» να οργανώσουν την αντίσταση και  αφοσιώνονται στα ιδιωτικά τους προβλήματαΕπί πλέον, καταφεύγουν συχνά σε ατομικές «λύσεις», τροφοδοτώντας το παλιό γνωστό σύστημα πελατειακών κομματικοσυνδικαλιστικών  σχέσεων.                                                                                                            
·     Αφήνουμε για το τέλος την απόδοση ευθυνών στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Ας  θυμηθούμε τι έγινε το 2001 με τις 24ωρες απεργίες για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο του Γιαννίτση. Ο πρωτογενής απεργιακός αναβρασμός που εκδηλώθηκε τότε ξεπέρασε κάθε  πρόβλεψη και ανάγκασε την κυβέρνηση σε αναδίπλωση. Κι όμως, ήταν μόνο δύο 24ωρες απεργίες της ΓΣΕΕ χωρίς καμία προετοιμασία, χωρίς απεργιακές φρουρές, χωρίς διαδικασίες βάσης, χωρίς επαναστατικές διεκδικήσεις, χωρίς αντισυμβατικές  μορφές οργάνωσης και πάλης. Φυσικά η απροθυμία των συνδικαλιστών ηγετών να οργανώσουν με διαδικασίες βάσης και απεργιακές επιτροπές τις 8 φετεινές επαναλαμβόμενες 24ωρες απεργίες, που αποφάσισαν μέσα στα γραφεία τους, υπονόμευσαν (όπως πάντα) την επιτυχία των απεργιών αυτών. Αλλά η (προσωρινή) κάμψη που παρουσιάζει το κίνημα δε σχετίζεται κυρίως με αυτή την υπονομευτική  απροθυμία της συνδικαλιστικής ηγεσίας. Σχετίζεται μάλλον με το γεγονός ότι η συστημική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με συνδικαλιστικούς όρους.
                                               
Τα όρια του συνδικαλισμού
Οι συνδικαλιστικοί αγώνες, επιδιώκουν να βελτιώσουν τους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης εντός της καπιταλιστικής σχέσης. Οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις γίνονται αυτοσκοπός αντί να προωθούν τη συνολική σύγκρουση τάξης ενάντια σε τάξη. Οι διαπραγματεύσεις των συνδικάτων με τους εργοδότες και το κράτος αναπαράγουν τους διαχωρισμούς μέσα στις γραμμές των εργαζομένων, μισοαπασχολούμενων, ανέργων και συντηρούν τις εκμεταλλευτικές σχέσεις.
Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι στη μέχρι σήμερα ιστορική φάση του καπιταλισμού, οι συνδικαλιστικοί αγώνες κατάφεραν να αποσπάσουν βελτιώσεις του μισθού, της σύνταξης και των κοινωνικών παροχών. Παρά τα εμπόδια που έβαζε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η ταξική πάλη πέτυχε μία σημαντική βελτίωση των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Η εμφάνιση όμως της νέας βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης καταστρέφει την υπάρχουσα ισορροπία. Η νέα λεηλασία των εργασιακών δικαιωμάτων και του εισοδήματος που επιχειρεί το κεφάλαιο (από την αρχή του 2010) διαλύουν την υπάρχουσα ταξική συνθήκη και απονομιμοποιούν τους θεσμούς στο σύνολό τους. Τα υπάρχοντα συνδικάτα αποδεικνύονται προς το παρόν ανίκανα να υπερασπίσουν το μισθό και τη σύνταξη. Η κρίση του καπιταλισμού συνοδεύεται από κρίση του συνδικαλισμού όσο κι αν η κοινωνική αδράνεια και οι σχέσεις πολιτικής πελατείας εμποδίζουν την ανάδυση αυτόνομων μορφών αγώνα.

Και τώρα;
Το επίμαχο ζήτημα που τίθεται είναι να βρεθούν οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να γεννηθούν οι νέες αντισυμβατικές μορφές ταξικής πάλης. Αυτές μπορεί να είναι από παραδειγματική μαχητική περιφρούρηση μίας απεργίας, μέχρι καταλήψεις γραφείων διοίκησης, δημόσιων υπηρεσιών, σχολείων, αλλά και έφοδοι σε πολυκαταστήματα και σε super market… Μπορεί να είναι όμως και κατάληψη-περιφρούρηση μίας επιχείρησης που «πτωχεύει» για να μην εκποιήσουν οι πιστωτές της τα περιουσιακά στοιχεία. Τέτοιες παραδειγματικές καταλήψεις μπορεί να συνοδεύονται και από νέες αντισυμβατικές πρακτικές όπως το “bossnapping”, δηλαδή τη «φυλάκιση» του αφεντικού μέσα στο γραφείο του. Μπορεί να είναι μία μορφή λευκής απεργίας. Μπορεί ακόμα να είναι και «κοινωνικοποίηση» της επιχείρησης, δηλαδή λειτουργική κατάληψη από τους απολυμένους εργάτες με τη στήριξη της τοπικής κοινωνίας. Τέτοια παραδείγματα είχαμε αρκετά στην κρίση της Αργεντινής.

Ας μιλήσουμε για τα νέα που έρχονται
Πρώτα-πρώτα πρέπει να μιλήσουμε για την επιτακτική ανάγκη να αρχίσουν να οργανώνονται δράσεις χωρίς συνδικαλιστική ή κομματική κάλυψη. Αυτό δε σημαίνει ότι προτρέπουμε τους εργάτες να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντα γραφειοκρατικοποιημένα συνδικάτα, αλλά ότι ενθαρρύνουμε κάθε πράξη ή δράση που δεν περιορίζεται στα ασφυκτικά όρια των θεσμοθετημένων συνδικαλιστικών πλαισίων. Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι το σύνθημα που πρέπει να κυριαρχήσει δεν είναι «Nα συσπειρωθούμε στα σωματεία μας», αλλά «Να οργανώσουμε επιτροπές αγώνα, παραδειγματικές δράσεις, καταλήψεις, απαλλοτριώσεις, συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές».
Δεύτερον, πρέπει να παραδεχτούμε ότι μάλλον οι δράσεις αυτές θα γεννηθούν αποκεντρωμέναΔε θα είναι ένα σχέδιο κάποιων «γνωστών αγωνιστών της βάσης» ή γενικά κάποιων «ενεργών συνδικαλιστικά ή πολιτικά». Οι άνθρωποι καταφεύγουν σε νέες μορφές οργάνωσης και πάλης, όταν δεν έχουν άλλο δρόμο.
Τρίτον, οι δράσεις αυτές μπορούν να γεννηθούν μάλλον πάνω στη βάση της άμεσης σχέσης των ανθρώπων και όχι με συζητήσεις και ψηφοφορίες στις τακτικές γενικές συνελεύσεις των γραφειοκρατικοποιημένων συνδικάτων ή στα γραφεία των κομμάτων, των οργανώσεων ή των συνδικαλιστικών παρατάξεων. Θα είναι καρπός της κοινής διάθεσης των οργισμένων εργατών, ανέργων, φοιτητών, κατοίκων της γειτονιάς να προχωρήσουν σε συγκεκριμένη δράση.
Τέταρτον και σπουδαιότερο: καθώς η επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου γίνεται συνολικά στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής, οι νέες αντισυμβατικές αμεσολάβητες δράσεις, που περιγράψαμε πιο πάνω, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην κατάργηση των διαχωρισμώνμεταξύ των προλετάριων. Γιατί θα προσπερνούν τα ιδιαίτερα κλαδικά αιτήματα και θα ενώνουν τους εργαζόμενους πάνω στη βάση της κοινής αντιμετώπισης του κοινού εχθρού. Καθώς θα ξεφεύγουν από το ασφυκτικό πλαίσιο των εργασιακών χώρων και θα διαχέονται στο πεδίο του κοινωνικού εργοστασίου, στο χώρο της κοινωνικής αναπαραγωγής, οι αγώνες αυτοί θα κυκλοφορούν βρίσκοντας το περιεχόμενό τους στη συλλογική αντεπίθεση ενάντια στη δραστική υποτίμηση της ζωής μας συνολικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου