Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

"Η Απόλαυση να Σκέφτεσαι Για τον Εαυτό Σου / Ελάχιστος Ορισμός της Ευφυίας", από την ομάδα For Ourselves




















Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τα μέλη της καταστασιακής ομάδας For Ourselves με αρχικό τίτλο ‘Ελάχιστος Ορισμός της Ευφυίας: Θέσεις για τη Δημιουργία μιας Αυτοθεωρίας’ (The Minimum Definition of Intelligence: Theses on the Construction of one’s Own Self-Theory). Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1975 στην επιθεώρηση The Spectacle (East Lansing, Michigan ΗΠΑ) μαζί με έναν σχετικό πρόλογο της ομάδας και υπό τον νέο τίτλο ‘Αυτοθεωρία: Η Απόλαυση να Σκέφτεσαι Για τον Εαυτό σου’ (Self-Theory: The Pleasure of Thinking For Yourself). Το 1985, το κείμενο αναδημοσιεύτηκε (χωρίς τον πρόλογο και τις τελικές σημειώσεις) στην επιθεώρηση Spectacular Times με τον τίτλο ‘Επαναστατική Αυτοθεωρία: Εγχειρίδιο για Αρχάριους’ (Revolutionary Self-Theory: A Beginner's Guide). Οι διαδοχικές ανατυπώσεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια παρεξέκλιναν ολοένα περισσότερο από το αρχικό κείμενο. Η ελληνική μετάφραση που κυκλοφορεί στην αγορά έχει βασιστεί ακριβώς σε κάποια από αυτές τις μεταγενέστερες ανατυπώσεις και αποτελεί χυδαία διαστρέβλωση της αυθεντικής εκδοχής.

Η παρούσα μετάφραση  βασίζεται στην ηλεκτρονική επανέκδοση του αυθεντικού κειμένου, η οποία έγινε τον Απρίλη του 2008 (http://www.lust-for-life.org).

Η ομάδα For Ourselves δημιουργήθηκε το 1974 στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια από πρώην μέλη της καταστασιακής ομάδας Negation (1972-73). Στο σύντομο χρονικό διάστημα της ύπαρξής της, δημοσίευσε μεταξύ άλλων το γνωστό ‘Δικαίωμα στην Απληστία: Θέσεις για την Πρακτική Αναγκαιότητα να Απαιτείς τα Πάντα’.  Μετά τη διάλυση της ομάδας, μερικά πρώην μέλη της δημιούργησαν τη συλλογικότητα Capitalist Crisis Studies, η οποία δημοσίευσε μια σειρά σημαντικών κειμένων αναφορικά με την οικολογική κρίση. Άλλα μέλη της ομάδας For Ourselves ήταν ο Bruce Gardner (aka Feanor) και ο Adam Cornford (aka Louis Michaelson), ο οποίος συμμετείχε αργότερα στην έκδοση της επιθεώρησης Processed World.


Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Φεβρουάριος 2009



Ελάχιστος Ορισμός της Ευφυίας
Θέσεις για τη Δημιουργία μιας Αυτοθεωρίας

(Αυτοθεωρία: Η Απόλαυση να Σκέφτεσαι Για τον Εαυτό Σου)

For Ourselves – Συμβούλιο για τη Γενικευμένη Αυτοδιεύθυνση
Για επικοινωνία:
P.O. Box 754 — Berkeley, CA 94701
P.O. Box 1503 — Palo Alto, CA 94302
P.O. Box 6461 — San Francisco, CA 94101


Αυτή η μπροσούρα απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους. Αν είσαι ευτυχισμένος με την τωρινή ύπαρξή σου, δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα μαζί σου. Ωστόσο, αν κουράστηκες να περιμένεις την αλλαγή της ζωής σου...

Αν κουράστηκες να περιμένεις την αυθεντική κοινότητα, την αγάπη και την περιπέτεια...
Αν κουράστηκες να περιμένεις το τέλος του χρήματος και της αναγκαστικής εργασίας...
Αν κουράστηκες να αναζητάς νέους περασμένους καιρούς για να περνάς τον καιρό σου...
Αν κουράστηκες να περιμένεις μια πλούσια, οργιώδη ύπαρξη...
Αν κουράστηκες να περιμένεις μια κατάσταση στην οποία θα μπορέσεις να πραγματοποιήσεις όλες τις επιθυμίες σου...
Αν κουράστηκες να περιμένεις το τέλος όλων των εξουσιών, των αλλοτριώσεων, των ιδεολογιών και των ηθικολογιών...

...τότε νομίζουμε ότι θα βρεις αρκετά εύχρηστα όσα ακολουθούν.


Ι

Ένα από τα μεγάλα μυστικά της άθλιας αλλά δυνητικά θαυμάσιας εποχής μας είναι ότι η σκέψη μπορεί να είναι μια απόλαυση. Αυτό είναι ένα εγχειρίδιο για τη δημιουργία της δικής σου αυτοθεωρίας. Η δημιουργία της αυτοθεωρίας σου είναι μια επαναστατική απόλαυση, είναι η απόλαυση της δημιουργίας τής αυτοθεωρίας σου για την επανάσταση.

Η κατασκευή τής αυτοθεωρίας σου είναι μια καταστροφική/δημιουργική απόλαυση, διότι κατασκευάζεις μια θεωρία-της-πρακτικής για τον καταστροφικό/δημιουργικό μετασχηματισμό αυτής της κοινωνίας.

Η αυτοθεωρία είναι μια θεωρία της περιπέτειας. Είναι εξίσου ερωτική και εύθυμη όσο και μια αυθεντική επανάσταση.

Η αλλοτρίωση που γίνεται αισθητή ως αποτέλεσμα της διενέργειας της σκέψης σου από τις ιδεολογίες των ημερών μας μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση της απολαυστικής άρνησης αυτής της αλλοτρίωσης: τη σκέψη για τον εαυτό σου. Πρόκειται για την απόλαυση της οικειοποίησης της διάνοιάς σου.

Η αυτοθεωρία είναι το σώμα της κριτικής σκέψης που δημιουργείς για δική σου χρήση. Την κατασκευάζεις και την χρησιμοποιείς όταν αναλύεις γιατί η ζωή σου είναι όπως είναι, γιατί ο κόσμος είναι όπως είναι (η ‘σκέψη’ και η ‘αίσθηση’ είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους, διότι η σκέψη προέρχεται από την υποκειμενική, συγκινησιακή εμπειρία). Κατασκευάζεις την αυτοθεωρία σου όταν αναπτύσσεις μια θεωρία της πρακτικής – μια θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο θα φτάσεις σε αυτό που επιθυμείς για τη ζωή σου.

Η θεωρία θα είναι μια πρακτική θεωρία – μια θεωρία της επαναστατικής πρακτικής – ή δε θα είναι τίποτα...τίποτα εκτός από ένα ενυδρείο ιδεών, μια ενατενιστική ερμηνεία του κόσμου. Το βασίλειο των ιδεωδών είναι η αιώνια αίθουσα αναμονής της μη-πραγματοποιημένης επιθυμίας.

Εκείνοι που υποθέτουν (συνήθως ασυνείδητα) ότι είναι αδύνατη η πραγματοποίηση των επιθυμιών της ζωής τους – και επομένως ότι είναι αδύνατο να παλέψουν για τον εαυτό τους – καταλήγουν συνήθως, αντίθετα, να παλεύουν για ένα ιδεώδες ή για ένα Σκοπό (δηλαδή έχουν την ψευδαίσθηση της αυτενέργειας ή της αυτο-πρακτικής). Εκείνοι που γνωρίζουν ότι αυτή η κατάληξη αποτελεί αποδοχή της αλλοτρίωσης θα γνωρίζουν τώρα ότι όλα τα ιδεώδη και όλοι οι Σκοποί είναι ιδεολογίες. 

ΙΙ

Όταν ένα σύστημα ιδεών διαρθρώνεται με μια αφαίρεση στο κέντρο του – αναθέτοντάς σου ένα ρόλο ή κάποια καθήκοντα για χάρη αυτής της αφαίρεσης – αυτό το σύστημα είναι μια ιδεολογία. Μια ιδεολογία είναι ένα σύστημα ψευδούς συνείδησης εντός του οποίου δε λειτουργείς πλέον ως υποκείμενο στη σχέση σου με τον κόσμο.

Οι διάφορες μορφές ιδεολογίας διαρθρώνονται γύρω από διαφορετικές αφαιρέσεις, αλλά εξυπηρετούν όλες τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης τάξης (ή μιας τάξης που φιλοδοξεί να γίνει κυρίαρχη) δίνοντας μια αίσθηση σκοπού στη θυσία, στον πόνο και στην υποταγή σου.

Η θρησκευτική ιδεολογία είναι το αρχαιότερο παράδειγμα: η φανταστική προβολή που αποκαλείται ‘Θεός’ είναι το Υπέρτατο Υποκείμενο του κόσμου, το οποίο επενεργεί σε κάθε ανθρώπινο ον ως το υποκείμενό ‘Του’.

Στις ‘επιστημονικές’ και ‘δημοκρατικές’ ιδεολογίες της αστικής επιχείρησης, η επένδυση του κεφαλαίου είναι το ‘παραγωγικό’ υποκείμενο που διευθύνει την παγκόσμια ιστορία – το ‘αόρατο χέρι’ που καθοδηγεί την ανθρώπινη ανάπτυξη. Η αστική τάξη χρειάστηκε να επιτεθεί και να αποδυναμώσει την ισχύ που κατείχε κάποτε η θρησκευτική ιδεολογία. Εξέθεσε τη μυστικοποίηση του θρησκευτικού κόσμου με την τεχνολογική έρευνά της, διευρύνοντας το βασίλειο των πραγμάτων και των μεθόδων από τις οποίες μπορούσε να αποκομίσει κέρδος.

Τα διάφορα είδη λενινισμού αποτελούν ‘επαναστατικές’ ιδεολογίες όπου το Κόμμα είναι το υποκείμενο που νομιμοποιείται να υπαγορεύσει την παγκόσμια ιστορία, καθοδηγώντας το αντικείμενό του – το προλεταριάτο – με στόχο να αντικαταστήσει τον αστικό μηχανισμό με έναν λενινιστικό μηχανισμό.

Μπορεί κανείς να δει καθημερινά πολλές άλλες μορφές ιδεολογιών. Η ανάδυση των νέων θρησκευτικών μυστικισμών εξυπηρετεί πλαγίως την κυρίαρχη διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων. Αυτοί οι μυστικισμοί παρέχουν μια κομψή μορφή με την οποία μπορεί να συγκαλύπτεται η κενότητα της καθημερινής ζωής και – όπως συμβαίνει  και με τα ναρκωτικά – να γίνεται ευκολότερο για κάποιον να ζήσει με αυτήν την κενότητα. Ο εθελοντισμός (βάλε πλάτη) και ο ντετερμινισμός (όλα θα γίνουν) μάς εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε την πραγματική θέση μας στη λειτουργία του κόσμου. Στην ιδεολογία της πρωτοπορίας, εκείνο που έχει σημασία είναι η καινοτομία αυτούσια και από μόνη της. Στον επιβιοτισμό, η υποκειμενικότητα αποκλείεται – λόγω του φόβου – με την επίκληση της εικόνας μιας επικείμενης καταστροφής του κόσμου.

Όταν αποδεχόμαστε μια ιδεολογία, αποδεχόμαστε την αντιστροφή υποκειμένου και αντικειμένου· τα πράγματα αποκτούν ανθρώπινη ισχύ και βούληση, ενώ τα ανθρώπινα όντα παίρνουν τη θέση πραγμάτων. Η ιδεολογία είναι η αντιστραμμένη θεωρία. Αποδεχόμαστε το διαχωρισμό ανάμεσα στη ρηχή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής μας και στην εικόνα μιας παγκόσμιας ολότητας που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Η ιδεολογία μάς προσφέρει μονάχα μια ηδονοβλεπτική σχέση με την ολότητα.

Με αυτόν το διαχωρισμό, και με αυτή την αποδοχή της θυσίας για χάρη του Σκοπού, κάθε ιδεολογία εξυπηρετεί την προστασία της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Οι εξουσίες των οποίων η ισχύς εξαρτάται από το διαχωρισμό πρέπει να αρνηθούν την υποκειμενικότητά μας για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Αυτή η άρνηση παίρνει τη μορφή της απαίτησης θυσιών ‘για το κοινό καλό’, ‘για το εθνικό συμφέρον’, ‘για την πολεμική προσπάθεια’, ‘για την επανάσταση’...

ΙΙΙ

Ξεφορτωνόμαστε τις παρωπίδες της ιδεολογίας ρωτώντας διαρκώς τον εαυτό μας...Πώς αισθάνομαι;

Απολαμβάνω τον εαυτό μου;
Πώς είναι η ζωή μου;
Παίρνω αυτό που θέλω;
Γιατί όχι;
Τι με εμποδίζει να πάρω αυτό που θέλω;

Αυτό σημαίνει να έχεις συνείδηση της καθημερινότητας, να έχεις επίγνωση της καθημερινής ρουτίνας. Το γεγονός ότι η Καθημερινή Ζωή – η πραγματική ζωή – υπάρχει είναι ένα δημόσιο μυστικό που γίνεται κάθε μέρα λιγότερο μυστικό, καθώς η φτώχεια της καθημερινής ζωής γίνεται ολοένα πιο ορατή.

IV

Η δημιουργία της αυτοθεωρίας βασίζεται στη σκέψη για τον εαυτό σου, στην πλήρη συνείδηση των επιθυμιών σου και της εγκυρότητας αυτών των επιθυμιών. Είναι η δημιουργία της ριζικής υποκειμενικότητας.

Η αυθεντική “εξύψωση της συνείδησης” μπορεί να είναι μονάχα η “εξύψωση” της σκέψης των ανθρώπων στο επίπεδο της θετικής (μη-ενοχικής) αυτοσυνείδησης, η ανάπτυξη της βασικής υποκειμενικότητας, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε μορφής ιδεολογία και επιβεβλημένη ηθικότητα.

Η ουσία αυτού που πολλοί αριστεριστές, έμποροι θεραπειών, εκγυμναστές της αντιρατσιστικής συναίσθησης και  αδελφοποιητές ορίζουν ως “εξύψωση της συνείδησης” είναι η πρακτική τους να σφυροκοπούν τους ανθρώπους με ιδεολογικά ρόπαλα ώστε να περιέλθουν στην ασυνειδησία.

Ο δρόμος που οδηγεί από την ιδεολογία (αυτοάρνηση) στη ριζική υποκειμενικότητα (αυτοεπικύρωση) περνάει από το Σημείο Μηδέν, την πρωτεύουσα του μηδενισμού. Ο μηδενισμός είναι το ακίνητο σημείο που σαρώνεται από τους ανέμους μέσα στον κοινωνικό χωροχρόνο...είναι η μεταβατική κοινωνική κατάσταση (limbo) στην οποία κάποιος αναγνωρίζει ότι το παρόν στερείται ζωής· ότι δεν υπάρχει ζωή στην καθημερινή ύπαρξη. Ο μηδενιστής γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην επιβίωση και τη ζωή.

Οι μηδενιστές διέρχονται από μια αντιστροφή προοπτικής σε σχέση με τη ζωή τους και τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι αληθινό γι’ αυτούς εκτός από τις επιθυμίες τους, εκτός από τη θέλησή τους να υπάρξουν. Αρνούνται κάθε ιδεολογία με το μίσος τους για τις άθλιες κοινωνικές σχέσεις στη σύγχρονη παγκόσμια-καπιταλιστική κοινωνία. Από αυτή την αντιστραμμένη οπτική βλέπουν με μια καινούρια διαύγεια τον αντιστραμμένο κόσμο της πραγμοποίησης, την αντιστροφή του υποκειμένου και του αντικειμένου, την αντιστροφή του αφηρημένου και του συγκεκριμένου. Αυτός ο κόσμος είναι το θεατρικό τοπίο των φετιχοποιημένων εμπορευμάτων, των διανοητικών προβολών, των διαχωρισμών και των ιδεολογιών: τέχνη, Θεός, πολεοδομία, ηθική, κουμπιά που έχουν πάνω τους ζωγραφισμένα χαμόγελα, ραδιοφωνικοί σταθμοί που ισχυρίζονται ότι σε αγαπάνε και απορρυπαντικά που νιώθουν συμπόνοια για τα χέρια σου.

Οι καθημερινές συζητήσεις προσφέρουν καταπραϋντικά όπως ότι: «Δεν μπορείς να έχεις πάντα αυτό που θέλεις», «Η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω της», και άλλα δόγματα της κοσμικής θρησκείας τής επιβίωσης. Η “κοινή λογική” δεν είναι παρά η ανοησία της κοινής αλλοτρίωσης. Κάθε μέρα οι άνθρωποι στερούνται την αυθεντική ζωή ενώ τους διατίθεται προς πώληση η αναπαράστασή της.

Οι μηδενιστές νιώθουν διαρκώς την έντονη επιθυμία να καταστρέψουν το σύστημα που τους καταστρέφει καθημερινά. Δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι, το μυαλό τους είναι πυρακτωμένο. Πολύ σύντομα βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανάγκη να εφεύρουν ένα συνεκτικό σύνολο τακτικών οι οποίες θα έχουν πρακτική επίδραση στον κόσμο.

Αλλά αν ένας μηδενιστής δε γνωρίζει την ιστορική δυνατότητα για το μετασχηματισμό του κόσμου, η υποκειμενική οργή του θα αποκρυσταλλωθεί σε ένα ρόλο: το ρόλο της αυτοκτονίας, του μοναχικού δολοφόνου, του κακοποιού ή του νεαρού βάνδαλου, του νεο-ντανταϊστή, του επαγγελματία ψυχοπαθούς... όλοι αυτοί οι ρόλοι επιζητούν αποζημίωση για μια ζωή που αποτελείται από νεκρό χρόνο.

Το λάθος των μηδενιστών είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι είναι επίσης μηδενιστές. Κατά συνέπεια, υποθέτουν ότι η επικοινωνία και η κοινή συμμετοχή σε ένα σχέδιο αυτοπραγμάτωσης είναι ανέφικτες.

V

H κατοχή ενός “πολιτικού” προσανατολισμού στη ζωή σου είναι απλώς η επίγνωση ότι μπορείς να αλλάξεις τη ζωή σου μονάχα αλλάζοντας την ίδια τη φύση της ζωής διαμέσου του μετασχηματισμού του κόσμου – και ότι αυτός ο μετασχηματισμός του κόσμου απαιτεί συλλογική προσπάθεια.

Το σχέδιο της συλλογικής αυτοπραγμάτωσης μπορεί ορθά να ονομαστεί πολιτική. Ωστόσο, η “πολιτική” έχει μετατραπεί σε μια μυστικοποιημένη, διαχωρισμένη κατηγορία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Μαζί με όλους τους υπόλοιπους κοινωνικά επιβεβλημένους διαχωρισμούς της ανθρώπινης δραστηριότητας, η “πολιτική” έχει γίνει απλώς ένα ακόμα ενδιαφέρον. Έχει ακόμα και τους ειδικούς της – είτε αυτοί είναι πολιτικοί είτε ηγέτες ενός κινήματος (politicos). Αντίστοιχα, μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται (ή όχι) για το ποδόσφαιρο, για τη συλλογή γραμματοσήμων, για την ντίσκο μουσική ή τη μόδα. Αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν ως πολιτική σήμερα είναι η κοινωνική διαστρέβλωση του σχεδίου της συλλογικής αυτοπραγμάτωσης – και τούτο ισχύει εξίσου για εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία. 

Η συλλογική αυτοπραγμάτωση είναι το επαναστατικό σχέδιο. Είναι η συλλογική οικειοποίηση της ολότητας της φύσης και των κοινωνικών σχέσεων και ο μετασχηματισμός τους σύμφωνα με τη συνειδητή επιθυμία.

Η αυθεντική θεραπεία είναι η αλλαγή της ζωής του καθενός διαμέσου της αλλαγής της φύσης της κοινωνικής ζωής. Η θεραπεία πρέπει να είναι κοινωνική για να έχει πραγματικές συνέπειες. Η κοινωνική θεραπεία (η θεραπεία της κοινωνίας) και η ατομική θεραπεία (η θεραπεία του ατόμου) είναι αλληλένδετες: η καθεμιά απαιτεί την άλλη, η καθεμιά αποτελεί αναγκαίο μέρος της άλλης.

Για παράδειγμα: στη θεαματική κοινωνία αναμένεται από εμάς να καταπιέζουμε τα πραγματικά αισθήματά μας και να παίζουμε ένα ρόλο. Αυτό σημαίνει να “παίζεις ένα ρόλο στην κοινωνία” (πόσο αποκαλυπτική είναι αυτή η φράση!). Τα άτομα φοράνε την πανοπλία του χαρακτήρα – ένα ατσάλινο κοστούμι για την υπόδυση ενός ρόλου συνδέεται άμεσα με το τέλος της υπόδυσης του κοινωνικού ρόλου.

VI

Να σκέφτεσαι υποκειμενικά σημαίνει να χρησιμοποιείς τη ζωή σου – όπως είναι τώρα και όπως θέλεις να είναι – ως επίκεντρο της σκέψης σου. Αυτή η θετική αυτο-επικέντρωση επιτυγχάνεται μέσω της συνεχούς επίθεσης ενάντια στα επιφαινόμενα: ενάντια σε όλα τα ψευδή ζητήματα, τις ψευδείς συγκρούσεις, τα ψευδή προβλήματα, τις ψευδείς ταυτότητες και τις ψευδείς διχοτομήσεις.

Η ανάλυση της ολότητας της καθημερινής ύπαρξης από τους ανθρώπους παρεμποδίζεται στο βαθμό που ρωτάται η γνώμη τους για την κάθε λεπτομέρεια: για όλα τα θεαματικά μικροπράγματα, τις πλαστές αντιπαραθέσεις και τα ψευδή σκάνδαλα. Είσαι υπέρ ή εναντίον των συνδικάτων, των πυραύλων χαμηλής πτήσης, των δελτίων ταυτότητας... Ποια είναι η γνώμη σου για τα μαλακά ναρκωτικά, για το τζόκινγκ, για τα UFO, για την προοδευτική φορολογία;

Αυτά είναι ψευδή ζητήματα. Το μόνο ζήτημα για μας είναι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε.

Υπάρχει ένα παλιό εβραϊκό ρητό που λέει: “Αν έχεις μονάχα δύο εναλλακτικές λύσεις, τότε διάλεξε την τρίτη”. Αυτό το ρητό προτείνει μια διαδρομή που οδηγεί το υποκείμενο να αναζητήσει μια νέα αντίληψη του προβλήματος. Μπορούμε να διαψεύσουμε και τις δύο πλευρές μιας ψευδούς σύγκρουσης επιλέγοντας την “τρίτη εναλλακτική λύση” μας – δηλαδή θεωρώντας την κατάσταση από την οπτική της ριζικής υποκειμενικότητας.

Η συνείδηση της τρίτης επιλογής ισοδυναμεί με την άρνηση να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο δήθεν αντίθετους (αλλά στην πραγματικότητα όμοιους) πόλους που προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν ως η ολότητα μιας κατάστασης. Στην πιο απλή μορφή της, αυτή η συνείδηση εκφράζεται από τον εργάτη που δικάζεται για ένοπλη ληστεία και, όταν ρωτάται «Δηλώνεις ένοχος ή αθώος», απαντά «Είμαι άνεργος». Ένα πιο θεωρητικό αλλά εξίσου κλασικό παράδειγμα είναι η άρνηση να αναγνωρίσουμε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις εταιρικές-καπιταλιστικές κυρίαρχες τάξεις της “Δύσης” και τις κρατικές-καπιταλιστικές κυρίαρχες τάξεις της “Ανατολής”. Αρκεί να δούμε τις βασικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στις ΗΠΑ και την Ευρώπη από τη μια πλευρά και στην ΕΣΣΔ και την Κίνα από την άλλη, για να διαπιστώσουμε ότι είναι ουσιαστικά ίδιες: εκεί, όπως κι εδώ, η τεράστια πλειονότητα των ανθρώπων αναγκάζονται να εργαστούν για ένα μισθό, παραδίδοντας ως αντάλλαγμα τον έλεγχο επί των μέσων παραγωγής και επί των προϊόντων που παράγονται (τα οποία στη συνέχεια πωλούνται πάλι σε αυτούς με τη μορφή εμπορευμάτων).

Στην περίπτωση της ‘Δύσης’, η υπεραξία (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στη συνολική παραγόμενη αξία και την αξία των εργατικών μισθών) αποτελεί ιδιοκτησία των εταιρικών διευθύνσεων, οι οποίες διατηρούν ένα θέαμα εγχώριου ανταγωνισμού. Στην ‘Ανατολή’, η υπεραξία αποτελεί ιδιοκτησία της κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία δεν επιτρέπει τον εγχώριο ανταγωνισμό αλλά επιδίδεται στο διεθνή ανταγωνισμό εξίσου μανιωδώς όπως και κάθε άλλο καπιταλιστικό έθνος. Σπουδαία διαφορά.

Ένα παράδειγμα ψευδούς προβλήματος είναι εκείνο το ανόητο ερώτημα που τίθεται σε μια συζήτηση: «Ποια είναι η φιλοσοφία σου για τη ζωή;». Θέτει προς συζήτηση μια αφηρημένη αντίληψη για τη ‘Ζωή’ που, παρά τη συνεχή εμφάνιση της λέξης στη σχετική συνομιλία, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική ζωή δότι αγνοεί το γεγονός ότι η ‘ζωή’ είναι αυτό που κάνουμε την παρούσα στιγμή.

Καθώς απουσιάζει η αληθινή κοινότητα, οι άνθρωποι γαντζώνονται στις διάφορες μορφές πλαστών κοινωνικών ταυτοτήτων που αντιστοιχούν στον ατομικό ρόλο τους μέσα στο Θέαμα (εντός του οποίου οι άνθρωποι ατενίζουν και καταναλώνουν εικόνες της ζωής, έτσι ώστε να ξεχάσουν να ζουν για τον εαυτό τους). Αυτές οι ταυτότητες μπορούν να είναι εθνικές (‘Ιταλός’), φυλετικές (‘Μαύρος’), οργανωτικές (‘συνδικαλιστής’), οικιστικές (‘Νεοϋρκέζος’), σεξουαλικές (‘γκέι’), πολιτιστικές (‘οπαδός των σπορ’), κ.ο.κ.: ωστόσο, όλες είναι ριζωμένες σε μια κοινή επιθυμία για σύνδεση, σε μια κοινή επιθυμία των ανθρώπων να ανήκουν κάπου.

Προφανώς, είναι πολύ πιο πραγματικό ως μέσο ταύτισης να είναι κάποιος ‘μαύρος’ παρά να είναι ‘οπαδός των σπορ’ αλλά, πέρα από ένα ορισμένο σημείο, όλες αυτές οι ταυτότητες εξυπηρετούν μονάχα τη συγκάλυψη της πραγματικής θέσης μας στην κοινωνία. Και πάλι, το μοναδικό ζήτημα για μας είναι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει να κατανοούμε τις αιτίες που εξηγούν τη φύση της ζωής μας στη σχέση μας με την κοινωνία συνολικά. Για να το πετύχει αυτό κάποιος πρέπει να αποτινάξει όλες τις ψευδείς ταυτότητες, όλες τις μερικές συνδέσεις, και να ξεκινήσει θέτοντας τον εαυτό του στο επίκεντρο. Από εκεί μπορεί να εξετάσει την υλική βάση της ζωής, απογυμνωμένη από κάθε μυστικοποίηση.

Για παράδειγμα, έστω ότι θέλω ένα ποτήρι καφέ από το μηχάνημα. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει το ίδιο το ποτήρι με τον καφέ: σε αυτό εμπλέκονται οι εργάτες στη φυτεία τού καφέ, οι εργάτες στις φυτείες ζάχαρης και στα διυλιστήρια, οι εργάτες στη χαρτοβιομηχανία, κ.ο.κ. Έπειτα έχουμε όλους τους εργάτες που κατασκεύασαν τα διάφορα μέρη του μηχανήματος και το συναρμολόγησαν. Έπειτα εκείνους που εξόρυξαν το σιδηρομετάλλευμα και το βωξίτη, εκείνους που ρευστοποίησαν το χάλυβα, εκείνους που διύλισαν το πετρέλαιο. Έπειτα όλους τους εργάτες που μετέφεραν τις πρώτες ύλες και τα εξαρτήματα περνώντας τρεις ηπείρους και δύο ωκεανούς. Έπειτα τους διοικητικούς υπαλλήλους, τους δακτυλογράφους και τους εργάτες στις τηλεπικοινωνίες, οι οποίοι συντονίζουν την παραγωγή και τη μεταφορά. Τέλος, έχουμε όλους τους εργάτες που παράγουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα τα οποία είναι απαραίτητα για να επιβιώσουν αυτοί που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αυτό σημαίνει ότι έχω μια άμεση υλική σχέση με πολλά εκατομμύρια ανθρώπους – στην πραγματικότητα, με την τεράστια πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτοί παράγουν τη ζωή μου, κι εγώ βοηθάω ώστε να παραχθεί η δική τους ζωή. Κάτω από αυτό το πρίσμα, όλες οι μερικές ομαδικές ταυτότητες και τα ιδιαίτερα συμφέροντα ξεθωριάζουν και γίνονται ασήμαντα. Φανταστείτε το δυνητικό εμπλουτισμό της ζωής κάθε ανθρώπου, που είναι καθηλωμένη σήμερα λόγω της ανεκπλήρωτης δημιουργικότητας αυτών των εκατομμυρίων εργατών η οποία συγκρατείται από παρωχημένες και εξουθενωτικές μεθόδους παραγωγής, καταπνίγεται από την αλλοτρίωση, διαστρέφεται από την παράφρονα λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης! Εδώ αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε μια πραγματική κοινωνική ταυτότητα: βρίσκουμε τον εαυτό μας στο πρόσωπο των ανθρώπων όλου του κόσμου που παλεύουν για να κερδίσουν πίσω τις ζωές τους.

Μας ζητάνε συνεχώς να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο πλευρές σε μια ψευδή σύγκρουση. Κυβερνήσεις, φιλανθρωπικά ιδρύματα και προπαγανδιστές όλων των ειδών αρέσκονται να μας παρουσιάζουν εναλλακτικές που δεν συνιστούν καν επιλογή (για παράδειγμα, η Κεντρική Επιτροπή Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας παρουσίασε το πυρηνικό πρόγραμμά της με το σύνθημα “Πυρηνική Εποχή ή Εποχή του Λίθου”. Η ΚΕΠΗΕ θα ήθελε να πιστέψουμε ότι αυτές είναι οι μοναδικές εναλλακτικές – έχουμε την ψευδαίσθηση της επιλογής, αλλά αφού εκείνοι ελέγχουν τις εναλλακτικές επιλογές που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως διαθέσιμες, ελέγχουν επίσης και το αποτέλεσμα).

Οι νέοι ηθικολόγοι αρέσκονται να λένε σε αυτούς που ζούνε στην πλούσια Δύση ότι “πρέπει να κάνουν θυσίες”, ότι “εκμεταλλεύονται τα λιμοκτονούντα παιδιά του Τρίτου Κόσμου”. H επιλογή που μας προσφέρεται είναι εκείνη ανάμεσα στον θυσιαστικό αλτρουισμό και τον στενό ατομικισμό (τα φιλανθρωπικά ιδρύματα εξαργυρώνουν την προκύπτουσα ενοχή προσφέροντάς μας την αίσθηση ότι κάνουμε κάτι, με αντάλλαγμα ένα νόμισμα στο κουτί όπου συγκεντρώνονται τα χρήματα). Ναι, ζώντας στην πλούσια Δύση εκμεταλλευόμαστε πράγματι τους φτωχούς τού Τρίτου Κόσμου – αλλά όχι προσωπικά, όχι εσκεμμένα. Μπορούμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, να συμμετάσχουμε σε ένα μποϊκοτάζ, να κάνουμε θυσίες, αλλά τα αποτελέσματα είναι οριακά. Αποκτάμε επίγνωση της ψευδούς σύγκρουσης που παρουσιάζεται ενώπιόν μας όταν αντιλαμβανόμαστε ότι κι εμείς, ως άτομα, είμαστε εξίσου εγκλωβισμένοι στον παγκόσμιο ρόλο μας ως ‘εκμεταλλευτές’ όσο οι άλλοι είναι εγκλωβισμένοι στον παγκόσμιο ρόλο τους ως εκμεταλλευόμενοι. Έχουμε ένα ρόλο στην κοινωνία, αλλά δεν έχουμε παρά ελάχιστη ή καθόλου εξουσία για να κάνουμε κάτι σε σχέση με αυτό. Απορρίπτουμε την ψευδή επιλογή μεταξύ ‘θυσίας και ατομισμού’ απευθύνοντας μια πρόσκληση για την καταστροφή του παγκόσμιου κοινωνικού συστήματος του οποίου η ύπαρξη επιβάλλει σε μας αυτή την απόφαση. Το ζήτημα δεν είναι να επισκευάσουμε λίγο το σύστημα, να προσφέρουμε τεκμήρια θυσίας ή να ζητήσουμε “λιγότερο εγωισμό”. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και οι μεταρρυθμιστές δε βγαίνουν ποτέ έξω από το πεδίο της ψευδούς επιλογής.

Εκείνοι που έχουν κατοχυρωμένα συμφέροντα από τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης μάς τραβάνε συνεχώς πίσω στις ψευδείς επιλογές τους – δηλαδή σε όλες εκείνες τις επιλογές που διατηρούν ανέπαφη την εξουσία τους. Χρησιμοποιώντας μύθους όπως ότι “Αν μοιραζόμασταν τα πάντα δε θα επαρκούσαν για όλους”, προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξη άλλων επιλογών και να αποκρύψουν το γεγονός ότι οι υλικές προϋποθέσεις της κοινωνικής επανάστασης ήδη υπάρχουν.

VII

Κάθε ταξίδι προς την απομυστικοποίηση πρέπει να αποφύγει δύο τέλματα της χαμένης σκέψης – τον απολυτισμό (absolutism) και τον κυνισμό, αυτούς τους δίδυμους βάλτους που μεταμφιέζονται σε λειβάδια της υποκειμενικότητας.

Απολυτισμός είναι η καθολική αποδοχή ή απόρριψη όλων των στοιχείων που περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένες ιδεολογίες, θεάματα και πραγμοποιήσεις. Ο απολυτιστής δεν μπορεί να δει καμιά άλλη επιλογή εκτός από την πλήρη αποδοχή ή την πλήρη απόρριψη.

Ο απολυτιστής περιφέρεται στα ράφια του ιδεολογικού σουπερμάρκετ αναζητώντας το ιδεώδες εμπόρευμα, και στη συνέχεια το αγοράζει καθ’ ολοκληρία. Αλλά αυτό που ταιριάζει στο ιδεολογικό σουπερμάρκετ – όπως και σε κάθε σουπερμάρκετ – είναι μονάχα η λεηλασία. Είναι πιο παραγωγικό να μετακινούμαστε ανάμεσα στα ράφια, να ανοίγουμε τα πακέτα σκίζοντάς τα, να παίρνουμε αυτό που μοιάζει αυθεντικό και χρήσιμο και να πετάμε στα σκουπίδια το υπόλοιπο περιεχόμενο.

Ο κυνισμός είναι η αντίδραση σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την ιδεολογία και την ηθική. Απέναντι στις αντικρουόμενες ιδεολογίες, ο κυνικός λέει: “Πανούκλα να πέσει στα σπίτια και των δυο σας”. Ο κυνικός είναι καταναλωτής στον ίδιο ακριβώς βαθμό με τον απολυτιστή, αλλά έχει εγκαταλείψει την ελπίδα να βρει κάποτε το ιδεώδες εμπόρευμα.

VIII

Η μέθοδος της διαλεκτικής σκέψης είναι η δημιουργική σκέψη, μια διαδικασία συνεχούς σύνθεσης του υπάρχοντος σώματος της αυτοθεωρίας με νέες παρατηρήσεις και οικειοποιήσεις· είναι η επίλυση των αντιφάσεων ανάμεσα στο προηγούμενο σώμα της θεωρίας και τα καινούρια θεωρητικά στοιχεία. Η προκύπτουσα σύνθεση δεν είναι λοιπόν ένα ποσοτικό άθροισμα των προηγούμενων και των καινούριων στοιχείων αλλά η ποιοτική υπέρβασή τους, μια νέα ολότητα.

Αυτή η συνθετική/διαλεκτική μέθοδος για τη δημιουργία μιας θεωρίας αντιτίθεται στην εκλεκτική σχολή που συγκεντρώνει απλώς ένα συνονθύλευμα από προτιμώμενα τμήματα προτιμώμενων ιδεολογιών χωρίς ποτέ να αντιμετωπίζει τις προκύπτουσες αντιφάσεις. Σύγχρονα παραδείγματα του εκλεκτικού στυλ περιλαμβάνουν τον ελευθεριακό καπιταλισμό, τον χριστιανικό μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό εν γένει.

Εάν έχουμε διαρκώς συνείδηση του τρόπου με τον οποίο θέλουμε να ζήσουμε, μπορούμε να οικειοποιηθούμε στοιχεία από παντού για τη δημιουργία της αυτοθεωρίας μας: από ιδεολογίες, από κριτικούς της κουλτούρας, από τεχνοκράτες ειδικούς, από κοινωνιολογικές μελέτες, από μυστικιστές κ.ο.κ. Όλα τα σκουπίδια του παλιού κόσμου μπορούν να καθαριστούν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ορισμένα στοιχεία ως χρήσιμο υλικό από αυτούς που επιθυμούν να αναδημιουργήσουν τον κόσμο.

ΙΧ

Η φύση της σύγχρονης κοινωνίας, η παγκόσμια-καπιταλιστική ενότητά της, υποδεικνύει σε μας την αναγκαιότητα να δημιουργήσουμε την αυτοθεωρία μας ως ενιαία κριτική. Με αυτό εννοούμε μια κριτική που αφορά όλες τις γεωγραφικές περιοχές όπου υπάρχουν οι διάφορες μορφές κοινωνικο-οικονομικής κυριαρχίας (δηλαδή μια κριτική τόσο του καπιταλισμού τού ‘ελεύθερου’ κόσμου όσο και του κρατικού καπιταλισμού τού ‘κομμουνιστικού’ κόσμου), καθώς επίσης μια κριτική όλων των αλλοτριώσεων (σεξουαλική αθλιότητα, επιβεβλημένη επιβίωση, πολεοδομία, κ.λ.π.). Με άλλα λόγια, εννοούμε μια κριτική της ολότητας της καθημερινής ύπαρξης παντού, από την άποψη της ολότητας των επιθυμιών μας.

Παραταγμένοι ενάντια σε αυτό το σχέδιο είναι όλοι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, οι ιεροκήρυκες και οι γκουρού, οι πολεοδόμοι και οι αστυνομικοί, οι μεταρρυθμιστές και οι μιλιτάντες, οι κεντρικές επιτροπές και οι ηγέτες των συνδικάτων, οι οπαδοί της αρσενικής ανωτερότητας και οι ιδεολόγοι του φεμινισμού, οι ψυχο-κοινωνιολόγοι και οι οικολογικά ευαίσθητοι καπιταλιστές, που εργάζονται για να καθυποτάξουν την ατομική επιθυμία σε ένα πραγμοποιημένο “κοινό καλό” το οποίο υποτίθεται ότι επέλεξε αυτούς ως αντιπροσώπους του. Όλοι τους αποτελούν δυνάμεις του παλιού κόσμου, όλα τα αφεντικά, οι παπάδες και οι λακέδες που έχουν κάτι να χάσουν αν οι άνθρωποι επεκτείνουν το παιχνίδι τής επανοικειοποίησης της διάνοιάς τους μέχρι την επανοικειοποίηση της ζωής τους.

Η επαναστατική θεωρία και η επαναστατική ιδεολογία είναι εχθροί μεταξύ τους – και το ξέρουν.

Χ

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι η αυτο-απομυστικοποίηση και η δημιουργία της δικής μας επαναστατικής θεωρίας δεν εξαλείφει την αλλοτρίωσή μας: ‘ο κόσμος’ (το κεφάλαιο και το Θέαμα) συνεχίζει να αναπαράγεται κάθε μέρα. Μολονότι αυτή η μπροσούρα επικεντρώθηκε στη δημιουργία της αυτοθεωρίας, δεν ήταν ποτέ πρόθεσή μας να υπαινιχθούμε ότι η επαναστατική θεωρία μπορεί να υπάρξει διαχωρισμένη από την επαναστατική πρακτική. Για να έχει κάποια σημασία – ουσιαστικά για να αναδημιουργήσει τον κόσμο – η πρακτική πρέπει να αναζητήσει τη θεωρία της, και η θεωρία πρέπει να εκπληρωθεί στην πράξη. Η επαναστατική προοπτική της αποαλλοτρίωσης και ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων απαιτούν από τη θεωρία μας να είναι μια θεωρία της πρακτικής, μια θεωρία αυτού που κάνουμε και του τρόπου με τον οποίο ζούμε. Διαφορετικά, η θεωρία θα εκφυλιστεί σε μια ανίσχυρη ενατένιση του κόσμου και τελικά σε μια ιδεολογία της επιβίωσης – προβολή μιας πνευματικής ομίχλης, στατικό σώμα της πραγμοποιημένης σκέψης, της διανοητικής πανοπλίας, το οποίο ενεργεί ως ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στον καθημερινό κόσμο και τον εαυτό μας. Και όταν η επαναστατική πρακτική δεν είναι η πρακτική της επαναστατικής θεωρίας, τότε εκφυλίζεται σε αλτρουιστικό μιλιταντισμό, σε ‘επαναστατική’ δραστηριότητα ως κοινωνικό καθήκον.

Δεν παλεύουμε για μια συνεκτική θεωρία ως αυτοσκοπό. Για μας, η πρακτική αξία χρήσης της συνοχής είναι ότι η κατοχή μιας συνεκτικής αυτοθεωρίας καθιστά ευκολότερο για κάποιον να σκέφτεται. Για παράδειγμα, είναι ευκολότερο να πραγματευτείς τις μελλοντικές εξελίξεις στο πεδίο του κοινωνικού ελέγχου εφόσον διαθέτεις μια συνεκτική κατανόηση των σύγχρονων ιδεολογιών και τεχνικών κοινωνικού ελέγχου που υπάρχουν μέχρι τώρα.

Η κατοχή μιας συνεκτικής θεωρίας καθιστά ευκολότερη τη σύλληψη της θεωρητικής πρακτικής για την πραγμάτωση των επιθυμιών της ζωής σου.

XI

Στη διαδικασία δημιουργίας της αυτοθεωρίας, οι τελευταίες ιδεολογίες με τις οποίες πρέπει κανείς να παλέψει και τις οποίες πρέπει να καθηλώσει είναι εκείνες που μοιάζουν περισσότερο με την επαναστατική θεωρία. Αυτές οι τελευταίες μυστικοποιήσεις είναι α) ο καταστασισμός (situationism) και β) ο συμβουλισμός (councilism).

H Καταστασιακή Διεθνής (1958-1971) ήταν μια διεθνής επαναστατική οργάνωση με τεράστια συμβολή στην επαναστατική θεωρία. Η καταστασιακή θεωρία είναι ένα σώμα κριτικής θεωρίας την οποία μπορεί κάποιος να οικειοποιηθεί για την αυτοθεωρία του, και τίποτα παραπάνω. Οτιδήποτε παραπάνω αποτελεί μια ιδεολογική κατάχρηση η οποία είναι γνωστή ως καταστασισμός.

Για εκείνους που μόλις την έχουν ανακαλύψει, η θεωρία της ΚΔ μοιάζει με ‘την απάντηση που αναζητούσαν εδώ και χρόνια’, την απάντηση στο γρίφο της κενής ζωής τους. Αλλά σε αυτό ακριβώς το σημείο καθίσταται αναγκαία μια νέα εγρήγορση και αυτοκυριότητα. Ο καταστασισμός μπορεί να γίνει η τέλεια ιδεολογία της επιβίωσης, ένας μηχανισμός άμυνας ενάντια στη φθορά τής καθημερινής ζωής. Στην ιδεολογία αυτή συμπεριλαμβάνεται το θεαματικό εμπόρευμα-ρόλος εκείνου που υποδύεται ‘έναν καταστασιακό’, δηλαδή εκείνου που στην πραγματικότητα είναι ένα ριζοσπαστικό ψοφίμι και ένας φλογερός εσωτεριστής.

Ο συμβουλισμός (γνωστός επίσης ως ‘Εργατικός Έλεγχος’ ή ‘[αναρχο-] Συνδικαλισμός’) προτείνει την αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής από την ‘αυτοδιεύθυνση’.

Η πραγματική αυτοδιεύθυνση είναι η άμεση διεύθυνση (που δε μεσολαβείται από οποιαδήποτε διαχωρισμένη ηγεσία) της κοινωνικής παραγωγής, της διανομής και της επικοινωνίας από τους εργάτες και τις κοινότητές τους. Το κίνημα για την αυτοδιεύθυνση παρουσιάστηκε επανειλημμένα σε ολόκληρο τον κόσμο στην πορεία της κοινωνικής επανάστασης. Στη Ρωσία το 1905 και το 1917-21, στην Ισπανία το 1936-37, στην Ουγγαρία το 1956, στην Αλγερία το 1960, στη Χιλή το 1972 και στην Πορτογαλία το 1975. Η μορφή οργάνωσης που δημιουργήθηκε τις περισσότερες φορές στην πρακτική της αυτοδιεύθυνσης είναι τα εργατικά συμβούλια: κυρίαρχες γενικές συνελεύσεις των παραγωγών και των γειτονιών που εκλέγουν εντολοδόχους εκπροσώπους για να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους. Αυτοί οι εντολοδόχοι δεν είναι αντιπρόσωποι αλλά εφαρμόζουν αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί από τις συνελεύσεις τους. Οι εντολοδόχοι μπορούν να ανακληθούν οποιαδήποτε στιγμή, εάν η γενική συνέλευση θεωρήσει ότι οι αποφάσεις της δεν εφαρμόζονται με ακρίβεια.

Ο συμβουλισμός είναι αυτή η ιστορική πρακτική και θεωρία της αυτοδιεύθυνσης που μεταστρέφεται σε ιδεολογία. Ενώ οι συμμετέχοντες σε αυτές τις εξεγέρσεις ζούσαν μια κριτική της κοινωνικής ολότητας – ξεκινώντας με την κριτική της μισθωτής εργασίας, της εμπορευματικής οικονομίας και της ανταλλακτικής αξίας – ο συμβουλισμός διεξάγει μονάχα μια μερική κριτική: δεν επιζητά τον αυτοδιευθυνόμενο, συνεχή και ποιοτικό μετασχηματισμό ολόκληρου του κόσμου αλλά τη στατική, ποσοτική αυτοδιεύθυνση του κόσμου όπως είναι. Επομένως, η οικονομία παραμένει ένα διαχωρισμένο βασίλειο, συνεχίζει να είναι αποκομμένη από τα υπόλοιπα πεδία της καθημερινής ζωής και να κυριαρχεί πάνω σε αυτά. Από την άλλη πλευρά, το κίνημα για τη γενικευμένη αυτοδιεύθυνση επιδιώκει το μετασχηματισμό όλων των τομέων της κοινωνικής ζωής και όλων των κοινωνικών σχέσεων (παραγωγή, σεξουαλικότητα, στέγαση, υπηρεσίες, επικοινωνίες, κ.λ.π.), ενώ ο συμβουλισμός θεωρεί ότι το μόνο που έχει σημασία είναι η αυτοδιευθυνόμενη οικονομία. Του διαφεύγει, κυριολεκτικά, όλη η ουσία: η υποκειμενικότητα και η επιθυμία να μετασχηματίσει το σύνολο της ζωής. Το πρόβλημα με τον εργατικό έλεγχο είναι ότι ελέγχει μονάχα την εργασία.

Ο κόσμος μπορεί να στραφεί προς τη σωστή κατεύθυνση μόνο μέσω της συνειδητής συλλογικής δραστηριότητας εκείνων που δημιουργούν μια θεωρία η οποία εξηγεί γιατί ο κόσμος είναι αντεστραμμένος. Η αυθόρμητη ανταρσία και η εξεγερσιακή υποκειμενικότητα δεν αρκούν από μόνες τους. Η αυθεντική επανάσταση μπορεί να συντελεστεί μονάχα στο πλαίσιο μιας πρακτικής κίνησης με την οποία σαρώνονται συνειδητά όλες οι μυστικοποιήσεις του παρελθόντος.


Τελικές Σημειώσεις

Αυτή η μπροσούρα αποτελεί μέρος της συλλογικής αυτοθεωρίας των μελών της οργάνωσής μας. Είναι η έκθεσή μας γι’ αυτό που αποκαλούμε μετα-θεωρία μας, τη θεωρία μας για την πρακτική της δημιουργίας θεωρίας.

Η προετοιμασία και διάδοση του Ελάχιστου Ορισμού της Ευφυίας γίνεται για τον ίδιο λόγο για τον οποίο κάνουμε καθετί άλλο: επειδή θέλουμε να επιταχύνουμε μια κοινωνική επανάσταση που θα μετασχηματίσει την τωρινή στατική διάταξη της αλλοτρίωσης σε ένα κινούμενο τοπίο εκπληρωμένων ονείρων. Γνωρίζουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε τις ζωές που επιθυμούμε μονάχα στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας με την οποία ο καθένας δημιουργεί τη ζωή που επιθυμεί. Είμαστε επαναστάτες διότι η πραγματοποίηση των επιθυμιών μας προϋποθέτει μια κοινωνική επανάσταση.

Ο κόσμος μπορεί να στραφεί προς τη σωστή κατεύθυνση μόνο μέσω της συνειδητής συλλογικής δραστηριότητας εκείνων που δημιουργούν μια θεωρία η οποία εξηγεί γιατί ο κόσμος είναι αντιστραμμένος. Η αυθόρμητη ανταρσία και η εξεγερσιακή υποκειμενικότητα δεν αρκούν από μόνες τους. Η αυθεντική επανάσταση μπορεί να συντελεστεί μονάχα στο πλαίσιο μιας πρακτικής κίνησης με την οποία σαρώνονται συνειδητά όλες οι μυστικοποιήσεις του παρελθόντος.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου