Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ποιοί ακριβώς είναι θαμμένοι στην πηγάδα του Μελιγαλά;










































Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

*Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).

*Οταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).

Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.

Η μάχη και η σφαγή

Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Αξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.

*Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ’ όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.

Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).

*Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.

Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.

*Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ’ την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.

*Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.

*Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.

*Πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή την… κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή…

Μνημόσυνο ακατονόμαστων

Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.

*Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα ‘ζησα», σ. 143-4).

*Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).

*Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ’ αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.

Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.

*Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).

*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).

*Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ’ τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).

Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.

*Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ’ την περιθωριοποίησή της… Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

*Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.

*Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.

Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ηρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!

*Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».

Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Ελληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Ελληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Αραγε, τι απ’ όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;


Τα ξεχασμένα θύματα

Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Εδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ’ τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.

Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).

Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ’ τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).

Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ’ αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 – τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).

Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.

Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ’ αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι’ αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ’ αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ’ τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ’ τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Τάσος Κωστόπουλος
«Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη» (Αθήνα 2005, εκδ. «Φιλίστωρ»).
Η κατοχική δράση των ταγματασφαλιτών, οι διασυνδέσεις και η αντιμετώπισή τους από το μεταπολεμικό «κράτος των εθνικοφρόνων». Εμφαση στην επιχειρηματολογία και τα ιδεολογήματα με τα οποία επιχειρήθηκε (και επιχειρείται ξανά στις μέρες μας) η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Ηλίας Θεοδωρόπουλος
«Η πηγάδα του Μελιγαλά» (2α έκδοσις, Αθήνα 2001).
Προπαγανδιστική έκδοση που διανέμεται από το «Σύλλογο Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά». Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο αναλυτικός πίνακας με τα στοιχεία των σκοτωμένων και οι φιλοχουντικές κορόνες του συγγραφέα.

Σπύρος Ξιάρχος
«Η αλήθεια για το Μελιγαλά» (Καλαμάτα, Μάιος 1982).
Περιγραφή της μάχης του Μελιγαλά από ένα τοπικό εαμικό στέλεχος. Χρήσιμη, κυρίως γιατί διασώζει πολλές κρίσιμες «λεπτομέρειες» που η κυρίαρχη αφήγηση κατά κανόνα αποσιωπά.

Διονύσιος Παπαδόπουλος
«Η ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας» (εφημ. «Μεσσηνία» 19.5-8.9.1952).
Η εκδοχή του (επιζήσαντος) διοικητή των ταγματασφαλιτών του Μελιγαλά, δημοσιευμένη λίγο μετά την αποστρατεία και απαλλαγή του για το αποτυχημένο πραξικόπημα του ΙΔΕΑ. Ακολούθησε η περιγραφή της αιχμαλωσίας και της διάσωσής του, την οποία ο ίδιος αποδίδει στις σχέσεις του με την Ιντέλιτζενς Σέρβις («Μεσσηνία» 15.9-17.11.1952).

Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης» (Αθήνα 1998, 8 τόμοι).
Στον 8ο τόμο περιλαμβάνεται η μεταπολεμική (1955) εξιστόρηση της δράσης του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά από τον (επιζήσαντα) υποδιοικητή του, Παναγιώτη Καζάκο.

Βασίλης Κλεφτόγιαννης
«Οπως τα ‘ζησα. Μαρτυρία μιας βασανιστικής πορείας» (Αθήνα 1994).
Αυτοβιογραφία ενός ελασίτη από το Μελιγαλά που πήρε μέρος στις μάχες με τους ταγματασφαλίτες της κωμόπολης.


πηγή: http://ilesxi.wordpress.com
βασισμένο στο άρθρο του Ιού της Κυριακής: "Η Μάυρη Εθνική Πιγάδα"
http://www.iospress.gr/ios2005/ios20050911.htm 

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Ντοκυμαντέρ: "EΡΕΙΠΙΑ Οροθετικές γυναίκες. Το χρονικό μιας διαπόμπευσης." της Ζωής Μαυρουδή













 

Στις 27 Απριλίου του 2012, λίγες μόλις μέρες πριν τις εθνικές μας εκλογές που θα αναμεταδίδονταν από τα μέσα όλου του κόσμου, ήμουν ανάμεσα σε εκείνους τους Έλληνες που αιφνιδιάστηκαν από το πρωτοφανές και απεχθές θέαμα που ξετυλίχθηκε στις τηλεοράσεις μας.

Οι φωτογραφίες και τα προσωπικά δεδομένα συνανθρώπων μας θετικών στον ιό HIV, όλες τους γυναίκες, άρχισαν να παρελαύνουν στις βραδινές ειδήσεις και τα πρωϊνάδικα. Σύμφωνα με τις αρχικές πληροφορίες, και οι 31 γυναίκες ήταν ιερόδουλες που συνελήφθησαν σε μια μαζική επιχείρηση σκούπα της αστυνομίας, η οποία δημοσίευσε τις φωτογραφίες τους μετά από εισαγγελική εντολή. Γιατροί από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων δήλωναν σε συνεντεύξεις ότι θα ακολουθούσαν και άλλοι «έλεγχοι». Υπουργοί, αστυνομικοί και εκπρόσωποι του ιατρικού χώρου στήριζαν δημόσια την επιχείρηση ως μια επείγουσα κίνηση, απαραίτητη για την προστασία Ελλήνων αντρών και των οικογενειών τους.

Στην αρχή ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς τι συνέβαινε. Πολύ γρήγορα όμως η σύγχυση μετατράπηκε σε θυμό: οι γυναίκες κατηγορούνταν για το κακούργημα της «βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης» προς τους υποτιθέμενους πελάτες τους παρότι κανείς δεν είχε εμφανιστεί να τις καταγγείλει και να δηλώσει ότι είχε μολυνθεί. Μόνο μια γυναίκα φερόταν να έχει συλληφθεί σε οίκο ανοχής. Δεν ήταν ξεκάθαρο αν και ποιες από τις υπόλοιπες ήταν ιερόδουλες ή αν υπήρχαν θύματα εμπορίας λευκής σαρκός ανάμεσά τους. Ελληνικές και ξένες οργανώσεις κατηγορούσαν τις αρχές για μια σειρά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων οι εξαναγκαστικές εξετάσεις αίματος που έγιναν μέσα σε αστυνομικά τμήματα. Εκατοντάδες γυναίκες είχαν προσαχθεί. Σύμφωνα με ρεπορτάζ, τουλάχιστον μια ήταν ανήλικη. Οι περισσότερες ήταν Ελληνίδες και όχι μετανάστριες όπως είχε αρχικά ακουστεί. Όσο για τις μελανιές και τις εκδορές που έφεραν στα πρόσωπα και τα σώματά τους, αποτελούσαν ένδειξη του ότι πολλές ήταν ναρκομανείς, άστεγες και άπορες — αυτό που συχνά αποκαλούμε «ανθρώπινα ερείπια».

Παρά τις άμεσες και έντονες διαμαρτυρίες, το κακό είχε γίνει και το κυνήγι μαγισσών ήταν ήδη εν εξελίξει. Οι αποκαλούμενες «οροθετικές ιερόδουλες» θα σέρνονταν τις επόμενες μέρες στην Ευελπίδων μπροστά στα τηλεοπτικά συνεργεία, οδηγούμενες από αστυνομικούς με ιατρικά γάντια και θα προφυλακίζονταν για μια κατηγορία που αποδίδεται σε ύποπτους για βιασμό και ανθρωποκτονία.

Οι εκλογές της 6ης Μαϊου έσπρωξαν σύντομα την υπόθεση στο περιθώριο και το τσίρκο των ΜΜΕ καταλάγιασε, ως είθισται. Στους μήνες που ακολούθησαν και ενώ οι γυναίκες αποφυλακίζονταν σταδιακά, μου έγινε σαφές ότι αυτή η υπόθεση έπρεπε να αποτυπωθεί άμεσα σε μορφή που θα έφτανε και σε ένα ευρύτερο κοινό, εκτός Ελλάδας.

Ήθελα κατ’ αρχήν να δώσω στις γυναίκες την ευκαιρία να μιλήσουν στην κάμερα, να πουν τι τους συνέβη και να διεκδικήσουν την αξιοπρέπεια που τόσο βίαια τους αφαιρέθηκε. Τις επισκέφθηκα στις φυλακές και με τη συμβολή ακτιβιστριών από την Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης για την υπόθεσή τους, πήρα συνέντευξη από δύο γυναίκες που είχαν αποφυλακιστεί. Μίλησα επίσης και με δύο μητέρες που κουβάλησαν το βάρος της διαπόμπευσης των παιδιών τους στις κλειστές επαρχιακές τους κοινωνίες.

Τα λόγια τους, που άλλες στιγμές τα έσπαγε η σιωπή και άλλες οι λυγμοί, ήταν ο αντίποδας του ψεύτικου συναισθήματος των πολιτικών και τηλεοπτικών δημοσιογράφων.

Επίσημες αρχές δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας για συνέντευξη. Μίλησα όμως με γιατρούς, ακτιβιστές, δημοσιογράφους και νομικούς στην Ελλάδα και στην Αγγλία, που συζήτησαν μαζί μου τα γεγονότα και τις συνέπειες της υπόθεσης καθώς και την ποινικοποίηση της μετάδοσης του HIV μέσω αναποτελεσματικών και άδικων νόμων — ένα θέμα με διεθνείς διαστάσεις.

Θέλησα επίσης να κάνω αυτό το ντοκιμαντέρ γιατί πιστεύω ότι η υπόθεση των διαπομπευμένων οροθετικών γυναικών αντικατοπτρίζει όλα όσα έχουν πάει στραβά στη χώρα μας τα χρόνια της κρίσης: τον αυξανόμενο συλλογικό μας πανικό, την ανικανότητα των θεσμών, τη δουλικότητα των ΜΜΕ απέναντι στην υποτιθέμενη ιερότητα της εξουσίας, το φαρισαϊσμό των πολιτικών μας και την άνοδο του αστυνομικού κράτους.

Κυρίως, η υπόθεση αυτή εξέθεσε ένα ουσιαστικό έλλειμμα συμπόνιας προς αυτούς που έχουν χτυπηθεί περισσότερο από την κρίση και τη λιτότητα, τους ανθρώπους που περιφέρονται σιωπηλά ανάμεσα στα ερείπια της κοινωνίας μας.

Έχει περάσει ένας χρόνος. Παρ’ ότι κάποιες από τις γυναίκες αθωώθηκαν και άλλες θα δικαστούν με μειωμένη κατηγορία, κανένας δεν έχει κληθεί να απολογηθεί γι’ αυτό το ντροπιαστικό επεισόδιο. Μια μήνυση κατά γιατρών και αστυνομικών μπορεί να πάρει χρόνια να φτάσει στα δικαστήρια. Όσο για την Υγειονομική Διάταξη 39α που προηγήθηκε των συλλήψεων και καταργήθηκε μετά από αγώνα ενός χρόνου από ακτιβιστές και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις την περασμένη άνοιξη, επανήλθε αιφνιδιαστικά σε ισχύ από τον νέο υπουργό Άδωνι Γεωργιάδη τον Ιούλιο του 2013, παρά τη σύσσωμη διεθνή κατακραυγή.

Πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη σε αυτές τις γυναίκες για τη σοβαρή κακοποίηση και εκμετάλλευση που υπέστησαν από το Ελληνικό Κράτος. Μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή, ας αποτελέσουν οι προσωπικές τους μαρτυρίες στο ντοκιμαντέρ μας μια ανθρώπινη ιστορία, διαφορετική από την επίσημη.

7 Σεπτεμβρίου 2013

Ζωή Μαυρουδή

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

"Εκτοπισμός και Εξευγενισμός Το αστικό κέντρο της Αθήνας πεδίο κοινωνικού πειραματισμού και καταστολής." Του Νικόλα Μιτζάλη


mitzalis.2011.06.04.jpg
mitzalis.2011.06.03.jpgmitzalis.2011.06.01.jpg

































































 
Η 15η Μαΐου είναι για την Παλαιστίνη η Αλ Νάκμπα. Η καταστροφή. Η απαρχή ενός ατελείωτου πολέμου που ουσιαστικά ξεκίνησε το 1948 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με τους Παλαιστινίους να ανθίσταται στο σταδιακό εποικισμό, στην ισοπέδωση χωριών και στον εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων από τις εστίες τους. Είχα σκοπό λοιπόν να ασχοληθώ αυτό το μήνα με μια νέα πόλη και συγκεκριμένα με την Rawabi, αυτή την άρτια πολεοδομικά σχεδιασμένη παλαιστινιακή πόλη. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως, τα γεγονότα στο κέντρο της Αθήνας και οι συζητήσεις που προξένησαν σχετικά με την ανάπλαση του αλλά και η υπερβολική προβολή από τα ΜΜΕ με ανάγκασαν να αναβάλλω την παρουσίαση της Rawabi.

Θα ασχοληθώ λοιπόν με έναν άλλο ατελείωτο πόλεμο που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και πεδίο έχει όχι μόνο την Ελλάδα (οι 300 απεργοί πείνας της Νομικής, Αγ.Παντελεήμονας, ο καταυλισμός στην Πάτρα και στην Ηγουμενίτσα, η εκδίωξη των Πακιστανών στη Θήβα) αλλά κυρίως την Ευρώπη (οι 23.000 αφρικανοί της Λαμπεντούζα, οι Μαροκινοί της Β.Ιταλίας, οι εκατοντάδες χιλιάδες «αόρατοι» των παρισινών προαστίων) και την Αμερική (ο εξευγενισμός του Χάρλεμ, του Lower East Side, η Νέα Ορλεάνη μετά τις καταστροφές, οι παραγκουπόλεις περιμετρικά του Ρίο και του Μπουένος Άιρες). Έναν ομιχλώδη πόλεμο - έτσι παρουσιάζεται - όπου παράνομοι(;) μετανάστες, παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και ψιλικών, άθλιες συνθήκες κατοίκησης, άστεγοι, κλοπές, συμπλοκές, επιδρομές ακροδεξιών και λοιπών πατριωτών συνθέτουν ένα σκηνικό απέχθειας (όχι για την κατάσταση αλλά για την εικόνα) για το μεσοαστό που βολεμένος από το σπίτι του - κάπου στα προάστια - περιχαρακώνεται ακόμα περισσότερο πίσω από την ιδιότυπη σιγουριά του συντηρητισμού και του ρατσισμού. Αυτή τη περιχαράκωση που η εξουσία λατρεύει και καλλιεργεί συστηματικά μαζί με το φόβο[1]. Οι τίτλοι των δημοσιευμάτων χαρακτηριστικοί: «Κοινωνία σε κρίση πανικού», «Φύλλα πορείας στους λαθρομετανάστες», «Έλληνες όμηροι στις γειτονιές τους», «Όταν ο φόβος αντικαθιστά την ελπίδα», κλπ.

Ας δούμε όμως τα πράγματα όσο πιο καθαρά μπορούμε. Εδώ και χρόνια διάφορες φωνές[2] είχαν επισημάνει το πώς κατάλληλες επικοινωνιακές πολιτικές σε συνδυασμό με σχηματοποιημένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες - όπως διακοπή προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας ή περικοπές κοινωνικών παροχών - διαμορφώνουν τη βάση πάνω στην οποία κατασκευάζονται εγκληματικές ταυτότητες, δαιμονοποιούνται αστικές περιοχές, καθώς και κοινωνικές ομάδες που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνες ή μιαρές.

Ο στιγματισμός αυτός διευκολύνει κοινωνικές και εθνοφυλετικές εκκαθαρίσεις που καλύπτονται πίσω από φαινομενικά ακίνδυνες λέξεις όπως: αναζωογόνηση, ανάπλαση ή εξευγενισμός[3] και ουσιαστικά στοχεύουν στη μετατόπιση «οχλουσών» κοινωνικών ομάδων κυρίως από τα κεντρικά σημεία σε άλλα πιο απόμερα, και συνήθως ακατάλληλα, όπως απόκρημνες πλαγιές, όχθες ποταμών, περιμετρικά χωματερών, σε εγκαταλελειμμένα βαγόνια ή κάτω από αυτοκινητόδρομους, επιτρέποντας στο πρόσωπο της πόλης να παραμείνει «καθαρό» (είτε καθαρό από μουσουλμάνους, είτε καθαρό από έγχρωμους, είτε καθαρό από ομοφυλόφιλους, είτε καθαρό από χαμηλόμισθους, είτε καθαρό από αναρχικούς, είτε όλα τα παραπάνω μαζί). Τώρα, ο εκτοπισμός αυτός εκλαμβάνεται από διαφόρους[4] ως παράπλευρη συνέπεια του εξευγενισμού ενώ από άλλους, όπως ο Peter Marcuse, ως κυρίαρχος στόχος αυτού[5]. Φυσικά εάν διαχωρίσουμε το σχεδιασμό από την πολιτική ή την ταξικότητα καταλήγουμε να ασχολούμαστε με σχέδια αφήνοντας τους ανθρώπους απέξω[6]. Ένας τέτοιος κυνισμός δεν είναι μόνο στα όρια του ρατσισμού, δεν αποσείει μονάχα ευθύνες από τους αρμόδιους επιστήμονες, αλλά υποκρύπτει τεχνηέντως οικονομικά συμφέροντα που περιστρέφονται γύρω από εργολαβίες, προμήθειες και το real estate. Έτσι λοιπόν, όταν -συνειδητά ή όχι- ο σχεδιασμός υποστασιοποιείται ως μέσο παραγνώρισης των κοινωνικών σχέσεων που αναιρούν τους πιο ορθολογικούς στόχους του, τότε, όπως έγραφε ο Murray Bοοkchin, προεκτείνεται η ανορθολογικότητα της κοινωνίας μέσα στο σχέδιο το οποίο με τη σειρά του υπονομεύεται από τις κοινωνικές σχέσεις των οποίων τα άσχημα αποτελέσματα έχουν σα στόχο να μετριάσουν[7].

Το κερδοσκοπικό-κατασκευαστικό κεφάλαιο σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργεί συνήθως σύμφωνα με την οικονομική προσέγγιση του Smith αλλά και άλλων[8]. Η αποχώρηση μεσαίων στρωμάτων από το κέντρο προς αναζήτηση καλύτερης ποιότητας κατοίκησης, αλλά και η αποβιομηχάνιση ή το μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων υποβαθμίζει σταδιακά το κτιριακό απόθεμα που σε βάθος χρόνου χάνει την αξία του. Τα ενοίκια αναγκαστικά πέφτουν και αυτό προσελκύει χαμηλότερα στρώματα τα οποία με τη σειρά τους αδυνατούν να επενδύσουν στη συντήρηση των κτιρίων πόσο μάλλον να πάρουν δάνεια επί τούτου. Έτσι η κατάσταση επιδεινώνεται. Η αυξανόμενη δυσκολία εκμετάλλευσης των ακινήτων προσελκύει κτηματομεσιτικούς επενδυτές που τότε αγοράζουν σε εξαιρετικά συμφέρουσες τιμές, η περιοχή εντάσσεται σε κάποιο πρόγραμμα εξευγενισμού-ανάπλασης και κατόπιν τα ακίνητα πωλούνται ή μισθώνονται σε πολλαπλάσια τιμή επιτρέποντας σε επιτήδειους να καρπώνονται την υπεραξία. Ένα διαμέρισμα π.χ. 40τ.μ. στο Βερολίνο χωρίς θέρμανση που πριν είχε ενοίκιο 320 ευρώ, μετά τον εξευγενισμό θεωρείται «loft» και το ενοίκιο ανέρχεται πια στα 600 ευρώ. Οι περιοχές του Soho, των Docklands ή του Ψυρρή και του Γκαζιού είναι ενδεικτικά παραδείγματα αντιμετώπισης του χώρου αποκλειστικά ως οικονομικού πόρου.


 mitzalis.2011.06.02.jpg


Οι παράγοντες που προκαλούν εξευγενισμό όπως αναδεικνύεται από την ευρύτατη βιβλιογραφία είναι κυρίως:

1) μετατροπή μιας περιοχής κατοικίας, που πριν κατοικούνταν από λιγότερο προνομιούχους, σε ζώνη κατοίκησης μεσοαστών με νέες κοινωνικές μορφολογίες
2) ιλιγγιώδης αύξηση των ενοικίων και των τιμών αγοραπωλησιών των διαμερισμάτων, χάρις σε μια μαζική εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων επενδυμένων για κατοικία και για εκμετάλλευση της υπεραξίας.
3) εκτενή κτιριακή αποκατάσταση, αλλαγές χρήσεων με την άφιξη νέων εμπορικών δραστηριοτήτων και αναδόμηση των υποδοχέων που πριν δεν ήταν αναγκαία χρησιμοποιημένοι ως κατοικίες και προσαρμοσμένοι σε σύμβολα μόδας και κοινωνικής ανέλιξης[9].
4) ζήτηση που δημιουργείται από πληθυσμιακές ομάδες όπως νέοι καλλιτέχνες και ελεύθεροι επαγγελματίες με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο καθώς και η οικονομία του τριτογενούς τομέα αλλάζοντας την όψη και τον χαρακτήρα συνοικιών[10].
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο εδώ, θα τονίσω όμως ότι η ανάπλαση-εξευγενισμός είναι μια διαδικασία με διαστάσεις τεχνικές, οικονομικές, και κυρίως κοινωνικές που, όπως πρώτη η Ryth Glass τόνισε, από τη στιγμή που ξεκινήσει αλλάζει ταχύτατα το χαρακτήρα όλης της περιοχής[11]. Κάτι που είναι εξαιρετικά κρίσιμο και σοβαρό. Παρόλαυτά παρατηρώ ότι στην Ελλάδα πολλοί συνάδελφοι αλλά και λοιποί ειδικοί σε θέματα πόλης προσεγγίζουν το ζήτημα της «υποβάθμισης» του κέντρου εστιάζοντας σε ζητήματα τεχνικά και άρα επιφανειακά όπως: υπερδόμηση, έλλειψη επαρκών ελεύθερων χώρων, κακή συντήρηση και παλαιότητα του κτιριακού αποθέματος. Η λύση όμως δεν βρίσκεται στην ανάδειξη του αρχιτεκτονικού πλούτου της εκάστοτε περιοχής[12] ούτε σε λανθασμένα μέτρα τύπου πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου[13]. Όπως δεν βρίσκεται και σε ανώδυνες δράσεις αστικού καλλωπισμού τύπου ελεγχόμενων graffiti, ενεργειακών κτιρίων και ποδηλατοδρόμων. Ο Θανάσης Καρτερός το έθεσε υποδειγματικά: «Γιατί όλα περιστρέφονται γύρω από τους δρόμους μας που έχουν αποκλειστεί από ρακένδυτους και όχι γύρω από τους ρακένδυτους που έχουν αποκλειστεί στους δρόμους μας; Ποια λογική, ποιος ανθρωπισμός, ποια ηθική, ποια ελληνοπρεπής πολιτική επιβάλλει να προβληματιζόμαστε για το πώς θα καθαρίσουμε τα κτήρια, τα πάρκα και τις πλατείες και θα ξανακάνουμε το κέντρο της Αθήνας βιώσιμο και όχι το πώς θα καθαρίσουμε ένα κάποιο αύριο για τους απελπισμένους, και πώς θα κάνουμε το βίο τους βιώσιμο- εδώ ή αλλού;» [14] Η λύση βρίσκεται στη διεύρυνση της νομιμοποίησης των μεταναστών, στην παροχή χαρτιών σε όλους και στην εξέλιξη ενός προγράμματος κοινωνικής αποκατάστασης. Ο σχεδιασμός μονάχα επικουρικά μπορεί να συμβάλλει σε όλα αυτά.

Δεν θα κάνω εδώ κριτική στο «Σχέδιο Δράσης για το Κέντρο της Αθήνας» που προσφάτως εξήγγειλε η κυβέρνηση[15], απλά θα σας παραπέμψω στα άρθρα των αξιόλογων καθηγητριών Ντ.Βαΐου και Ε.Πορτάλιου[16] που καταδεικνύουν το πώς η εξουσία επιλέγει συγκεκριμένη ταυτότητα και χαρακτήρα για το κέντρο της Αθήνας στοχεύοντας στην αναθέρμανση της αγοράς των ακινήτων με όπλο τη γενικευμένη επιτήρηση και καταστολή. Οι αιτιάσεις περί ανομίας και ανασφάλειας θυμίζουν τα λόγια του δημάρχου της Νέας Υόρκης Rudy Giuliani που το 1998 υλοποίησε την «εκδικητική πόλη» εφαρμόζοντας το δόγμα της μηδενικής ανοχής ή πιο πριν, τα προγράμματα "Safer Cities" της Θάτσερ. Η αστυνόμευση και οι προσαγωγές μπορεί να «εκδικηθούν» τους μετανάστες εκτοπίζοντας τους το μόνο όμως που θα επιτύχουν θα είναι να μεταθέσουν το πρόβλημα σε μια άλλη περιοχή. Βέβαια ο πρωταρχικός στόχος της εξουσίας θα έχει επιτευχθεί: Το πρόσωπο της πόλης, κυρίως για τους τουρίστες εσωτερικού και εξωτερικού, θα είναι καθαρό και πρόσφορο για ακόμα μεγαλύτερη κατανάλωση. 

Θα επιτευχθεί έτσι μια επιφανειακή ευκοσμία πίσω από την οποία θα συσσωρεύονται άνεργοι πτυχιούχοι, μετανάστες χωρίς χαρτιά, απολυμένοι εργάτες, επισφαλείς των 500 ευρώ, οι εν δυνάμει αυριανοί εξεγερμένοι.

Υποσημειώσεις
[1] Το τραγικό, πέραν της στήριξης που η εξουσία απολαμβάνει από τα καθεστωτικά ΜΜΕ, είναι ότι βρίσκει υποστηρικτές και στο χώρο της διανόησης όπως οι Pierre-Andre Taguieff και Alain Finkielkraut. Βλ.:E.Fassin, (2006), De la question sociale a la question racial, La Decouverte.
[2] Σταχυολογώ ενδεικτικά: S.Laska, D.Spain, (1980), Back to the City: Issues in Neighborhood Renovation, Pergamon Press, Michael H.Schill, Richard P.Nathan, (1983), Revitalizing America's Cities:Neighborhood Reinvestment and Displacement, Albany:State University of New York Press, J.Palen, B.London, (1984), Gentrification, Displacement and Neighbourhood Revitalization, Albany:State University of New York Press, N.Smith, P.Williams, (1986), Gentrification of the City, Boston:Allen&Unwin, J.Wolch, M.Dear, (1993), Malign Neglect: Homelessness in an American City, San Francisco:Jossey-Bass, R.Solnit, S.Schwartzenberg, (2000), Hollow City, Verso.
[3] Τα τελευταία χρόνια προσπαθούν διάφοροι να απαλείψουν την λέξη εξευγενισμό αντικαθιστώντας την με την επαναστικοποίηση S.Buzar, R.Hall, P.Ogden, "Beyond gentrification: the demographic reurbanisation of Bologna", στο: Environment and Planning A 39.1, 2007, σσ.64-85, M.Boddy, "Designer neighbourhoods: new-build residential development in non-metropolitan UK cities - the case of Bristol", Environment and Planning A 39.1, 2007, σσ.86-105.
[4] L.J.Freeman, (2006), There goes the 'hood:views of gentrification from the ground up, Temple University Press, Philadelphia, D.M.Smith, (1994), Geography and social justice, Blackwell, Oxford, Gaufield, (1994), City form and everyday life: Toronto's gentrification and vritical social Practice, Toronto University Press.
[5] P.Marcuse, "Gentrification, Abandonment, and Displacement: Connections, Causes, and Policy Responses in New York City," Journal of Urban and Contemporary Law, Vol.28, St.Louis, Washington University, 1985, σσ.195 240.
[6] Δεν είναι τυχαίο ότι διάφοροι συνάδελφοι υποστηρίζουν ότι π.χ. η χωροθέτηση κέντρων ΟΚΑΝΑ , ή κέντρων αστέγων στην ίδια περιοχή συμβάλλει στο να δημιουργηθούν προβλήματα! στιγματίζοντας έτσι αυτούς τους χώρους εκ των προτέρων.
[7] M.Bookchin, (1979), Τα όρια της πόλης. Η διαλεκτική της ιστορικής ανάπτυξης των πόλεων, Ελεύθερος Τύπος, σ.93
[8] N.Smith, (1996), The New Urban Frontier. Gentrification and the Revanchist City, London-New York, Routledge, A.Annunziata, "Oltre la gentrification", στο: A.Lanzani, S.Moroni (2007), Città e azione pubblica, Carocci Editore, Roma, σσ.79-84
[9] S.Zukin, "Postmodern urban landscapes: mapping culture and power" στο:J.Friedman, S.Lash, (1992), Modernity & Identity, Oxford, Blackwell.
[10] G.Bridge, "Bourdieu, rational action and the time-space strategy of gentrification", στο: Transactions of the Institute of British Geographers, n.26, June 2001, σσ.205-215, D.Ley, "Alternative explanations for inner-city gentrification: a Canadian assessment", στο: Annals of the Association of American Geographers 1986, v. 76, σσ.521-535, D.Ley, (1996), The New Middle Class and the Remaking of the Central City, Oxford University Press.
[11] R.Glass, (1964), London: Aspects of Change, London: Centre for Urban Studies and MacGibbon and Kee, σ.18.
[12] Η πρωτοβουλία λ.χ. της αρχιτεκτονικής ομάδας της κίνησης κατοίκων του 6ου διαμερίσματος με την καταγραφή κενών κτιρίων, στατιστικών, κλπ. καθώς και οι επαφές τους με άλλες πρωτοβουλίες μπορεί να είναι αξιόλογη καθώς δημιουργεί μια βάση με πολύτιμα στοιχεία για την επανοικειοποίση της πόλης, από μόνη της όμως δεν επιλύει το κοινωνικό πρόβλημα των μεταναστών.
[13] Κ.Χατζημιχάλης, «Η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και άλλες πολεοδομικές φαντασιώσεις γι ατο κέντρο της πόλης», Εφημ.Η Αυγή, 15/5/2011, σ.27.
[14] Θ.Καρτερός, «Με τα μάτια του Καντίρ», Εφημ.Η Αυγή, 22/5/2011, σ.9.
[15] http://government.gov.gr
[16] Ντ.Βαΐου, «Άρρητες αρρώστιες, ακατάλληλα φάρμακα», ένθετο Εντός Εποχής, 22/5/2011, σ.2 και Ε.Πορτάλιου, «Η Αριστερά έχει δική της αφετηρία και θέσεις», Εντός Εποχής, 22/5/2011, σ.4

Φωτογραφίες: 1. Barrio General Belgrano, Buenos Aires. Manu Brabo, 2.Προσφυγικός καταυλισμός Πάτρας, 3. Lower East Side, αυτοσχέδιο κατάλυμα.