Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

"Νέα Ομιλία (από τα "στρατόπεδα συγκέντρωσης" στα "κέντρα κλειστής φιλοξενίας"), του SilentCrossing

















Ξεκινάμε απ’ τα βασικά: η Αμυγδαλέζα δεν είναι «κέντρο κλειστής φιλοξενίας», μεταναστών, δεν είναι σταθμός συγκέντρωσης, δεν είναι κέντρο προσωρινής κράτησης, είναι το ελληνικό Γκουαντάναμο. Οι άνθρωποι που μένουν εκεί (από φήμες μόνο υπολογίζονται ανάμεσα σε 1.380 και 1.600, αφού το ελληνικό κράτος αρνείται να δώσει το παραμικρό στοιχείο, προφανώς για να είναι ευκολότερη η “εξαφάνιση” τους αν χρειαστεί), στοιβαγμένοι σε κοντέινερ κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου τόλμησαν να άναψαν κλιματιστικό για να δροσιστούν. Οι ανθρωποφύλακες τους έκοψαν τελείως το ρεύμα για τρεις μέρες. Οι άνθρωποι εξεγέρθηκαν ρισκάροντας τη ζωή και την υγεία τους, αφού στο κολαστήριο που τους πέταξαν δεν είχαν πλέον τίποτα να χάσουν. Είχαν προηγηθεί ξυλοδαρμοί,βασανιστήρια, εν ψυχρώ δολοφονίες. Πολλοί παρατηρούν ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν τα τελευταία χρόνια τα στελέχη της κυβέρνησης, ψεύτικη, αφαιρετική, κατακρεουργημένη από κάθε ίχνος ηθικής υπόστασης και εμπειρικών δεδομένων, θυμίζει τη Νέα Ομιλία του Όργουελ. Εμένα περισσότερο μου θυμίζει τη γλώσσα του ιδεολογικού τους προγόνου Γιόζεφ Γκαίμπελς και των υφισταμένων του.

Μερικά χρόνια πριν ο Τζωρτζ Όργουελ επινοήσει τη Νέα Ομιλία στο 1984, οι δήμιοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Γερμανία και την Πολωνία χρησιμοποιούσαν ήδη μια άτυπη διοικητική γλώσσα που έμοιαζε πολύ με τη Νέα Ομιλία, και ήταν απαλλαγμένη από ηθικά νοήματα. Ο Michel Borwicz στο βιβλίο του Γραφτά των Μελλοθανάτων από τη Ναζιστική Κατοχή 1939-1945 (Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1997) μελετάει την τεχνητή διάλεκτο που χρησιμοποιούσαν οι Ες-Ες με σκοπό να ξεγελάσουν τα θύματα τους, που ήταν παράλληλα κι ένα λεξιλόγιο διοικητικό, απαλλαγμένο από συναισθηματικό περιεχόμενο, ώστε να μπορούν να κάνουν τη «δουλειά» τους χωρίς ενοχές. Με τον τρόπο αυτό, οι δολοφόνοι έχαναν την ηθική τους φυσιογνωμία, οι δολοφονημένοι το ανθρώπινο πρόσωπο τους, και τα βασανιστήρια τη συγκινησιακή τους όψη.

Το γνωστότερο παράδειγμα ήταν οι πινακίδες έξω από τα στρατόπεδα εξόντωσης (καθόλου στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στρατόπεδα εργασίας, αφού μοναδικός τους σκοπός ήταν εξαρχής η δολοφονία των αιχμαλώτων): «Η εργασία απελευθερώνει», «Η τιμιότητα εξασφαλίζει την επιτυχία», «Ο καθένας με την αξία του» κ.τλ. Τα σλόγκαν αυτά δεν είχαν κανένα ειρμό, περισσότερο θα έλεγε κανείς ότι έμοιαζαν με προσωπικό καλαμπούρι ανάμεσα στους Ες-Ες, όπως εξάλλου και οι ονομασίες που έχει δώσει μέχρι τώρα το ελληνικό κράτος για την εξόντωση των κοινωνικά αποκλεισμένων («Επιχείρηση Θέτις» για τους τοξικοεξαρτώμενους, «Επιχείρηση Ξένιος Ζευς» για τους μετανάστες και τις ιερόδουλες, υποθέτω ότι στο άμεσο μέλλον θα προκύψουν και νέα ευφυολογήματα για να διασκεδάζουν τα ΜΑΤ και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, στοιχηματίζω ας πούμε στο «Επιχείρηση Ήφαιστος» για τα ΑμεΑ, «Επιχείρηση Ποσειδώνας» για την βύθιση καραβιών με πρόσφυγες, «Επιχείρηση Εστία» για τους άστεγους,  «Επιχείρηση Κάστωρ και Πολυδεύκης» για τους τσιγγάνους, «Επιχείρηση Γανυμήδης» για τους ομοφυλόφιλους). Είναι γνωστό εξάλλου ότι σε όλους τους δικτάτορες αυτής της χώρας άρεσαν τα αρχαιοελληνικά, ακόμα και αν δεν τα πολυκαταλάβαιναν. Κανένας ευφημισμός πάντως δεν φτάνει σε θράσος τον τίτλο “Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη”.
Σκοπός της Νέας Ομιλίας ήταν να απαλλάξει τη γλώσσα από κάθε είδους νόημα, αφήνοντας απλές έννοιες που εξυπηρετούν τους σκοπούς του κράτους και ενισχύουν τη συνολική του κυριαρχία. Με αυτόν τον τρόπο, αφαιρέθηκαν όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις από τη γλώσσα. Η θεωρία πίσω από τη Νέα Ομιλία είναι ότι, εάν κάτι δεν μπορεί να ειπωθεί, τότε δεν μπορεί να γίνει και αντικείμενο σκέψης. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε την ανάγκη μας για ελευθερία ή να οργανώσουμε μία εξέγερση, εάν δεν διαθέτουμε καν τις λέξεις. Αν και το 1984 γράφτηκε λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο Όργουελ εμπνεύστηκε τη Νέα Ομιλία από τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Ες-Ες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πιθανότερο είναι ότι εμπνεύστηκε από την διεθνή τεχνητή γλώσσα εσπεράντο. 
Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης λοιπόν, οι δήμιοι δημιούργησαν ένα νέο, ανώδυνο και άνευ νοήματος λεξιλόγιο. Τα ρήματα δολοφονώ, σκοτώνω, στραγγαλίζω αντικαταστάθηκαν από άλλα, απονευρωμένα από οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση, όπως για παράδειγμα ακυρώνω, αποσύρω, αποστέλλω, διαγράφω, μεταθέτω, καταργώ, παραμερίζω, σβήνω, τακτοποιώ, απομακρύνω, τελειώνω κ.τλ. Ανάμεσα στα ντοκουμέντα που διασώθηκαν στο Άουσβιτς, βρέθηκε ένα βιβλίο που περιείχε 17.000 ονόματα με την ένδειξη δίπλα «αναπαύεται». Πρόκειται για ονόματα Εβραίων που κανείς τους δεν αναπαύτηκε: όλοι δολοφονήθηκαν. Στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν, η δολοφονία των αιχμαλώτων πολέμου ονομάστηκε «επιχείρηση σφαίρα».

Αυτές οι μεταφορές του λόγου συναντιόνται σε πολλά γερμανικά υπηρεσιακά έγγραφα. Για παράδειγμα, η λέξη «οδοντογιατρός» δεν σήμαινε καθόλου κάποιο ιατρείο, αλλά για μια υπηρεσία εγκατεστημένη στα στρατόπεδα, που έχει σαν σκοπό να βγάζει τα χρυσά δόντια των σκοτωμένων. Επίσης, οι ληστείες και οι λεηλασίες σε σπίτια Εβραίων από τους Ες-Ες αντικαταστάθηκαν με λέξεις όπως δήμευση, εξασφάλιση, ομάδα προάσπισης αγαθών.

Νύχτα και ομίχλη για το λεξιλόγιο των Ες-Ες σήμαινε την κατηγορία των ανθρώπων που θα σκότωναν επί τόπου ή θα μετέφεραν σε στρατόπεδα εξόντωσης. Εκεί, όλα τέλειωναν πραγματικά, μέσα στην κόλαση ενός φούρνου του κρεματορίου κι ο καπνός ήταν ίδιος με την ομίχλη που διαλύεται μέσα στη νύχτα.
«Δίνουμε στη γλώσσα την τελική της μορφή, τη μορφή που θα έχει όταν κανείς δε θα μιλάει άλλη γλώσσα. Οταν τελειώσουμε, οι άνθρωποι σαν εσένα θα πρέπει να τη μάθουν απ’ αρχής. Πιστεύεις, φαντάζομαι, ότι η κύρια δουλειά μας είναι να εφεύρουμε νέες λέξεις. Αλλά δε συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο! Καταστρέφουμε λέξεις – εικοσάδες, εκατοντάδες κάθε μέρα. Πετσοκόβουμε τη γλώσσα ως το κόκαλο» Τζωρτζ Όργουελ, 1984.
Το κυνήγι του κουνελιού για τους «παιχνιδιάρηδες» Ες-Ες σήμαινε τον πυροβολισμό των θυμάτων που προσπαθούσαν να αποδράσουν από το τραίνο του θανάτου. Στο Άουσβιτς γινόταν ένα παιχνίδι οργανωμένο από τους Ες-Ες: χτυπώντας μια ομάδα φυλακισμένων με κλομπ και κάτω από την απειλή του πιστολιού, τους κυνηγούσαν ως τα συρματοπλέγματα. Εκεί μια ομάδα φρουρών έριχνε πάνω τους για διασκέδαση. Όχι για να τους σκοτώσει, μόνο για να τραυματίσει χέρια ή πόδια. Ανάμεσα στα πυρά, πανικόβλητοι οι κρατούμενοι ρίχνονταν εδώ κι εκεί, κι αυτό προκαλούσε στις καρδιές των δήμιων μια ιδιόμορφη αγαλλίαση.

Ένας προσφιλής όρος στα στρατόπεδα εξόντωσης ήταν η λέξη «ουρανός». Οι Ες-Ες στη Μπιάλα Ποντολάσκα αποκαλούσαν τις επιχειρήσεις ως «ανάληψη». Στο Μπίρκεναου, ο θάλαμος των μελλοθανάτων βαφτίστηκε από τους Ες-Ες «θάλαμος για εκείνους που θα ανέβουν στον ουρανό». Στο Κόλο, το απόσπασμα των Ες-Ες που εκτελούσε τις επιχειρήσεις, είχε το ωραίο όνομα «τάγμα αναλήψεως».

Ακόμα, στο στρατόπεδο του Οράνιενμπουργκ, η πλατεία των εκτελέσεων λεγόταν «προαύλιο βιομηχανίας». Στο Μαουτχάουζεν μια αποστολή Ες-Ες εξέταζε κάθε άρρωστο κρατούμενο χωριστά, για να αποφασίσει αν θα έπρεπε να τον οδηγήσει στο «σταθμό». Έτσι λεγόταν το κελί των μελλοθάνατων, γιατί βρισκόταν «στον τελευταίο σταθμό, ανάμεσα γη και ουρανό». Στο στρατόπεδο Πβοφ, υπήρχε ένας θάλαμος γεμάτος ξύλα, όπου-ελλείψει κρεματορίων-έκαιγαν τα πτώματα. Οι κρατούμενοι εκεί, απομονωμένοι, ονομάζονταν «είδωλα» («να κάνει το είδωλο», «δέκα είδωλα βγέστε έξω» κ.τλ.)
«Δε βλέπεις ότι ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δε θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να εκφραστεί θα καλύπτεται με μια μόνο λέξη, που το νόημά της θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιες έννοιές της θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Η Παλαιά Ομιλία θα εκτοπιστεί μια για πάντα και θα σπάσει και ο τελευταίος κρίκος με το παρελθόν» Τζωρτζ Όργουελ, 1984.
Στα περισσότερα στρατόπεδα υπήρχαν «κοπάδια άγριων σκύλων». Ο σκύλος λεγόταν «άνθρωπος». Οι κρατούμενοι, αντίθετα, ήταν οι «σκύλοι». Ο Γερμανός Ες-Ες απευθυνόμενος στο σκύλο του, δείχνοντας του έναν κρατούμενο, έλεγε: «Άνθρωπε! Ξέσκισε αυτόν τον σκύλο!». Ο κρατούμενος εξάλλου ήταν υποχρεωμένος να απευθύνεται στο σκύλο στον πληθυντικό: «Κύριε σκύλε».

Η λέξη σκατά καταλάμβανε περίοπτη θέση στο λεξιλόγιο των Ες-Ες, και συνήθως σήμαινε τα πτώματα των δολοφονημένων ανθρώπων: «παραμέρισε αυτό το σκατό…». Ιδιαίτερα συχνά, ο όρος σκατά αναφερόταν στα σκοτωμένα παιδιά. Έριχναν τα σκοτωμένα παιδιά μέσα στο λάκκο και τα σκέπαζαν με πτώματα. Ο Γερμανός κράταγε το παιδί απ’ τον λαιμό και φώναζε: «πάρε αυτό το σκατό και ρίξτο μέσα».
.
Περισσότερα για το λεξιλόγιο των ναζί εδώ.

πηγή: 

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Nα Μιλήσουμε για την Επανάσταση Τότε, Τώρα, για Πάντα! // Δύο ομιλίες της underground κολεκτίβας Wu Ming (ex Luther Blisset)

















Ομιλία του Wu Ming 1 στο UNC Global Education Center, 5 Απριλίου 2011, Μετάφραση: Τζανακοπούλου Μαρία

Πριν μερικές εβδομάδες, ο Guardian δημοσίευσε ένα άρθρο των Αντόνιο Νέγκρι και Μάικλ Χαρτ, με τίτλο «Οι Άραβες είναι οι νέοι πρωτοπόροι της δημοκρατίας». Οι συγγραφείς επιχείρησαν να παρουσιάσουν ένα πλαίσιο ερμηνείας των πρόσφατων λαϊκών ξεσηκωμών σε Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Σε κάποιο σημείο γράφουν:
 «το να αποκαλούμε αυτούς τους αγώνες «επαναστάσεις» φαίνεται να παραπλανεί τους σχολιαστές, οι οποίοι υποθέτουν ότι η πορεία των γεγονότων πρέπει να υπακούει σε λογικές 1789 ή 1917 ή εν πάσει περιπτώση σε άλλες περασμένες ευρωπαϊκές επαναστάσεις εναντίον βασιλιάδων και τσάρων».
Το ερώτημα που θέσαμε ενώ ετοιμάζαμε αυτήν την ομιλία ήταν το εξής: Μπορούμε να ταυτίσουμε ένα σύγχρονο ξεσηκωμό με επανάσταση χωρίς να παραπλανηθούμε με τον παραπάνω τρόπο; Και πώς μπορούμε να περιγράψουμε μια σύγχρονη επανάσταση;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πρόσφατα γεγονότα σε Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή, και ιδίως οι αγώνες σε Τυνησία και Αίγυπτο, άγγιξαν όλους και όλες μας, άγγιξαν τη φυσική μας υπόσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη και το δυτικό κόσμο. Σε μια πρόσφατη διαδήλωση στο Λονδίνο, μερικοί φορούσαν μπλουζάκια με το σλόγκαν «ΠΕΡΠΑΤΑ ΣΑΝ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ-ΔΙΑΔΗΛΩΝΕ ΣΑΝ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ-ΠΑΛΕΥΕ ΣΑΝ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ». Και παρ’όλα αυτά η δημόσια συζήτηση σχετικά με το ζήτημα είναι συχνά ρηχή και δημιουργεί σύγχυση, με όλες τις παγίδες και τα ιδεολογικά όπλα που θα αναλύσει ο σύντροφός μου WM2 στην ομιλία του.
Εγώ θα σταθώ στο ότι, ενώ προσπαθούμε να αποφύγουμε τέτοιες παγίδες, πρέπει ταυτόχρονα να αναζητούμε «υγιώς σχιζοφρενικές» αφηγήσεις για τις επαναστάσεις. Αυτό σημαίνει, αφηγήσεις, οι οποίες αφ’ενός να μεταδίδουν την πολλαπλότητα της διαρκούς επαναστατικής στιγμής και αφ’ετέρου να έχουν τη δυνατότητα να μας απελευθερώνουν από τα αντανακλαστικά εκείνα που προκαλούνται από κάθε είδους προδεδομένες, «παθολογικές» σχέσεις της καθημερινότητάς μας.
Τέτοιες «υγιώς σχιζοφρενικές» αφηγήσεις θα μπορούσαν να αποτελούνται από αναφορές στον 20ό αιώνα και την ευρωπαϊκή επαναστατική παράδοση, χωρίς όμως απρόσμενες ή και προκαλούσες σύγχυση γενικεύσεις* ή υπεραπλουστεύσεις. Νομίζω ότι μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα βοηθούσε να καλύψουμε το χάσμα μεταξύ, αφ’ενός, αναλυτών -όπως ο Χαρτ και ο Νέγκρι- οι οποίοι τείνουν να δίνουν υπέρμετρη έμφαση στην ασυνέχεια με τους αγώνες και τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα (πχ, ασυνέχειες μεταξύ των σύγχρονων λαϊκών μαζών και των προλεταρίων του 20ού αιώνα ή μεταξύ της σύγχρονης «Αυτοκρατορίας» και του τοτινού ιμπεριαλισμού) και αφ’ετέρου αναλυτών όπως ο Σλάβοι Ζίζεκ και ο Αλέν Μπαντιού. Οι τελευταίοι κάνουν συνεχείς αναφορές στην ιστορία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα, δίνουν, ωστόσο, κάποτε την εντύπωση ότι οι αναφορές τους αυτές στόχο έχουν να προκαλέσουν σοκ στο φιλελεύθερο κοινό, παρά να παρέχουν αλήθινή βοήθεια στην παρούσα μάχη που διεξάγεται.
Στην ομιλία μου θα αναφερθώ σε παραδείγματα τέτοιων «υγιώς σχιζοφρενικών» αφηγήσεων της επανάστασης. Τούτο θα το κάνω συγκρίνοντας δύο έργα που παρουσιάζουν τον τρόπο που η ιταλική εργατική τάξη έβλεπε τη Ρωσική Επανάσταση του Φλεβάρη. Τα έργα αυτά είναι αφ’ενός η περιγραφή του Μαρσέλ Προυστ στον δεύτερο τόμο του Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο και αφ’ετέρου το ποίημα του Βλάντιμηρ Μαγιακόφσκι με τίτλο Εκατόν Πενήντα Εκατομμύρια. Θα ήταν μάλλον φαιδρό να αναζητήσω παραδείγματα σε δικά μας λογοτεχνικά έργα.
Βρισκόμαστε στον Μάρτιο του 1917. Ο Παγκόσμιος Πόλεμος (προφανώς κανείς δεν τον έλεγε ακόμη Πρώτο Παγκόσμιο) μόλις έχει μπει στον τρίτο χρόνο. Πρόκειται για ένα θλιβερό θέαμα αιματοχυσίας και σφαγής. Η καρδιά της Ευρώπης έχει μετατραπεί σε σφαγείο. Τεράστιες μάχες δίνονται για ανόητους λόγους. Η κατάληψη μερικών τετραγωνικών χιλιομέτρων ερημιάς είναι ένας από αυτούς. Η μάχη του Σομμ, που τέλειωσε μόλις πριν δυο μήνες, διήρκεσε περίπου δώδεκα εβδομάδες και κατέληξε στο θάνατο περισσοτέρων από ενάμιση εκατομμύριο ανθρώπων. Η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο το Μάιο του 1915. Το μέτωπο είναι εγκατεστημμένο στη βορειοανατολική Ιταλία, και ο εχθρός είναι η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Ήδη δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων έχουν πέσει σε μια σειρά άχρηστων και αδέξια διεξαχθεισών μαχών κατά μήκος του ποταμού Ισόντζο. Η καθημερινότητα στα λασπωμένα χαρακώματα είναι θλιβερή και άθλια. Άνθρωποι ξαφνιασμένοι αντικρίζουν ο ένας τον άλλο με άδεια βλέμματα.
Θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο να θυμηθούμε ποιός πολεμάει ποιόν:  Από τη μία έχουμε τη συμμαχία που ονομάζεται –τριπλή- Αντάντ, δηλαδή το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Η Αντάντ όμως δεν είναι πια «τριπλή», γιατί έχει ενισχυθεί από την Ιταλία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία και άλλους. Οι ΗΠΑ δεν έχουν μπει ακόμα στον πόλεμο. Θα το κάνουν τον Απρίλιο. Από την άλλη έχουμε τον λεγόμενο «Άξονα», δηλαδή τη Γερμανική Αυτοκρατορία, την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Βασίλειο της Βουλγαρίας.
Ξαφνικά στη Ρωσσία, μια επανάσταση αναγκάζει τον Τσάρο Νικόλαο Β’ να εγκαταλείψει το θρόνο παραχωρώντας τη διακυβέρνηση σε έκτακτη κυβέρνηση φιλελεύθερων και σοσιαλιστών. Στη Ρωσία ισχύει ακόμη το Ιουλιανό ημερολόγιο. Βρισκόμαστε, λοιπόν, ακόμη στο Φλεβάρη. Ο Τσάρος εγκαταλείπει στις 7 Μάρτη, αλλά στη Ρωσία η ημέρα είναι η 22α Φεβρουαρίου. Αυτός είναι και ο λόγος που η επανάσταση αυτή έμεινε στην ιστορία ως η «Επανάσταση του Φλεβάρη».
Όταν η επανάσταση ξεσπάει, τα νέα φτάνουν στη Ρώμη στα μέσα Μαρτίου. Το ρωσικό σοσιαλιστικό κίνημα είναι ακόμα άγνωστο στην Ιταλία. Ούτε καν οι αρχηγοί και πνευματικοί καθοδηγητές του Ιταλικού σοσιαλιστικού Κόμματος γνωρίζουν πολλά για τους Ρώσους επαναστάτες. Κατά την περασμένη δεκαετία, το επίσημο όργανο του κόμματος, η εφημερίδα «Avanti!», είχε δημοσιεύσει κάποιες ειδήσεις από τη Ρωσία. Ωστόσο δεν επρόκειτο για απ’ευθείας ανταποκρίσεις, αλλά για κομμάτια μεταφρασμένα από τον αντίστοιχο γερμανικό και γαλλικό τύπο. Οι μόνες περιπτώσεις που οι αντιπροσωπίες των Ρώσων και Ιταλών σοσιαλιστών είχαν μπορέσει να συναντηθούν ήταν δυο αντιπολεμικές συνελεύσεις σε πόλεις της Ελβετίας, η μία στο Τσίμερβαλντ (το Σεπτέμβρη του 1915) και η άλλη στο Κίενταλ (τον Απρίλη του 1916). Έκτοτε όμως ο πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, οι επικοινωνίες είχαν καταστεί δύσκολες και στην Ιταλία υπήρχε λογοκρισία όσον αφορούσε στον πόλεμο. Η επανάσταη του Φλεβάρη ξαφνιάζει, λοιπόν, το ιταλικό σοσιαλιστικό κίνημα.
Αν η ηγεσία του κόμματος είχε πρόσβαση μόνο σε ειδησεογραφία από δευτερογενείς πηγές, τότε η βάση, δηλαδή, η ιταλική εργατική τάξη, μόνο σε τριτογενείς ή και τεταρτογενείς πηγές πληροφόρησης θα μπορούσε να βασίζεται. Οι σοσιαλιστές προλετάριοι θυμούνταν την αποτυχημένη επανάσταση του 1905 και στέκονταν απέναντί της με συμπάθεια και αλληλεγγύη. Είχαν όμως περάσει 10 καταστροφικά χρόνια από τότε, ο πόλεμος είχε αλλάξει τα πάντα στις ζωές των ανθρώπων και η επανάσταση του 1905 φάνταζε μακρινό προπολεμικό παρελθόν. Κι όλα αυτά σε ένα έθνος με το ποσοστό αναλφάβητων να φτάνει το 40%.
Τα νέα για την Επανάσταση του Φλεβάρη φτάνουν στην Ιταλία μέσω του ειδησεογραφικού πρακτορείου Στέφανι. Η Avanti! δημοσιεύει το νέο στις 16 Μάρτη. ‘Επειτα όμως κάτι συμβαίνει: Η ιταλική εργατική τάξη, εξουθενωμένη από τις συγκρούσεις, αμέσως ερμηνεύει τη μακρινή επανάσταση ως το μεγάλο γεγονός που θα τερματίσει τον πόλεμο. Οι Ιταλοί προλετάριοι (ευρισκόμενοι στο μέτωπο ή και όχι) αμέσως υποθέτουν ότι η επαναστατικές διαδικασίες θα βγάλουν τη Ρωσία εκτός πολέμου, επιταχύνοντας έτσι τη λήξη της μεγάλης σφαγής.
Κι όμως το πρακτορείο Στεφάνι επιμένει ότι οι Ρώσοι επαναστάτες «επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου» και θέλουν «να ελαττώσουν κάθε αντιδραστική επιρροή που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπέρμαχη της ειρήνης». Πράγματι, η πρώτη κίνηση των σοσιαλιστών μελών του ρωσικού κοινοβουλίου είναι να καλέσουν τον κόσμο να επιστρέψει στην εργασία του και τους εργάτες να επιστρέψουν στο μέτωπο, ώστε να συνεχιστεί η μάχη. Η έκτακτη δε κυβέρνηση, με επίσημη εγκύκλιο υπογεγραμμένη από τον Υπουργό Εξωτερικών, Pavel Miljukov, δίνοντας τέλος σε όποια αμφιβολία, ανακοινώνει ότι η Ρωσία εξακολουθεί μέλος της Αντάντ και ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί «μέχρι την τελική νίκη». Η Avanti! δημοσιεύει το νέο στις 19 Μάρτη.
Και πράγματι οι αστικές τάξεις των χωρών της συμμαχίας χαιρέτησαν την Επανάσταση του Φλεβάρη, την οποία θεώρησαν εξαιρετικά βοηθητικό γεγονός ώστε να συνεχίσουν τον πόλεμο υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Τώρα που ο τσάρος Νικόλαος Β’ είχε αποχωρήσει, η Ανταντ αποτελείτο αποκλειστικά από δημοκρατικές δυνάμεις. Έτσι το ιδεόλογημα του «πολέμου κατά των ολοκληρωτικών δυνάμεων του Άξονα» ακουγόταν πιο πειστικό από ποτέ. Στις 16 Μαρτίου η ιταλική νομοθετική εξουσία γιορτάζει την αποχώρηση του Τσάρου, ενώ πολλά μέλη του κοινοβουλίου φωνάζουν «Ζήτω η Ρωσία!».
Στις 22 Μαρτίου, η έκτακτη κυβέρνηση της Ρωσίας αναγνωρίζεται από ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και ΙταλίαΚι όμως, λίγες μέρες μετά τα νέα για την επανάσταση, οι βιομηχανικοί εργάτες του Τουρίν της Ιταλίας προβαίνουν σε μια μάλλον ανεξήγητη κίνηση. Κατεβαίνοντας σε απεργία (πράγμα γενναίο, δεδομένου του παράνομου χαρακτήρα των απεργιών από τις αρχές του πολέμου), φωνάζουν: « Κάτω ο πόλεμος, ας μιμηθούμε τους Ρώσους!».
Στις 18 Μαρτίου, μόλις ένα 48ωρο μερά τα νέα, ένας Μιλανέζος σοσιαλιστής γράφει επιστολή σε έναν φίλο, υπαξιωματικό πεζικού, στο μέτωπο. Ας δούμε ένα απόσπασμα:
«Δεν ξέρω αν άκουσες τί γίνεται στη Ρωσία. Λογικά ναι, αλλά σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σου πω ότι η ενημέρωση είναι κακή, εξαιτίας των σκόπιμων και οπορτουνιστικών ψεμάτων, των ανακριβειών και περιορισμών του αστικού τύπου και της λογοκρισίας. Το μόνο σίγουρο αυτή τη στιγμή είναι αυτό: Ο Τσάρος αποχώρησε [...] Και αν σκοπός της επανάστασης είναι να συνεχιστεί ο πόλεμος επ’αόριστον, τοτε γιατί αποχώρησε ο τσάρος, αφού το πρόγραμμά του περιλάμβανε ακριβώς τη συνέχιση του πολέμου; [...] Η αλήθεια πρέπει να είναι άλλη, αλλά η αλήθεια δεν πρόκειται να διαρρεύσει μέσω του τύπου.»
Αποστολέας και παραλήπτης κατηγορήθηκαν για προπαγάνδα κατά του συστήματος μέσα στο στράτευμα. Καταδικάστηκαν αντίστοιχα σε 15 και 5 χρόνια φυλάκιση στις στρατιωτικές φυλακές.
Στις 30 Μαρτίου η Avanti! αναδημοσιεύει τη σύντομη περίληψη μιας ανακοίνωσης του σοβιέτ της Πετρούπολης, του συμβουλίου, δηλαδή, των επαναστατών εργατών και στρατιωτών που ήταν ταγμένοι στην πάλη ενάντια στην έκτακτη ρωσική κυβέρνηση. Η ανακοίνωση απευθύνεται σε όλους τους προλετάριους του κόσμου και τους καλεί να ανατρέψουν τα εθνικά ολοκληρωτικά καθεστώτα και να τερματίσουν τον πόλεμο. Στη φάση εκείνη, ο ιταλικός λαός γνώριζε ελάχιστα για το σοβιέτ της Πετρούπολης και τη σύγκρουσή του με την κυβέρνηση. Αυτό ήταν και το πρώτο αχνό σημάδι ότι τα πράγματα στη Ρωσία θα μπορούσαν να πάρουν αυτήν την κατεύθυνση.
Κι όμως, μέχρι τότε και για πάνω από δυο εβδομάδες, η ιταλική εργατική τάξη έβλεπε την ρωσική επανάσταση ως τον καλύτερο πιθανό αντιπολεμικό οιωνό. Αυτό θα συνεχιστεί για όλη την άνοιξη και σε όλη την Ιταλία. Στις 15 Απρίλη, η ιταλική στρατιωτική μυστική υπηρεσία αναφέρει ότι επιστολές στρατιωτών επικροτούν τα γεγονότα της Ρωσίας καθώς και ότι στο στρατιωτικό σώμα υπάρχει ευρέως η αντίληψη ότι σκοπός της επανάστασης ήταν «όχι το ανατρέψει μια κυβέρνηση υπεύθυνη για την κακή διαχείριση του πολέμου, αλλά το να προλάβει την ίδια τη συνέχιση του πολέμου».
Σύντομα το σύνθημα «Ζήτω ο Λένιν!» βροντοφωνάζεται σε αυθόρμητες διαδηλώσεις. Πρόκειται σχεδόν για θαύμα. Σε κάθε περίπτωση, στην Ιταλία ο Λένιν θα έπρεπε να είναι σχεδόν άγνωστος. Κι όμως το όνομα «Λένιν» παίρνει τη μορφή συνεκδοχής. Μάλιστα δε θετικής συνεκδοχής: Το ειδικό (Λένιν) αποκαλύπτει το γενικό: Το πραγματικό νόημα του συνθήματος είναι «Σταματήστε τον πόλεμο!».
Η ηγεσία των Ιταλών σοσιαλιστών είχε, αναφορικά με τον πόλεμο, επίσημη γραμμή το «ούτε υποστήριξη-ούτε σαμποτάζ». Δεν αντιλαμβανόταν, λοιπόν, για ποιό λόγο η βάση του κόμματος έδινε στα γεγονότα της Ρωσίας τόσο δυναμικά αντιπολεμικό περιεχόμενο. Εξάλλου η βάση ενημερωνόταν μόνο από ανακριβή δημοσιεύματα φιλτραρισμένα και καταλήγοντα στον τύπο σχεδόν διαλυμένα λόγω της λογοκρισίας. Τον τύπο, που παρεμπιπτόντως, οι περισσότεροι δεν μπορούσαν καν να διαβάσουν.
Λίγους μήνες αργότερα, οι Μπολσεβίκοι καταλαμβάνουν την εξουσία και προτείνουν γενική εκεχειρία, αντιμετωπίζοντας όμως την αδιαφορία όλων των κυβερνήσεων. Το Μάρτιο του 1918 οι Μπολσεβίκοι επιτέλους καταφέρνουν να βγάλουν τη Ρωσία εκτός σύγκρουσης υπογράφοντας τη συνθήκη Μπρεστ-Λιτοφσκ. Πρόκειται για μια ειρήνη με μεγάλο κόστος. Η Ρωσία υποχρεούται να αποκηρύξει τεράστια κομμάτια του εδάφους της, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, που μεταφέρεται στη Γερμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αλλά σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία έχει αποχωρήσει από τον πόλεμο.
Οι Ιταλοί εργάτες αποδείχτηκαν σωστοί. Κι όμως, πώς κατάφεραν να καταλάβουν αμέσως τί συνέβαινε, κόντρα σε όλες τις ενδείξεις και μάλιστα χωρίς έμπιστες πηγές πληροφόρησης; 
Πώς το έκαναν; Τί κίνησε τη φαντασία των μελών αυτών της ιταλικής εργατικής τάξης; Τί είδαν στα ρωσικά γεγονότα και το «όραμά» τους έμελλε να γίνει πραγματικότητα; Άνθρωποι κρατημένοι μακριά από τα κέντρα πληροφόρησης, να ζουν, να δουλεύουν σκληρά, να πεθαίνουν χιλιάδες μίλια μακριά, τσακισμένοι στα χαρακώματα και διαλυμένοι εργάτες στα εργοστάσια, με ελάχιστη επαφή μεταξύ τους... Τί είδαν στην Επανάσταση;
Όπως το έθεσε η Αόρατη Επιτροπή το 2009 στο κείμενό της με τίτλο «Mise au point» :
«Ένα επαναστατικό κίνημα δεν εξαπλώνεται σαν μολυσματική ασθένεια, αλλά εξαιτίας της απήχησής του. Κάτι που γεννιέται εδώ αντηχεί το κύμα της εξέγερσης που ξέσπασε κάπου αλλού. Το σώμα που εξεγείρεται το κάνει με τον δικό του τρόπο. Η εξέργερση δεν απλώνεται σαν το λοιμό ή την πυρκαγιά- δεν είναι μια γραμμική διαδικασία που περνάει από τον έναν στον άλλο, ξεκινώντας από μια σπίθα. Αντίθετα, η εξέγερση παίρνει σχήμα όπως οι μελωδίες, που ακόμη κι αν διασκορπίζονται ατάκτως στο χωροχρόνο, καταφέρνουν να επιβάλλουν το ρυθμό των δονήσεών τους, να αποκτούν νόημα στη συγκυρία, ώσπου οποιαδήποτε επιστροφή σε κανονικότητες να φαντάζει πλέον ανεπιθύμητη ή ακόμα ακόμα αδύνατη.»
Ο Αλέν Μπαντιού παρέθεσε ένα απόσπασμα από το παραπάνω σε πρόσφατο άρθρο του στη Le Monde για τις εξεγέρσεις στη Βόρεια Αφρική.
Nαι μεν, αλλά... Πώς και γιατί καταφέρνει μια εξέγερση να έχει απήχηση; Γιατί δεν έχει απήχηση σε όλους και όλες; Γιατί η Επανάσταση του Φλεβάρη είχε απήχηση μόνο στους προλετάριους; Και τί ήταν αυτό που της έδωσε απήχηση; Γιατί οι αστοί δεν μπόρεσαν να προβλέψουν τί θα συνέβαινε, παρ’όλο που είχαν σαφώς καλύτερη πληροφόρηση από την εργατική τάξη;
Το 1914 και 1915 η προπαγάνδα της Αντάντ παρουσίαζε τον πόλεμο ως επαναστατική διαδικασία. Οι κυβερνήσεις των χωρών της διευρυμένης Αντάντ παρουσίαζαν τη σύγκρουση ως εκστρατεία της δημοκρατίας κατά των ολοκληρωτικών και σάπιων αυτοκρατοριών, κατά του πρωσικού ολοκληρωτισμού, κατά των βασανιστηρίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μέση Ανατολή κτλ. Η γλώσσα τους ήταν ριζοσπαστική και επαναστατική. Και πράγματι, πολλοί ριζοσπάστες εντάχθηκαν σε αυτό το σχέδιο, θεωρώντας ότι έτσι θα βοηθούσαν στην εξόντωση της παλιάς τάξης πραγμάτων και την ανοικοδόμηση μιας νέας Ευρώπης. Πολλοί Ιταλοί ριζοσπάστες θεώρησαν ότι ο πόλεμος θα βοηθούσε στην πραγματοποίηση πολλών, ανεφάρμοστων ακόμη, πολιτικών και κοινωνικών στόχων της ιταλικής Risorgimento. Ανάμεσα στους τελευταίους βρίσκουμε την αφρόκρεμα της μη μαρξιστικής αριστεράς της εποχής, όπως για παράδειγμα τους αδερφούς Rosselli (Carlo και Νello), οι οποίοι λίγα χρόνια αργότερα ίδρυσαν την παράνομη αντιφασιστική οργάνωση Giustizia e libertà.
Αλλά ακόμη κι αν πάμε πιο αριστερά, στα μέλη του επαναστατικού συνδικαλιστικού κινήματος, θα δούμε ότι και αυτό το κομμάτι αναζητούσε στον επερχόμενο πόλεμο τα επαναστατικά εκείνα στοιχεία που θα μπορούσαν ριζοσπαστικοποιήσουν το νέο κόσμο που θα γεννιόταν. Τον Αύγουστο του 1914, ο συνδικαλιστής Alceste De Ambris, έχοντας μόλις επιστρέψει από την εξορία σε Βραζιλία και Ελβετία, γράφει τα εξής:
«Πιστεύω ότι το θαυμάσιο γεγονός που για καλή ή κακή μας τύχη απλώνεται μπροστά στα μάτια μας, θα έχει τέτοιες τρομερές συνέπειες, που θα αναγκάσει όλο τα κόμματα, όλες τις κοσμοθεωρίες να ανασυνταχθούν θεμελιακά, να αναθεωρήσουν όλη τη φιλοσοφία τους, ανεξαρτήτως του τί τους ενέπνευσε. Ακριβώς όπως συνέβη με τη γαλλική επανάσταση, ίσως δε και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι ακόμη η δικιά μας επανάσταση, αλλά ίσως είναι αναγκαίος για να αποτινάξει ο κόσμος μας από πάνω του τα ενοχλητικά κατάλοιπα του Μεσαίωνα.»
Ας μην ξεχνάμε όμως και τον Μπενίτο Μουσολίνι, που τότε ήταν ακόμη ένας επαναστάτης σοσιαλιστής. Τον Οκτώβριο του 1914 έλεγε:
«Σαν άνθρωποι και σαν σοσιαλιστές, θέλουμε να είμαστε παθητικοί θεατές του τεράστιου αυτού γεγονότος ή θέλουμε με κάποιο τρόπο να γίνουμε οι πρωταγωνιστές;»
Ένα μήνα αργότερα διαγράφηκε από το σοσιαλιστικό κόμμα κι εδώ ξεκινάει μια άλλη ιστορία.
Δεν πήρε πολύ μέχρι όλος αυτός ο ενθουσιασμός να μετατραπεί σε απογοήτευση, αποθάρρυνση, φόβο, τρόμο. Ο πόλεμος δεν ήταν επανάσταση, αλλά μια φρικτή, ανούσια σφαγή. Ο πόλεμος είχε χρησιμοποιήσει στο λόγο του όρους επαναστατικούς, αλλά τους είχε αρθρώσει με διχαλωτή γλώσσα. Αυτοί που είχαν προωθήσει αυτόν τον πόλεμο είχαν πει ψέματα.
Να σημειωθεί εδώ ότι, αντίθετα με τους ριζοσπάστες διανοούμενους που αναφέρθηκαν πριν, η μεγάλη μάζα, η οποία αρχικά είχε ταχθεί ενάντια στον πόλεμο, είχε γρήγορα διακρίνει τη διχαλωτή γλώσσα του πολέμου. Δεν είχε όμως μπορέσει να φανταστεί την άβυσσο του τρόμου στην οποία θα την ενέπλεκε η πολεμική επέμβαση.
Το τραύμα ήταν τεράστιο. Οι κινητοποιημένες μάζες, εξαντλημένες από τον πόλεμο, δεν άντεχαν πλέον να περιμένουν κάποιον να μιλήσει την αληθινή γλώσσα της επανάστασης. Μιας επανάστασης που πλέον δεν θα μπορούσε παρά να τεθεί αντιπαραθετικά στον πόλεμο.  Ας δώσουμε όμως ένα παράδειγμα, που διάλεξα μεταξύ άπειρων άλλων: στις 20 Ιανουαρίου 1916, ένα στρατιωτικό δικαστήριο καταδίκασε ένα 25χρονο στρατιώτη σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση για συκοφαντική δυσφήμιση κατά του στρατού. Ο στρατιώτης αυτός είχε γράψει επιστολή σε έναν φίλο, στην οποία μιλούσε για ανατρεπτικά σχόλια ειπωμένα από αξιωματικούς του στρατού. Έγραφε, λοιπόν:
«Μην πιστεύεις αυτά που λένε περί γενναιότητας των στρατιωτών, μην πιστεύεις τις εφημερίδες. Οι στρατιώτες δεν πολεμάνε ούτε με τιμή ούτε με πάθος. Απλώς σφάζουν γιατί αυτή είναι η εντολή, και γιατί φοβούνται την εκτέλεση [...]»
Έπειτα αναφερόταν σε ένα σχόλιο που είχε ακούσε από έναν αξιωματικό:
«Αν μπορούσα να πιάσω στα χέρια μου τον αρχηγό της κυβέρνησης, θα τον στραγγάλιζα».
Κι έκλεινε λέγοντας:
«Η επανάσταση είναι η μόνη διέξοδος. Είμαστε κουρασμένοι κι απλώς περιμένουμε τη σπίθα.»
Σίγουρα κανείς δεν θα είχε ποντάρει στη σχεδόν πρωτόγονη, γεωργική Ρωσία. Ήταν η πιο απίθανη χώρα για να γίνει επανάσταση. Οι μαρξιστές ήταν στραμμένοι σε πιο ανεπτυγμένες, βιομηχανικές χώρες. Για του λόγου το αληθές, όταν η επανάσταση ξέσπασε, ο Γκράμσι την περιέγραψε ως «μια επανάσταση κατά του «Κεφαλαίου» του Μάρξ».
Πάντως η αφήγηση περί «επανάστασης κατά του πολέμου» κυκλοφορούσε αρκετά και τα συναισθήματα ήταν έτοιμα να λάβουν σάρκα και οστά. Ήταν ο ίδιος ο πόλεμος που τα είχε γεννήσει. Οι μάζες ήταν επί ποδός και έτοιμες, και όταν το Γεγονός ξέσπασε στο πιο απίθανο, το πιο εκπληκτικό σημείο, η εργατική τάξη αμέσως είδε ό.τι όλοι οι άλλοι δεν μπόρεσαν να δουν. Και το είδε απέναντι σε όλα τα προγνωστικά, απέναντι στην κοινή λογική, απέναντι σε κάθε είδους «ειδικούς».
Παρ’όλα αυτά, τούτο δεν είναι παρά μια γενική προϋπόθεση της απήχησης της εξέγερσης. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε λίγο πιο προσεκτικά τους ειδικούς τρόπους με τους οποίους το ρωσικό Γεγονός έλαβε στην Ιταλία τη διάσταση που έλαβε καθώς και τους λόγους για τους οποίους αυτό συνέβη. Γι’αυτό και θα δώσω ένα δεύτερο επιχείρημα, ενδεχομένως πιο αβέβαιο και ασταθές. Όσο παράδοξο κι αν φαντάζει, το επιχείρημά μου έχει να κάνει με τον Μαρσέλ Προυστ.
Κάνω την υπόθεση ότι οι Ιταλοί εργάτες ήταν σε προνομιακή θέση σε σχέση με τους ηγέτες και δημοσιογράφους. Οι τελευταίοι ήταν ευνουχισμένοι λόγω έλλειψης πληροφόρησης ενώ βίωναν τις ενοχλητικές συνέπειες της λογοκρισίας. Οι εργάτες, αντίθετα, ήταν πιο ελεύθεροι να πάρουν τις αποστάσεις τους και να στοχαστούν πάνω στα όρια του επαναστατικού γεγονότος. Ήταν ελεύθεροι να συγκεντρωθούν στο σχήμα της επανάστασης, να προσπαθήσουν να συλλάβουν τη σημασία της αναζητώντας μεγέθη σύγκρισης. Τί μορφή είχε η επανάσταση; Τί αίσθηση τους μετέδιδε η επανάσταση;
Ε λοιπόν, η επανάσταση τους μετέδιδε πολλές αισθήσεις. Οι προλετάριοι προέβαλλαν πάνω της μια σειρά από παραστάσεις, που όλες συνδέονταν με την πιο βασική τους επιθυμία. Και η επιθυμία αυτή ήταν το τέλος του πολέμου, που είχε μετατρέψει τη ζωή σ’ενα μονότονο πανικό, τόσο ανάξιο να βιώνεται, τόσο καταθλιπτικά άδειο από ποικιλία, από ομορφιά.
Αντί ο πόλεμος να πραγματοποιήσει τις ριζοσπαστικές του υποσχέσεις, εγκαθίδρυσε ένα απάνθρωπο καθεστώς πειθαρχίας, συνδεδεμένο με την τυφλή υπακοή, τον αυταρχισμό και τον αναπόφευκτο θάνατο. Έτσι λοιπόν, ένα γεγονός στο πλαίσιο του οποίου, οι μάζες εξέφραζαν την ανυπακοή τους, εκθρόνιζαν έναν αυταρχικό ηγέτη και διεκδικούσαν μια καλύτερη ζωή δεν θα μπορούσε παρά να σχετίζεται με το τέλος του πολέμου.
Και ξανά: Οι προλετάριοι αυτοί διερωτήθηκαν: «Τί μορφή έχει αυτό το μακρινό γεγονός; Τί μας κάνει να αισθανόμαστε;» Και απαντούσαν: « Το νιώθουμε σαν κάτι που θα θέλαμε να κάνουμε κι εμείς οι ίδιοι. Μας θυμίζει αυτό που έχουμε δει τόσες φορές να επιδιώκεται, χωρίς όμως επιτυχία».
Στα μέσα του Ιούλη του 1917, οι στρατιώτες της ταξιαρχίας Catanzaro εξεγέρθηκαν κατά των αξιωματικών τους. Ήταν η μεγαλύτερη εξέγερση που έγινε ποτέ στον ιταλικό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου.  Το γεγονός έλαβε χώρα στη Σάντα Μαρία λα Λόνγκα, στην περιοχή Φριούλι, όπου η ταξιαρχία είχε εγκατασταθεί από τις 25 Ιούνη για ανάπαυση. Η διαμαρτυρία που γεννήθηκε όταν μαθεύτηκε η είδηση για μια νέα παράταξη στην πρώτη γραμμή των χαρακωμάτων, γρήγορα μετεξελίχθηκε σε ανοιχτή σύρραξη.
Ο στρατός κατέστειλε την εξέγερση στέλνοντας διμοιρία των Καραμπινιέρι, τέσσερα αυτόματα και δύο πολυβόλα. Η μάχη διήρκεσε όλη τη νύχτα και έληξε με το χάραμα. Τις επόμενες μέρες, περίπου 20 εξεγέρσεις καταστάλθηκαν και θάφτηκαν. Έτσι ένιωσαν την επανάσταση οι προλετάριοι: σαν ανταρσία, σαν λιποταξία, σαν αντίρρηση συνείδησης, σαν εργατική απεργία. Το Γεγονός αντηχούσε σε όλα τα παραπάνω: η επανάσταση γινόταν αισθητή σαν η διευρυμένη εκδοχή των εξεγέρσεων στα χαρακώματα.
Ωραία όλα αυτά... Αλλά πού στο καλό μπαίνει ο Μαρσέλ Προυστ;
Η Επανάσταση του Φλεβάρη μοιάζει με μια παρέα κοριτσιών που περπατούν στην παραλία του Μπαλμπέκ της Βόρειας Γαλλίας, αγνοώντας ότι τα παρακολουθεί ο συγγραφέας του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, βρισκόμαστε στον δεύτερο τόμο με τίτλο Στη σκιά των κοριτσιών με τα λουλούδια, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1919.
Μια μέρα, ενώ στέκεται μπροστά στο ξενοδοχείο του, ο αφηγητής εντοπίζει στο βάθος του παραλιακού δρόμου, ένα φανταχτερό κύμα χρώματος. Είναι μια παρέα πέντε ή έξι κοριτσιών που περπατούν προς το μέρος του. 
Δεν είμαι σε θέση παρά να δώσω μόνο μια στεγνή και αχνή εικόνα της περιγραφής που ακολουθεί. Καλύπτει περίπου είκοσι σελίδες, γεμάτες από παρεκβάσεις, αλλεπάλληλες μεταφορές και συναισθητικές συσχετίσεις, όπου μύτες και ζυγωματικά μπερδεύονται χωρίς να ανήκουν σε κανένα πρόσωπο, όπου οι σωματικές κινήσεις συγκρίνονται με μουσικές δημιουργίες (γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο Σοπέν), όπου οι κοινωνικές τάξεις περιγράφονται σαν έργα γλυπτικής, όπου στοιχεία παρασκηνιακά κάνουν αγώνα δρόμου με στοιχεία ενός φανταστικού προσκηνίου, όπου ο σουρεαλισμός κόβει βόλτες κατά μήκος της σκηνής.
Αρχικά τα κορίτσια περιγράφονται σαν «σμήνος γλάρων που, ο θεός ξέρει πώς εμφανίστηκαν, και, παρελαύνουν με έναν βηματισμό, που το νόημά του είναι μάλλον ακατανόητο στους θνητούς παραθεριστές». Μια από αυτές σπρώχνει ένα ποδήλατο, μια άλλη κουβαλάει μπαστούνια του γκολφ, περπατούν. Ο αφηγητής περιγράφει τον τρόπο που περπατούν, αλλά δεν εξατομικεύει καμιά τους, παρά μόνο βλέπει μια «ίσια μύτη» από ‘δω, «ένα ζευγάρι σκληρά, πεισματάρικα και σκωπτικά μάτια» από κει... Το ροδαλό των ζυγωματικών ενός από τα κορίτσια του θυμίζει γεράνια κι έπειτα λέει: «τα πιο ανόμοια στοιχεία αντιπαραθέτονταν μεταξύ τους, γιατί όλες οι χρωματικές κλίμακες συνδυαζόνταν μέσα τους, αλλά ταυτόχρονα μπερδεύονταν σαν μια μουσική σύνθεση, που ενώ περνούσε από μπροστά μου αδυνατούσα να απομονώσω και να εντοπίσω μέσα της, τις διαδοχικές της φάσεις».
Λίγο πιο κάτω περιγράφει την κίνηση της παρέας σαν: «τις αλλεπάλληλες μεταλλαγές μιας ρευστής, συλλογικής και κινούμενης ομορφιάς». Έπειτα αναρωτιέται για την κοινωνική τάξη των κοριτσιών, παραληρεί μιλώντας για τα σώματά τους που μοιάζουν με «αγάλαματα εκτεθειμένα στον ήλιο μιας ελληνικής ακρογιαλιάς». Κι ύστερα παρομοιάζει την παρέα με «φωτεινό κομήτη». Κι όταν τα κορίτσια για μια στιγμή κοντοστέκονται, μοιάζουν «με ένα συσσωμάτωμα, ασχημάτιστο, αρχικά, και συμπαγές, παράτερο και εκκωφαντικό, με σμήνος πουλιών που ετοιμάζεται για την πτήση του. Κι έπειτα ξαναρχίζουν αβίαστα τον περίπατό τους στην παραλία.» Τα κορίτσια αυτά δεν θα μπορούσαν να νοιάζονται λιγότερο για τον υπόλοιπο κόσμο του παραλιακού δρόμου, προχωρούσαν σαν «μια μηχανή που στάλθηκε και πηγαίνει μόνη της». Κι όταν ακόμη ο αφηγητής εξατομικεύει λίγο τα κορίτσια, αυτά εξακολουθούν να είναι «σύνολο τόσο ομοιογενές στο εσωτερικό του όσο διαφορετικό από το πλήθος που λίγο λίγο άφηναν πίσω τους». Ύστερα εισάγεται μια νέα μεταφορά. Εδώ ο αφηγητής χρησιμοποιεί ένα τηλεσκόπιο για να παρακολουθήσει ένα γειτονικό πλανήτη, στον οποίο δεν γνωρίζει αν κατοικούν άνθρωποι. Λέει, λοιπόν, ότι είναι το «φευγαλέο» της παρέας, όπως το φευγαλέο των περαστικών, «των ανθρώπων που δεν γνωρίζουμε», που κάνει αυτές τις νεαρές γυυναίκες τόσο συναρπαστικές. Αν ο αφηγητής είχε γνωριστεί μαζί τους με πιο συμβατικό τρόπο, τότε «απομακρυσμένα από το στοιχείο εκείνο που τους προσέδιδε τόσο λεπτές αποχρώσεις και όλη αυτή την ασάφεια, τα κορίτσια θα [τον] είχαν μαγέψει λιγότερο».
Πρόκειται για μια πολύ φτωχή απόδοση της περιγραφής. Κέντραρα στα κορίτσια και άφησα έξω πολλές από τις παρεκβάσεις που κάνουν αυτές τις σελίδες ακόμη πιο παράξενα γοητευτικές. Παραθέτω το κλείσιμο της σειράς, όπου ο αφηγητής λέει:
«[Ήμουν πεπεισμένος] , με την ικανοποίηση ενός βοτανολόγου, ότι ήταν αδύνατο να βρει κανείς μαζεμένα πιο σπάνια είδη από αυτά τα νεαρά λουλούδια που τώρα μπροστά στα μάτια μου διαπερνούσαν το σύνορο της θάλασσας σαν λεπτός φράχτης, σαν παρτέρι από τριαντάφυλλα της Πενσυλβανίας που στολίζουν τον κήπο ενός απόκρημνου βράχου, και που μέσα στα λουλούδια του περικλείεται ολόκληρος ο ωκεανός, και κάποιο ατμόπλοιο τον διασχίζει, γλιστρώντας τόσο ήπια μέσα στη γαλάζια, οριζόντια γραμμή του, που μια τεμπέλικη πεταλούδα, χαζεύοντας στο μπουμπούκι ενός λουλουδιού προσπερασμένου ώρα τώρα από το σώμα του πλοίου, θα μπορούσε να περιμένει, πριν ξαναπετάξει για να προλάβει να φτάσει πριν από εκείνο, και μέχρις ώτου τίποτα άλλο παρά η πιο ελάχιστη υποψία γαλάζιου να χωρίζει την πλώρη από το πρώτο πέταλο στο οποίο κατευθύνεται.»
Σε ένα από τα άρθρα που βρίσκονται στη συλλογή του βιβλίου Πολιτική της Λογοτεχνίας, ο Ζακ Ρανσιέρ στοχάζεται πάνω σε αυτό το απόσπασμα και το περιγράφει ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να βιώσουμε το λεγόμενο «haecceity» της ζωής.
«Haecceity» είναι ένας αρχαίος φιλοσοφικός όρος που αναδιατυπώνεται από τους Deleuze & Guattari στο A Thousand Plateaus. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό “haec”, που σημαίνει «αυτό». Η «αυτό-τητα» ενός πράγματος. «Haecceity» είναι η διαμόρφωση, το σχήμα, της πολλαπλότητας του εδώ-και-τώρα.
Στις σελίδες αυτές του Προυστ, μας δίνεται μια αίσθηση του «haecceity» μέσα από μια σειρά ρητορικών εργαλείων (φανταστείτε ένα σύννεφο από πολύχρωμο μαλλί της γριάς, όπου αποχρώσεις και ήχοι παράγονται από την εναλλαγή μεταφορών, υποτυπώσεων, διαφόρων ειδών προσωποποιήσεων, κτλ.). Μέσα από ένα μια εκτεταμένη υπερ-αλληγορία, που ο Προυστ χρησιμοποιεί για να περιγράψει τις άτακτες δομές που ο κόσμος υπαγορεύει στον αφηγητή σε μια στιγμή μοναδική, ανεπανάληπτη, χωρίς ιεραρχήσεις μεταξύ του μικρού και του μεγάλου, μεταξύ προσκηνίου και παρασκηνίου, μεταξύ του έμψυχου και άψυχου, μεταξύ φωτός και χρόνου κτλ. «Haecceity» είναι το ειδικό εκείνο χαρακτηριστικό της μορφής μιας στιγμής: «Είμαστε όλοι και όλες οι πέντε η ώρα το απόγευμα», έγραφαν οι Deleuze & Guattari, αναφερόμενοι σε ένα γνωστό ποίημα του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα (Llanto por Ignacio Sánchez Mejías). Ας απολαύσουμε ένα μικρό απόσπασμα της φαντασιώδους πεζογραφίας τους:
«Haecceity είναι ολόκληρο το άθροισμα στα εξατομικευμένο του σύνολο... Είναι ο ίδιος ο λύκος, και το άλογο, και το παιδί, που σταματούν να είναι υποκείμενα και μετατρέπονται σε γεγονότα, σε αθροίσματα μη διακριτά από την ώρα, την εποχή, την ατμόσφαιρα, τον αέρα, τη ζωή. Ο δρόμος γίνεται ένα με το άλογο [...] Το κλίμα, ο αέρας, η εποχή, η ώρα δεν διαφέρουν ως προς τη φύση τους από τα πράγματα, τα ζώα ή τους ανθρώπους που τα κατοικούν, τα ακολουθούν, που κοιμούνται και ξυπνούν μέσα σε αυτά [...] Έτσι οφείλουμε να νιώθουμε. Είμαστε όλοι και όλες οι πέντε η ώρα το απόγευμα, ή κάποια άλλη ώρα, ή ακόμα ακόμα είμαστε δυο διαφορετικές ώρες ταυτόχρονα...»
 Αυτό που ο Προυστ περιγράφει πολύ αποτελεσματικά στο απόσπασμά του είναι το άθροισμα ενός συλλογικού όντος. Είναι ένα κινούμενο συνοθύλευμα αισθήσεων, αντικειμένων και χρωμάτων. Μια παρέλαση από ποδήλατα, μπαστούνια του γκολφ, γλάρους, μάτια, μύτες, αγάλματα, μηχανήματα, λουλούδια, μουσική, κομήτες, τηλεσκόπια, πλανήτες, φευγαλέες σκιές, πλοία και πεταλούδες που επιπλέουν!
Για τον Ρανσιέρ, πρόκειται για μια στιγμή διαίρεσης, για μια διακλάδωση μεταξύ δύο φωνών και δύο προσεγγίσεων. Το λεγόμενο «υπερβατικό εγώ» του έργου του Προυστ –δηλαδή, το αφηγούμενο «Εγώ» που γράφει για περασμένες του εμπειρίες- κοντοστέκεται, διστάζει, απολαμβάνει τη μορφή, δεν θέλει να ξεχωρίσει το ένα κορίτσι από το άλλο, θέλει να κρατήσει τις αποστάσεις του και να απολαύσει το αποτέλεσμα του συνόλου, την απρόσωπη –ή μάλλον προ-προσωποποιημένη- ομορφιά. Η περιγραφή του σχήματος αυτού είναι πραγματικός φόρος τιμής στη ζωντάνια της ίδιας της ζωής.
Ωστόσο, το άλλο «Εγώ», το «Εγώ» στο οποίο αναφέρεται η αφήγηση –ή όπως το αποκαλούν κάποιοι κριτικοί, το «εμπειρικό εγώ», ο χαρακτήρας για τον οποίον ο αφηγητής γράφει- δεν μπορεί παρά να αποσυναρμολογήσει το σύνολο. Καταλήγει να εξατομικεύει τα στοιχεία της μορφής. Με τον τρόπο αυτό, δίνει συνέχεια στην μυθιστορηματική δράση, γιατί έτσι θα γνωρίσει την Αλμπερτίν. Σύντομα, η τελευταία θα βγει ένα βήμα μπροστά από το παρασκήνιο και το εμπειρικό εγώ θα την ερωτευτεί.
Για τον Ρανσιέρ, είναι σαν ο Προυστ να μας λέει ότι η σωστή προσέγγιση ήταν αυτή του «υπερβατικού εγώ». Κοιτώντας το σύνολο και απολαμβάνοντας τις μεταμορφώσεις του, ο διηγητής ανακαλύπτει κάτι σημαντικό για τον εαυτό του, τον κόσμο, τους ανθρώπους, κάτι σηματικό για τη στιγμή εκείνη μέσα στο χρόνο. Ο Ρανσιέρ δεν διστάζει να αποκαλέσει το αντικείμενο της ανακάλυψης αυτής «φάρμακο».
Φάρμακο για τί;
Ετοιμάζοντας αυτήν την ομιλία, συνειδητοποίησα ότι είναι ο ίδιος ο Προυστ (ή μάλλον το «υπερβατικό εγώ») που μας δίνει την απάντηση και που εξηγεί τη φύση της νόσου, μέσα από ένα κωδικοποιημένο μήνυμα που προλαβαίνει να μας δώσει στην αρχή του έργου του. Εξηγεί, λοιπον, ότι ο χαρακτήρας, το «εμπειρικό εγώ» ,βρίσκεται σε μια περίοδο της νιότης του «γυμνός από οποιουδήποτε είδους προδεδομένο έρωτα », σε μια περίοδο που ονειρεύεται κανείς τον αδύνατο έρωτα, που κανείς ψάχνει την Ομορφιά (με όμικρον κεφαλαίο) παντού, και που «τείνει να υπερεκτιμά ακόμη και τις πιο απλές απολαύσεις εξαιτίας των δυσκολιών που προκύπτουν στην προσπάθεια να τις αποκτήσει». Γράφει, λοιπόν:
«Το μόνο που χρειάζεται είναι να γοητευτούμε από ένα απλό αληθινό χαρακτηριστικό μιας γυναίκας που περνά, από μια ματιά που θα της ρίξουμε από απόσταση ή ενώ είναι γυρισμένη, μια ματιά που μπορεί να είναι αρκετή για να προβάλουμε πάνω της την Ομορφιά, και τότε φανταζόμαστε ότι επιτέλους τη βρήκαμε: η καρδιά χτυπάει πιο γρήγορα, επιταχύνουμε το βήμα μας, και αν εκείνη εξαφανιστεί, τότε μένουμε με τη σιγουριά ότι τη βρήκαμε- μόνο αν καταφέρουμε να τη δούμε, μόνο τότε ανακαλύπτουμε το λάθος μας.»
Το «υπερβατικό εγώ» αποκαλεί το παραπάνω λάθος, εμείς το αποκαλούμε νόσο. Σύμφωνα με το Ρανσιέρ, το «εμπειρικό εγώ» του Προυστ πάσχει από την ίδια νόσο που πάσχει και η ‘Εμμα Μποβαρύ του Φλωμπέρ:
«Δεν σταματάει ποτέ να μετατρέπει το haecceity σε χαρακτηριστικά ανθρώπων και πραγμάτων. Και έτσι μονίμως παρεκτρέπεται μέσα στη λαίλαπα των προσωπικών της ορέξεων και ορμών.»
Και τώρα με τα δικά μου λόγια: Η νόσος μας συνίσταται ακριβώς στο ότι συγχέουμε τη ζωή (τη ζωή στην αγνή της πολλαπλότητα) με της εξιδανικευμένες της μορφές, με τα φετίχ της. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια θεραπεία για την τάση μας να κατέχουμε αντικείμενα ή να αποκτούμε υποκείμενα, μια θεραπεία για την εμμονική, αδύνατη αναζήτηση της Ιδανικής Γυναίκας ή οποιουδήποτε αντικειμένου απόλαυσης, μια θεραπεία για την τάση μας προς τον καταναλωτισμό ή το σωβινισμό, για τη λατρεία μας απέναντι σε ταυτότητες, πείτε το όπως θέλετε. Μια θεραπεία για την παράνοια που μας επιβάλλει το σύστημα, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, οι επιχειρήσεις, η στρατιωτική προπαγάνδα κτλ.
Το ποιητικό φάρμακο γα αυτήν τη νόσο είναι η ζωή, «η ζωή που έχει επιστρέψει στην αγνή πολλαπλότητα των αισθήσεων». Ο συγγραφέας γίνεται γιατρός, και η προϋπόθεση για να γίνει γιατρός είναι να μετατραπεί σε αυτό που ο Ρανσιέρ αποκαλεί «υγιής σχιζοφρενής»:
«Ο υγιής σχιζοφρενής δουλεύει σκληρά για να ξεδιαλύνει τις παθολογικές συσχετίσεις που έχουν δημιουργήσει οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες μεταξύ μιας οπτασίας στην ακρογιαλιά, της ιδέας της ατομικότητας και του ονείρου του έρωτα. Επιτρέπει στην κινούμενη ρευστή κηλίδα να γλιστρήσει ελεύθερα κατά μήκος της γαλάζιας γραμμής για να μεταμορφωθεί σε σμήνος γλάρων, σε συλλογή ελληνικών αγαλμάτων ή σε παρτέρι με τριαντάφυλλα Πενσυλβανίας. Αυτό είναι η πραγματική ζωή, η ζωή που έχει επιστρέψει στην αγνή πολλαπλότητα των αισθήσεων.»
 Αντίθετα, το «εμπειρικό εγώ» (αυτό, δηλαδή, που πάσχει από τη νόσο) ατομικοποιεί και προσωποποιεί, είναι αυτό που δημιουργεί τις «παθολογικές συσχετίσεις»: όταν σταματάει την παρατήρηση του περιβάλλοντος για να κεντράρει στην Αλμπερτιν προκαλεί μια αντίδραση, η οποία εν τέλει θα τον οδηγήσει στο να υποκύψει στην εξιδανίκευση της τελευταίας. Το όνομά της είναι το περισσότερο αναφερθέν όνομα σε όλο το Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο: αναφέρεται 2360 φορές. Τρεις φορές περισσότερες από το όνομα της Γκιλμπέρτ και σχεδόν χίλιες φορές παραπάνω από τη Σουάν.
Ο έρωτας του εμπειρικού εγώ για την Αλμπερντίν θα του προκαλέσει θλίψη και πόνο. Παρ’όλα αυτά θα είναι μια επιτυχημένη εμπειρία. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το Εγώ που αφηγείται δεν είναι τίποτα άλλο παρά η γηραιότερη εκδοχή του Εγώ – πρωταγωνιστή της αφήγησης. Το πρώτο Εγώ απλώς θυμάται το παρελθόν. Στην παρούσα, λοιπόν, φάση ο αφηγητής αποδεικνύεται απόλυτα έτοιμος να περιγράψει το haecceity της ζωής.
Και μια περίεργη λεπτομέρεια: η τυπογραφική διόρθωση του Στη σκιά των κοριτσιών με τα λουλούδιατου Προυστ έγινε τον Οκτώβριο του 1917.
Οι Ιταλοί εργάτες ήταν σαν τον αφηγητή του Προυστ. Είδαν την επανάσταση στο βάθος του παραλιακού δρόμου της Ευρώπης και δεν μπορούσαν να εξατομικεύσουν τα χαρακτηριστικά του, αλλά συνέλαβαν τη γενική του μορφή μέσα από ομοιότητες και αντηχήσεις. Μια πολύμορφη παρέλαση από απεργίες, εξεγέρσεις, ανταρσίες... Και αμέσως αισθάνθηκαν ότι όλη αυτή η πολυμορφία δεν μπορούσε παρά να μπαίνει αντιθετικά στον πόλεμο, ήταν η θεραπεία στη νόσο που ο πόλεμος είχε εξαπλώσει σε όλη την Ευρώπη. Βρήκαν την πραγματική ζωή στη μορφή εκείνης της στιγμής. «Είμαστε όλοι και όλες οι πέντε η ώρα το απόγευμα», θυμάστε; Έτσι και αυτοί οι εργάτες: ήταν όλοι τους ο Φλεβάρης του 1917.
Αν ο παραλληλισμός αυτός σας ακούγεται υπερβολικός, αν η ονειροπόληση του Μαρσέλ Προυστ σε μια νορμανδική ακρογιαλιά και η ιταλική εργατική τάξη που χαιρέτιζε τη ρωσική επανάσταση σας φαίνονται πολύ μακριά το ένα από το άλλο, ας ψάξουμε να βρούμε κάτι να τα διαμεσολαβεί, τόσο τα δυο προαναφερθέντα γεγονότα όσο και τη Ρωσική επανάσταση από τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία μπορεί να μας μεταδώσει μιαν αίσθηση του haecceity.
Όταν ο Μαρσέλ Προυστ πέθανε, ο Ρώσος ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι βρισκόταν στο Παρίσι, και παρέστη στην κηδεία του πρώτου(22 Νοεμβρίου του 1922).
Ο Μαγιακόφσκι αφιέρωσε πολλά ποιήματα στο επαναστατικό Γεγονός. Εκατοντάδες. Χρησιμοποίησε την ποίηση ως κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο, ενώ πολλά από τα έργα του δημοσιεύθηκαν ως op-ed στον επαναστατικό τύπο. Έγραψε χιλιάδες λέξεις αφιερωμένες στο δύσκολο, «μετασυνουσιακό» έργο της δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, αλλά συχνά αναπολούσε και τις μέρες του 1917. Τα πιο μακροσκελή, αφηγηματικά του ποιήματα αντιπαρατίθενται με τη μεγάλη μάζα των δυσοίωνων έργων του. Θα αναφερθω σε ένα από αυτά, το 150 Εκατομμύρια, έναν ύμνο στην επανάσταση ως χαοτική, προ-προσωποποιημένή και υπερ-ανθρώπινη μορφή.
Προτού παραθέσω αποσπάσματα, πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν ήμουν εγώ που ανακάλυψα ότι ο Μαγιακόφσκι είχε μια έντονη τάση προς το haecceity: δεν ήταν άλλος από τον Λέον Τρότσκι που το πρωτοέγραψε στο γνωστό βιβλίο του Λογοτεχνία και Επανάσταση του 1924. Η διαφορά είναι ότι ο Τρότσι το ανέφερε για να το κατακρίνει σχετικά σκληρά, ενώ εγώ το αναφέρω ως προτέρημα. Να μερικά αποσπάσματα από το βιβλιο του Τρότσκι: Στα ποίηματα του Μαγιακόφσκι
«είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις το σημαντικό από το ασήμαντο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Μαγιακόφσκι μιλάει για τα πιο ενδόμυχα πράγματα, όπως είναι η αγάπη, σαν να μιλάει για τη μετανάσταευση των λαών. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να βρει διαφορετικές λέξεις για την Επανάσταση. Πυροβολεί πάντα στην άκρη, και, όπως κάθε σκοπευτής γνωρίζει, τέτοιες βολές πετυχαίνουν ελάχιστα τον στόχο, μα μαρτυρούν τα μέγιστα για το όπλο που χρησιμοποιήθηκε.»
Κι όμως, οι εικόνες που μας έδωσε ο Μαγιακόφσκι για την επανάσταση είναι από τις πιο διαρκείς, τις πιο συναρπαστικές, που μας έχει κληροδοτήσει αυτό το σπουδαίο γεγονός. Εδώ ο Τρότσκι μιλάει για το 150 Εκατομμύρια:
«Τα έργα του Μαγιακόφσκι δεν έχουν κορύφωση. Τους λείπε η εσωτερική πειθαρχία. Τα μέρη αρνούνται να υπακούσουν το όλο. Κάθε κομμάτι επιδιώκει να είναι ξεχωριστό. Δημιουργεί τη δική του δυναμική αδιαφορώντας για το καλό του συνόλου. Γι’αυτό και δεν υπάρχει ενότητα ούτε δυναμική. [...] Οι εικόνες υπάρχουν αυτόνομα, συγχέονται και συγκρούονται μεταξύ τους. Η εχθρότητα των εικόνων δεν είναι απόρροια των ιστορικών γεγονότων, παρά απλώς το αποτέλεσμα μαις εσωτερικής δυσαρμονίας με την επαναστατική φιλοσοφία της ζωής. Ωστόσο, όταν –όχι χωρίς δυσκολία- κανείς καταφέρει να διαβάσει το ποίημα ως το τέλος, θα μονολογήσει: αυτά τα υλικά θα μπορούσαν να είχαν συνθέσει ένα σπουδαίο έργο, αν είχε υπάρξει μέτρο και αυτοκριτική!»
Ανυπαρξία μέτρου. Ο Τρότσκι δεν ήταν ο μόνος επαναστατικός ηγέτης που αντιπαθούσε τα ποιήματα του Μαγιακόφσκι εξαιτίας αυτού του λόγου. Ακόμη κι ο Λένιν παραπονιόταν ότι στους στίχους του «τα πάντα είναι διασκορπισμένα παντού». Κι όμως είναι ακριβώς για αυτόν το λόγο, είναι εξαιτίας της αίσθησης του haecceity του Μαγιακόφσκι, που οι απεικονίσεις του παραμένουν τόσο δυνατές μέχρι σήμερα και που το ποιητικό του έργο είναι από τα πρώτα πράγματα που συσχετίζουμε με το Επαναστατικό Γεγονός.
Έκατόν πενήντα εκατομμύρια ήταν ο αριθμός του ρωσικού πληθυσμού όταν ο Μαγιακόφσκι έγραφε το ποίημα του. Δημοσιεύθηκε ανώνυμα το 1919. Και ο πρώτος στίχος εξηγεί το γιατί: «150 εκατομμύρια είναι το όνομα του δημιουργού αυτού του ποιήματος». Το έργο παρουσιάζεται ρητά ως εθνική αλληγορία: το ποίημα ενσαρκώνει την ίδια την επαναστημένη Ρωσία, η ίδια η επαναστατημένη Ρωσία είναι το ποίημα:
«Ο ρυθμός του: σφαίρες/ Οι ρύμες του: φωτιές από κτίριο σε κτίριο[...]/ Αυτή η έκδοση τυπώθηκε/ με το πιεστήριο των βημάτων/ στο χαρτί των πλακόστρωτων πλατειών.»
Ακολουθεί μια πανδαισία παρεκβάσεων, συνοθυλευμάτων από μεταφορές, συναισθητικών συσχετίσεων κοκ. Η Εκδίκηση, η Ξιφολόγχη, η Καραμπίνα Browning και η Βόμβα γραφουν από κοινού προκήρυξη. Αυτό το ρητορικό εργαλείο ονομάζεται προσωποποίηση. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι προσδίδει σε αφηρημένες συλλήψεις και άψυχα αντικείμενα την ικανότητα να σκέφτονται και να αισθάνονται .
’Ολοι!
‘Ολοι!
‘Ολοι
‘Οσοι δεν αντέχουν άλλο
Να μαζευτούμε
Και να πάμε!»
Η προκήρυξη απευθύνεται αδιακρίτως σε όλους και σε όλα: τα φωτα του δρόμου, ζώα, τρένα και κτίρια και ποτάμια κατεβαίνουν σε απεργία και διαδηλώνουν μαζί, «εκατομμύρια αντικείμενα, άμορφα, θριψαλιασμένα, εξοντωμένα». Καμιά διάκριση σε μεγάλα και μικρά, όλο το σύμπαν εξεγείρεται, και κάπου εκεί υπάρχουν και τριαντάφυλλα, όπως στην περιγραφή από τον Προυστ των κοριτσιών της παραλίας:
«θα τα επινοήσουμε τα τριαντάφυλλα/ πρωτεύουσες σε σχήμα τριαντάφυλλων με πέταλα φτιαγμένα από πλατείες».
Αυτή η μάζα ανακοινώνει την επανάσταση και κραυγάζει:
«Ο κόσμος θα είναι όπως εμείς/ τον περιγράψαμε/ και την επόμενη Τετάρτη/και χτες/και σήμερα/και πάντα/και αύριο/και μεθαύριο/κόσμος δίχως τέλος!»
 Σημειώστε την έλλειψη ιεραρχίας μεταξύ «Τετάρτης» και «κόσμου δίχως τέλος». Έπειτα ολόκληρη η Ρωσία παίρνει μορφή ανθρώπου, τη μορφή ενός άντρα που λέγεται Ιβάν, του πρωταθλητή των προλεταρίων. Είναι ένα γιγάντιο, ανθρωπόμορφο συνοθύλευμα όλων των ανθρώπων και πραγμάτων, αποτελείται από ολόκληρους κόσμους, 

«το χέρι του ο ποταμός Νέβας/ κι οι φτέρνες του οι στέππες της Κασπίας».
 Ο Ιβάν βαδίζει προς τις ΗΠΑ για να πολεμήσει τον πρόεδρο Γουίλσον, που περιγράφεται ως ο πρωταθλητής των καπιταλιστών. Και τώρα βρισκόματε πάλι σε μια παραλία. Δεν είναι το Μπαλπέκ, είναι μια αμερικάνικη παραλία. Είναι η Δυτική Ακτή, κι οι άνθρωποι νιώθουν τον Ιβάν –δηλαδή την επανάσταση- να έρχεται. Αλλά είναι παραπληροφορημένοι από το ραδιόφωνο κι έτσι (ακριβώς όπως η ιταλική αστική τάξη στις μέρες της Επανάστασης του Φλεβάρη) απλώς δεν καταλαβαίνουν. Το ραδιόφωνο λέει ότι «μια τρομερή καταιγίδα μαίνεται στον Ειρηνικό/μουσώνες και αληγείς άνεμοι αφηνιάζουν». Λέει μετά πως στο Σικάγο κάποιος ψάρεψε παράξενα ψάρια, καλυμμένα με τρίχωμα και με μεγάλες μύτες. Κι έπειτα το ραδιόφωνο διορθώνει: Οι ειδήσεις για τα τριχωτά ψάρια ήταν λάθος, αλλά η καταιγίδα είναι εδώ και «είναι χειρότερη απ’ότι νομίζαμε. Λόγοι άγνωστοι». Τέλος το ραδιόφωνο παραδέχεται ότι δεν προκειται για καταιγίδα, αλλά για τον εχθρό. Κι ο εχθρός δεν είναι στόλος. Είναι ο Ιβάν. Φτάνει στην ακτή κι η άφιξή του προκαλεί ταξική σύγκρουση στις ΗΠΑ. Όλο το σύμπαν περιγράφεται σαν ηφαίστειο «που ο κρατήρας του ξεχύνει τη λάβα των λαών.» Τότε το μεγάλο κύμα που δημιούργησε η άφιξη του Ιβάν κατευθύνεται ανατολικά και φτάνει στο Σικάγο, που ο Μαγιακόφσκι ορίζει ως τη φανταστική βάση του Γούντροου Γουίλσον. Το Σικάγο μέσω ανακαταμένων μεταφορών, υποτυπώσεων κοκ περιγράφεται σαν τόπος εφιαλτικός. Έπειτα φτάνει στο Σικάγο ο ίδιος ο Ιβάν, πολεμάει με τον Γουίλσον, και σαν σε ταινία με τον Γκοτζίλα, τον συντρίβει.

Η τελευταία στροφή του ποιήματος είναι μια ουτοπική στιγμή τοποθετημένη στο μακρινό μέλλον: βρισκόμαστε στη Σαχάρα, που δεν είναι πια έρημος. Μια αντιπροσωπεία από τον Άρη επισκέπτεται τον πλανήτη γη, το κάποτε επίκεντρο της επανάστασης του σύμπαντος. Φτάνουν από όλους τους πλανήτες για να γιορτάσουν τη μακρινή αφετηρία της επανάστασης. Και πάλι, άνθρωποι, ζώα και πράγματα ενώνονται, τραγουδούν μαζί και θυμούνται την παλιά έκρηξη, τους θανάτους και τις θυσίες που χρειάστηκαν για να χτιστεί το νέο σύμπαν.
Για να συνοψίσουμε: Τα σώματά μας αντηχούν την πολλαπλότητα της ζωής που αποκαλύπτεται από το Γεγονός διακόπτοντας τον καθημερινό κύκλο των παθολογικών συσχετίσεων. Αυτή η πολλαπλότητα και αντήχηση μπορούν να αποδοθούν ισχυρά μέσα από μια φαινομενικά αναρχική περιγραφή της μορφής που παίρνει εκείνη η στιγμή: η υπερ-αλληγορία, το ρητορικό σύννεφο του haecceity, που μέσα τους φαίνεται να μην υπάρχει μέτρο, να μην υπάρχει ιεραρχία μεταξύ των μικρών και των μεγάλων, μεταξύ του προσκηνίου και παρασκηνίου.
Θα μπορούσαμε να έχουμε πάρει αυτήν την κατεύθυνση για να αποφύγουμε τις συνήθεις παγίδες στην πορεία της εξιστόρησης για μια επανάσταση.
Ο λόγος στον WM2 που θα συνοψίσει αυτές τις παγίδες. Σας ευχαριστώ


Wu ming: Πως να ξεχωρίσουμε μια επανάσταση από οτιδήποτε άλλο (Μέρος Δεύτερο)
















Τo Νοέμβριο του 2010, όταν και προτείναμε τίτλο για αυτό το συνέδριο, το ζήτημα εντοπισμού του σε τι συνίσταται μια επανάσταση φαινόταν μάλλον εκτός συγκυρίας: διαλέξαμε τον τίτλο με αφορμή τα ιστορικά μας διηγήματα, στα οποία μιλούσαμε για εξεγέρσεις, επαναστάσεις και πολέμους ανεξαρτησίας. Έκτοτε οι εξεγέρσεις έχουν επιστρέψει στη μόδα με τρόπο, που δεν έχουμε ξανασυναντήσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Εφημερίδες και περιοδικά είναι πλημμυρισμένα με άρθρα, με τα ερωτήματα που τίθενται να είναι αν, αυτό που συμβαίνει στην Τυνησία ή στη Λιβύη συνιστά επανάσταση ή αν το Μπαχρέιν, το Ομάν και η Συρία θα βιώσουν όντως την επανάσταση κοκ.
Πριν από αυτή την Άνοιξη των Λαών, την περασμένη δεκαετία, ο περί ου ο λόγος όρος χρησιμοποιείτο σε συσχετισμό με χρώματα και ονόματα φυτών και σκοπό είχε να βαφτίσει εκλογικές διαμάχες στη Σερβία, την Ουκρανία, τη Γεωργία, το Κιργιστάν, το Ιράκ και το Ιράν. Σήμερα είναι πλέον ξεκάθαρο ότι οι παραπάνω περιπτώσεις, κάθε άλλο παρά επαναστάσεις αποτελούσαν. Επρόκειτο για πολιτικές καμπάνιες, συχνά μη-βίαιες, με στόχο την απομάκρυνση ισχυρών και αυταρχικών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Κι όμως, πολλοί τις έχουν καταγράψει ως επαναστάσεις ενώ οι ονομασίες διαφόρων χρωμάτων (πορτοκαλί, ροζ, πράσινο, μωβ) αποτελούν πλέον ιστορικό κομμάτι.
Ακόμη πιο πίσω στο χρόνο, το 1989, η ταυτόχρονη κατάρρευση των σοβιετικών καθεστώτων στην ανατολική Ευρώπη ώθησε τους αναλυτές στην αδιάκριτη χρήση του όρου «επανάσταση», ακόμη κι όταν το αποτέλεσμά της διέψευδε κατηγορηματικά τη χρήση του όρου, όπως, για παράδειγμα, συνέβη με τα γεγονότα σε Τσεχοσλοβακία και Ρουμανία.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο που δεν έχει σαφή και ομοιογενή χαρακτηριστικά, ούτε επαρκείς προϋποθέσεις: καθεστωτικές μεταβολές μπορούν να προκληθούν από πραξικόπημα, εμφύλιο ή ακόμη και υπό συνθήκες πολιτικής ομαλότητας. Μια επαναστατική, αντίθετα, διαδικασία, μπορεί να διαρκέσει για μακρό χρονικό διάστημα και η επιρροή της στην κοινωνία να μη συνδέεται απαραίτητα με την βίαιη μεταβολή της εξουσίας.
Όπως συμβαίνει με κάθε διαχρονικό όρο, το να πούμε ότι το «χ» συνιστά επανάσταση, προϋποθέτει ότι αυτό το «χ» αποτελεί επιλογή μεταξύ περισσοτέρων μεμονωμένων γεγονότων που συνδέονται γραμμικά μέσα στο χρόνο.
Για παράδειγμα, αν θέλεις να με πείσεις ότι η άνοδος του φασισμού στην Ιταλία συνιστούσε επανάσταση, δεν μπορείς να μου δείξεις ένα βίντεο από την Πορεία προς τη Ρώμη και να μου πεις: «Ορίστε, κοίτα!» Πρέπει, αντίθετα, να πας πέρα από την απλή παρουσίαση ενός μεμονωμένου γεγονότος: πρέπει να περιγράψεις ένα κομμάτι της ιταλικής ιστορίας. Στην πραγματικότητα, πρέπει να πας πέρα και από την απλή περιγραφή και να συνδυάσεις όλα τα στοιχεία της «δραματιστικής πεντάδας» του Κέννεθ Μπουρκ: Πράξη, Σκηνή, Συντελεστή, Μέσα και Σκοπό. Με άλλα λόγια πρέπει να δημιουργήσεις μιαν αφήγηση της ιστορίας σου, η οποία να ανήκει στο γένος «επανάσταση». Ένα γένος που τα όριά του είναι συγκεχυμένα. Ένα γένος πάνω στο οποίο ιστορικοί και φιλόσοφοι έχουν χτίσει αντιφατικές μεταξύ τους θεωρίες. Από την άλλη, όπως θα έλεγε και ο Βίτγκενσταϊν, ένας συγκεχυμένος όρος είναι αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε.
Αντίθετα, άλλα σπουδαία ιστορικά γεγονότα έχουν πολύ σαφέστερα όρια, και οι όροι που τους έχουν δοθεί θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Μπορεί, λοιπόν, κανείς να ονομάσει ένα γεγονός «πόλεμο» τη στιγμή που αυτός κηρύσσεται από μια κυβέρνηση ως τέτοιος ή όταν ένας στρατός βάλλει κατ’ εξακολούθηση κατά ενός άλλου στρατού. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Τζώρτζιο Ναπολιτάνο γελοιοποιήθηκε όταν είπε ότι η χώρα μας δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Λιβύη του Καντάφι. Ο πόλεμος είναι αυταπόδεικτος, ακόμη κι αν δεν θέλει κανείς να τον ονομάσει έτσι και προτιμάει πιο συμβιβαστικές φράσεις, όπως το «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων». Ο πόλεμος μπορεί να είναι αντικείμενο ηθικής αξιολόγησης, αλλά ποτέ οντολογικού προβληματισμού. Και βέβαια, όπως συμβαίνει με όλες τις λέξεις, έτσι και η λέξη «πόλεμος» μπορεί να έχει διαφορετικές σημασίες. Αυτή η δυνατότητα είναι που επιτρέπει στους ιστορικούς να ορίζουν μια μακρά περίοδο έχθρας ως «Τριακονταετή Πόλεμο» ή ως «Ψυχρό Πόλεμο». Ωστόσο στον πυρήνα αυτών τον διευρυμένων σημασιών εξακολουθεί να βρίσκεται μια σημασία αυστηρότερη, σαφώς ορισμένη. Αν κάποιος μου έλεγε ότι ο «Ψυχρός Πόλεμος» δεν ήταν πραγματικός πόλεμος, θα του παρέθετα μερικά παραδείγματα: από την Κορέα στην Ουγγαρία, από το Βιετνάμ στο Αφγανιστάν και τη Γρενάδα.
Αντίστοιχα, αν κάποιος ισχυριζόταν ότι τα γεγονότα της Τυνησίας δεν συνιστούσαν πραγματικήεπανάσταση, θα έπρεπε αρχικά να πούμε και οι δύο πώς ορίζουμε την επανάσταση, και έπειτα να συγκρίνουμε τις αφηγήσεις μας για τη συγκεκριμένη ιστορία.
Αυτό σημαίνει ότι για να ξεχωρίσουμε την επανάσταση από οτιδήποτε άλλο, χρειαζόμαστε μια χρήσιμη ευρετική έννοια αφενός, και μια χρήσιμη αφήγηση αφετέρου. Οι ιστορικοί, φιλόσοφοι και κοινωνικοί επιστήμονες μπορούν να συμβάλουν στο πρώτο κομμάτι, ενώ οι λογοτέχνες και αφηγητές στο δεύτερο.
Εξάλλου, επειδή αυτός δεν είναι και ο μοναδικός σύνδεσμος μεταξύ αφήγησης και επανάστασης, θα ήθελα να σημειώσω τουλάχιστον δύο επιπλέον συνδέσμους, προτού συνεχίσω την ανάλυσή μου.
Ο πρώτος είναι ότι τόσο η αφήγηση όσο και η επανάσταση κινούνται νοηματικά γύρω από το γεγονός της παραβίασης ενός κανόνα. Σε μια συνέχεια συνηθισμένων γεγονότων δεν υπάρχει ούτε ιστορία ούτε επανάσταση. Απούσας μιας πιθανής ρήξης με την κανονικότητα, δεν έχει νόημα να εμπλακεί κανείς με το παιχνίδι της αφήγησης. Η επανάσταση γεννιέται από την ίδια διαλεκτική που γεννάει και κάθε ιστορία: τη διαλεκτική μεταξύ συντήρησης και αλλαγής, μεταξύ αυτού που ήταν και αυτού που θα έρθει.
Δεύτερον, κάθε επανάσταση ενσαρκώνει την προσπάθεια να περιγραφεί ο κόσμος μας με νέους όρους και νέες έννοιες, τόσο σε επίπεδο συμβολικό (βλέπε, πχ, την αλλαγή του ημερολογίου κατά τη γαλλική επανάσταση) όσο και σε επίπεδο υλικό, δηλαδή με υποκείμενα, δικαιώματα και νόμους που ήταν μέχρι πρότινος ανύπαρκτα. Δεν είναι τυχαίο ότι πραξικοπήματα και εμφύλιοι συχνά επιδιώκεται να νομιμοποιηθούν μέσω αλλαγών στη σημειολογία κατά μίμηση της επαναστατικής αναγκαιότητας που αναφέραμε.
Σε αυτή τη φάση μου φαίνεται σαφές ότι αν θέλουμε να αναμετρηθούμε με την επανάσταση, θα πρέπει να ασχοληθούμε με πολύ περισσότερα υλικά αφήγησης απ’ ό,τι ίσως να φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ως προς τα υλικά αυτά, τα μυθολογήματα και τα ρητορικά εργαλεία, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε κάποια σκοτεινά σημεία, που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγχυση στο οπτικό μας πεδίο, να δηλητηριάσουν την αφήγησή μας και να μας εμποδίσουν να διακρίνουμε ανάμεσα σε μια επανάσταση και κάτι άλλο ή ακόμα να μας εμποδίσουν να διακρίνουμε ανάμεσα σε μια τοξική αφήγηση της επανάστασης και μια αφήγηση υγιή, ανοιχτή, ειλικρινή.
Τοξικές Αφηγήσεις
Ξεκινώντας, ας αναρωτηθούμε τι σκοπό θα μπορούσε να έχει μια τέτοιου είδους αφήγηση. Μια αφήγηση, δηλαδή, η οποία δεν είναι φανταστική αλλά βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι η εν λόγω ιστορία πρέπει να είναι πραγματική. Αλλά μετά θα πρέπει να εξηγήσουμε για ποια πραγματικότητα μιλάμε: Μιλάμε για την πραγματικότητα ως συμφωνία με τα γεγονότα-μια πραγματικότητα πιθανώς επαρκή για ένα δημοσιογράφο; Ή μιλάμε για την πραγματικότητα ως συνέπεια εντός ενός συστήματος-μια πραγματικότητα του είδους που θα βρίσκαμε στις θετικές επιστήμες και τα μαθηματικά; Στην περίπτωση της αφήγησης –ακόμη κι αν αυτή βασίζεται στην πραγματικότητα- νομίζω ότι θα ήταν προτιμότερο να μιλήσουμε για μια «ποιητική πραγματικότητα», η οποία δεν περιορίζεται στην πιστή αναπαράσταση γεγονότων, αλλά αφορά γενικώς τη σπουδαιότητά τους. Μια αφήγηση είναι «πραγματική» όταν ενισχύει την επίγνωση, την κατανόηση μιας συνέχειας γεγονότων. Με άλλα λόγια, ενώ η απλή μετάδοση έχει σκοπό την περιγραφή γεγονότων, η αφήγηση θα πρέπει να τα κάνει και να μιλούν: θα πρέπει να συνδέει γεγονότα, έννοιες και άτομα.
Όπως έχουμε πει, αξίζει να διηγηθεί κανείς μια ιστορία, όταν αυτή μπολιάζει με το απίθανο τα υποτιθέμενα άκαμπτα αξιώματα της καθημερινότητας. Στα παραμύθια υπάρχει ένας κανονικός κόσμος σε κρίση και ένας ήρωας που αφήνει τον κόσμο αυτό πίσω του με προορισμό έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο κόσμο για να κόψει ένα κομμάτι του και να το φέρει πίσω στην κανονικότητα. Ή παραθέτοντας Αριστοτέλη: ο ποιητής είναι υπέρτερος του ιστορικού γιατί ο ιστορικός αφηγείται τι συνέβη, ενώ ο ποιητής φαντάζεται τι θα μπορούσε να έχει συμβεί. Κάθε ιστορία ξεπηδάει από ένα «τι θα γινόταν αν», εισάγοντας έτσι μια διάσταση υποθετική ή υποτακτική μέσα στο βασίλειο της οριστικής1. Ακόμη και η πιο ρεαλιστική μη-μυθιστορηματική διήγηση δεν πρόκειται να πει: «έγινε αυτό», αλλά λέει: «θαμπορούσε να γίνει αυτό.» Έτσι, λοιπόν, μια τοξική αφήγηση, μια αφήγηση που δεν κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει, μπορεί να εντοπιστεί από την έλλειψη της υποτακτικής διάστασης: μια τοξική αφήγηση επιχειρεί να εξαφανίσει το υποθετικό, να μπλοκάρει κάθε πιθανό τρόπο που θα μπορούσε «να πει την ιστορία αλλιώς», να σταματήσει τη διαδικασία που θα μας κάνει να σκεφτούμε εναλλακτικές εκδοχές, άλλες πιθανές ιστορίες, άλλες ποιητικές αλήθειες για τα ίδια ακριβώς γεγονότα.
Με αυτήν την έννοια, όλες οι ιστορίες περιέχουν μια δόση τοξικότητας, γιατί –όπως έδειξε ο Τζωρτζ Λάκοφ (George Lakoff) στη μελέτη του για τις νευρικές συζυγίες: «Όταν δεχόμαστε μια συγκεκριμένη αφήγηση, αγνοούμε την πραγματικότητα που της αντιτίθεται. Οι αφηγήσεις έχουν την ειδική δυνατότητα να καλύπτουν την πραγματικότητα». Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να τις εγκαταλείψουμε και να τις αντικαταστήσουμε με τον ψυχρό και αυστηρό Λόγο. Όπως είδαμε, για να εντοπίσουμε μια επανάσταση πρέπει να πούμε την ιστορία της. Η πρόταση του Λάκοφ είναι μια πρόταση ενός Νέου Διαφωτισμού, στον οποίο «θα αναγνωρίζουμε ότι οι πολιτισμικές αφηγήσεις αποτελούν σταθερό κομμάτι του εγκεφάλου μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε επίγνωση αυτού του γεγονότος». Ως αφηγητής θα προσέθετα ότι θα ήθελα να παράξω αφηγήσεις που να εντείνουν αυτήν την επίγνωση, που να κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να περιορίσουν την τάση τους να αποκρύπτουν την αλήθεια. Τέλος, να δημιουργήσω αφηγήσεις που να ανοίγουν το δρόμο για καινούριες αφηγήσεις εξοπλίζοντας τον αναγνώστη με υποδείξεις, περιπτώσεις και ρωγμές στο λόγο μου.
Έτσι, λοιπόν, στην ειδική περίπτωση αφήγησης μιας επανάστασης, θα ήθελα να κατανοήσω πού βρίσκονται οι τοξίνες και ποιές επιλογές μου ως αφηγητή θα μπορούσαν να τις καταστήσουν επικίνδυνες.
Επιχειρώντας το παραπάνω, θα ξεκινήσω από την αφηγητική δομή που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλός μας στην εξιστόρηση οποιουδήποτε γεγονότος κι έπειτα θα την εφαρμόσω στην ειδική περίπτωση εξιστόρησης μιας επανάστασης.
Καταρχάς έχουμε τις «Προϋποθέσεις», δηλαδή το γενικό πλαίσιο που χρειαζόμαστε για την αφήγηση. Στην περίπτωσή μας, οι προϋποθέσεις αποτελούνται από την παρουσία ή απουσία ανθρώπων που απαιτούν πράγματα, τα οποία το κράτος είναι ανίκανο να παρέχει. Αποτελούνται επίσης από την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας έκφρασης, την απουσία ή παρουσία εργατικής τάξης, από τις συνθήκες εργασίας και τις βασικές ανάγκες μιας κοινωνίας.
Έπειτα έρχεται η «Ανοικοδόμηση», δηλαδή τα γεγονότα που οδηγούν στο κορυφαίο γεγονός: διαμαρτυρίες, εξεγέρσεις, κοινωνική ανυπακοή, η αντίδραση των κυβερνητικών δυνάμεων, συμβολικές διαμαρτυρίες κτλ.
Αυτός ο αρχικός αναβρασμός θα πρέπει να έχει ήδη καταστήσει σαφή το «Σκοπό», αυτό που οι εξεγερμένοι αποσκοπούν να επιτύχουν, τις διεκδικήσεις τους.
Συναφώς θα πρέπει να έχει καταστήσει σαφές το «Κορυφαίο Γεγονός», δηλαδή το βασικό κομμάτι της αφήγησης. Συνήθως στα περιοδικά και την τηλεόραση, η επανάσταση ταυτίζεται με την αλλαγή καθεστώτος.
Ωστόσο, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ, γιατί το «Κορυφαίο Γεγονός» γεννά την «Εκτόνωση», δηλαδή τα γεγονότα με τα οποία λήγει η αφήγηση: τί συμβαίνει στα πρόσωπα του καθεστώτος, ποιοί τα αντικαθιστούν, οι πανηγυρισμοί του λαού κτλ.
Πρέπει, έπειτα, να στραφούμε στο «Αποτέλεσμα», την αλλαγή, δηλαδή, του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου που είχε περιγραφεί στις «προϋποθέσεις». Τέλος πρέπει να δούμε τις «Ύστερες Προϋποθέσεις» της κινητοποίησης συνολικά. Με άλλα λόγια να δούμε για πόσο επιμένει στην κοινωνία η επιθυμία της ανανέωσης και πόσο δύσκολο είναι για το καινούριο κράτος να αναδιαπραγματευτεί σε επίπεδο διεθνών σχέσεων χωρίς να εγκαταλείψει τις αρχές της επανάστασης.
Προφανώς, αυτό που μόλις περιέγραψα είναι μια δομή που ενεργοποιείται σε ένα βάθος χρόνου. Η διαχρονικότητα αποτελεί, στην πραγματικότητα, ένα από τα πιο κομβικά χαρακτηριστικά της αφήγησης. Η διήγηση μιας ιστορίας σημαίνει τη δημιουργία μιας χρονολογικής συνέχειας, σημαίνει την ερμηνεία του χρόνου, κάτι που συχνά έχει καθησυχαστική επιρροή από γνωσιακής άποψης. Αυτό συμβαίνει γιατί η διαδικασία της χρονολόγησης γεγονότων μας δίνει την πεποίθηση ότι τα κυριεύουμε, ότι τα κατέχουμε. Μάλιστα τούτο συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό που συχνά, η χρονολογική σειρά μετατρέπεται σε σειρά αιτιότητας. Η αυταπάτη ότι η αφήγηση που ορίζει ότι το «Γ ακολουθεί το Β, το οποίο με τη σειρά του ακολουθεί το Α» είναι αντίστοιχη μιας αφήγησης που ορίζει ότι το «Γ πηγάζει από το Β, το οποίο με τη σειρά του πηγάζει από το Α». Αν χτες είπα ότι σήμερα θα διεξαχθεί ναυμαχία, σήμερα θα αποδεικνυόμουν λάθος, μιας και καμία ναυμαχία δεν διεξάγεται. Χτες, όμως, η ίδια πρόταση ήταν ταλαντευόμενη, δεν ήταν ούτε σωστή ούτε λάθος. Έτσι η αφήγηση στόχο έχει να επανακαθιερώσει αυτήν την αγνή απόχρωση του μη προβλέψιμου. Θα πρέπει να αποφεύγουμε τη λεγόμενη αναδρομική αυταπάτη του ντετερμινισμού, μιας τοξίνης πιθανώς παρούσας σε κάθε ιστορία. Υπό τη δράση της, η διαδοχή των παρελθοντικών γεγονότων μετατρέπεται σε αναγκαία διαδοχή. Λησμονούμε, λοιπόν, ότι ισχύει το αντίθετο, ότι κάθε στιγμή περικλείει άπειρα πιθανά μέλλοντα. Έτσι οι αφηγήσεις θα πρέπει να ερευνούν μιαν υπόθεση και όχι να την παρουσιάζουν ως αναπόφευκτη. Το φασιστικό καθεστώς στο πλαίσιο της αυτοπεριγραφής του ως το αποτέλεσμα μιας επανάστασης και εγγεγραμμένο στο πεπρωμένο της Ιταλίας, έκανε εκτεταμένη χρήση αυτής της τεχνικής, τονίζοντας την «αναγκαιότητα» κάθε βήματος, από την ίδρυση του Κόμματος μέχρι την Πορεία προς τη Ρώμη.
Οι προϋποθέσεις
Όσον αφορά στις προϋποθέσεις, είναι συχνό το φαινόμενο η ανάλυση του γενικού πλαισίου, όπως αυτό που περιέγραψα πριν, να λαμβάνει χώρα μετά τα γεγονότα, διότι η επανάσταση αντί απλώς να «ωριμάσει» -ρήμα που θα καθιστούσε τη μεταφορά ενδεχομένως καλύτερη-, «ξέσπασε». Ξέσπασε μάλιστα σε μια χώρα για την οποία δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα, σε μια περιοχή που τράβηξε τα φώτα της διεθνούς δημοσιότητας εξαιτίας των εξεγέρσεων. Καταλήγουμε, έτσι, να μαθαίνουμε τις προϋποθέσεις μόνο εκ των υστέρων, μόνο αφότου έχουμε αποκτήσει εικόνα για το τι συμβαίνει. Και τούτο γιατί τα γεγονότα ήταν μεν επείγοντα αλλά έπρεπε ταυτόχρονα και να εξιστορηθούν. Αν όμως επανέλθουμε στις προϋποθέσεις αναδρομικά –φανταστείτε το ως κάτι σαν ανάληψη- αυτές αντί να επιδιώκουν τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης εικόνας για τα πράγματα, μοιάζουν να παλεύουν να ανατρέψουν μια ήδη δεδομένη άποψη για το πώς αυτά τα πράγματα συνέβησαν. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με τη Λιβύη, όπου οι πρώτες επαναστάσεις αμέσως ειδώθηκαν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των «επαναστάσεων της Βόρειας Αφρικής». Μόνο όταν ο Καντάφι αποδείχτηκε πολύ πιο ακλόνητος από τους Μπεν Αλί και Μουμπάρακ, μόνο τότε έγινε αντιληπτή η διαφορά και μόνο τότε σπεύσαμε όλοι και όλες να δικαιολογήσουμε την επιμονή του καθεστώτος με βάση τις ειδικές συνθήκες της λιβυκής υπόθεσης. Σ’ αυτό όμως το σημείο, όπως λέει και η ιταλική παροιμία, το μπάλωμα ήταν χειρότερο κι απ’ το ξήλωμα, κι έτσι οι αναλυτές κατέληξαν να αποδίδουν υπέρμετρα μεγάλη σημασία στις φυλετικές και εδαφικές διακρίσεις μεταξύ των Λιβύων αδιαφορώντας παντελώς για το στοιχείο του αυθόρμητου, ριζοσπαστικού, πολιτικού ξεσηκωμού.
Θα πρέπει εδώ να παραδεχτούμε ότι στο δυτικό κόσμο, προτού λάβουν χώρα οι πρόσφατες εξεγέρσεις, η γνώση μας για τις κοινωνίες της Τυνησίας, της Αιγύπτου, της Λιβύης και της Μέσης Ανατολής ήταν εγκλωβισμένη στο δόγμα που θέλει μια αραβική χώρα να είναι μουσουλμανική χώρα, να είναι, δηλαδή, κυριαρχούμενη από τη θρησκεία. Έτσι η κοινωνία είναι χωρισμένη μεταξύ φονταμενταλιστών και μετριοπαθών. Και η θρησκεία είναι το μοναδικό κλειδί για να την κατανοήσουμε και να ανοίξουμε διάλογο μαζί της.
Ευτυχώς για εμάς, αν ένα καθεστώς πρόσφατα επαναστατικοποιήθηκε, αυτό είναι το καθεστώς της συζήτησης που έχει ανοίξει αναφορικά με το μουσουλμανικό και αραβικό κόσμο. Εδώ τα γεγονότα της Τύνιδας και της πλατείας Ταχρίρ τσάκισαν την τοξική αφήγηση που αφορούσε στις προϋποθέσεις (παρ’ ότι για μερικές μέρες, η τοξική αυτή αφήγηση εμπόδισε αρκετούς αναλυτές να καταλάβουν τι συνέβαινε και τους ώθησε να αναζητήσουν το ρόλο της θρησκείας στις επαναστάσεις). Όπως σημειώνει ο Hayrettin Yucesoy, «η συζήτηση για το Ισλάμ στα προοδευτικά μέσα και την ακαδημαϊκή κοινότητα ήταν σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχη της φράσης της Μαρίας Αντουανέτας «Ας φάνε παντεσπάνι». Με κάθε καλή πρόθεση, αυτό είναι αληθές, ωστόσο δεν δείχνει ούτε κατανόηση της κατάστασης ούτε λύνει οποιοδήποτε πρόβλημα. Οι εξεγέρσεις διέλυσαν τις έννοιες του «θρησκευτικού διαλόγου» και της «πολιτισμικής κατανόησης» ως τα πλαίσια για την κατανόηση των «Μουσουλμάνων» και «Αράβων»».
Ένα ακόμη παράδειγμα τοξικής αφήγησης αναφορικά με τις προϋποθέσεις είναι η μυθοπλασία στην οποία προέβη ο Τ.Ε. Λώρενς αναφορικά με τη λεγόμενη «Αραβική Επανάσταση». Μεταξύ του 1915 και 1916, οι Βρετανοί επιτέθηκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στις περιοχές της Καλλίπολης και της Μεσοποταμίας, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με απρόσμενη αντίσταση. Αυτό ματαίωσε τις ελπίδες των κρυφών εκείνων αραβικών κοινοτήτων που είχαν εναποθέσει στον πόλεμο τις ελπίδες τους για τη δημιουργία εσωτερικού μετώπου για την ανεξαρτησία. Οι κοινότητες αυτές απαρτίζονταν από αστούς και αξιωματικούς του στρατού και είχαν τις βάσεις τους σε Δαμασκό, Βαγδάτη και Χαλέπι. Έχοντας απολέσει τον ενθουσιασμό για την επαναστατική τους επιχείρηση, οι Βρετανοί, που είχαν πραγματική ανάγκη αυτή την επανάσταση, αποφάσισαν να στραφούν στους βεδουίνους της πόλης Χέτζα της Σαουδικής Αραβίας. Στην εισαγωγή του αριστουργήματός του Λώρενς Επτά Πυλώνες της Σοφίας, ο συγγραφέας δικαιολογεί την αλλαγή αυτή στρατηγικής με ένα ιδεολογικό-ποιητικό επιχείρημα διαποτισμένο από τη λογική του οριενταλισμού. Εξηγεί, λοιπόν, ότι η δύναμη των Αράβων γεννήθηκε και ζει στην έρημο και όχι στη μαλθακότητα των πόλεων. Για το λόγο αυτό και οι προϋποθέσεις του ξεσηκωμού πρέπει να καλλιεργηθούν στην έρημο. Εξάλλου εκεί διαβιεί και μια κοινότητα νομαδικών φυλών ενωμένη στη βάση της γλώσσας και της πίστης της στο Κοράνι.
Μιλώντας για τις προϋποθέσεις της επανάστασης με αυτούς τους όρους, ο Λώρενς λησμονεί ότι οι παραπάνω φυλές ήταν ενδεχομένως κατάλληλες για να δυσκολέψουν τη ζωή των Τούρκων κάνοντας αντάρτικο και πραγματοποιώντας έτσι τις ρομαντικές φαντασιώσεις του δυτικού κόσμου. Δεν θα ήταν όμως ποτέ σε θέση να ολοκληρώσουν μια επανάσταση χτίζοντας τη Μεγάλη Αραβία μέσα από τα συντρίμμια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα με τους Άραβες των αστικών κέντρων, οι νομάδες δεν ενδιαφέρονταν να χτίσουν «έθνος», πολύ περισσότερο δε αδιαφορούσαν για το χτίσιμο «κράτους». Ίσως μόνο οι ηγέτες τους να μπορούσαν να έχουν γίνει εθνικοί ηγέτες, αλλά ακόμη και αυτό θα συνέβαινε μέσα σε κράτη χτισμένα από άλλους.
 Η ανοικοδόμηση
Πολύ συχνά, στις αφηγήσεις για την επανάσταση παραλείπουμε το κομμάτι των προϋποθέσεων, και αναζητούμε κατευθείαν την αρχική πηγή, την «έναρξη» που θα μπορέσει να μας διαφωτίσει για το τι ακριβώς συνέβη. Την ημερομηνία που στο μέλλον θα ορίσουμε ως αργία ή που θα τη μελετάμε στα σχολικά βιβλία. Προφανώς και κάθε ιστορία χρειάζεται μιαν έναρξη. Ωστόσο στη δομή του γένους της «επανάστασης», η έναρξη αυτή έχει μια ειδική συμβολική αξία, μοιάζει με ένα είδος προπατορικού αμαρτήματος. Η επιλογή της ημερομηνίας αυτής δεν είναι ποτέ αυθαίρετη, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε μια στιγμή του χρονικού συνεχούς: είναι εξαιρετικά ασύνηθες στο πλαίσιο αφήγησης μιας επανάστασης, η έναρξή της να εξιστορείται in medias res, στη μέση, δηλαδή, της αφήγησης. Τις περισσότερες φορές εστιάζουμε στο γεγονός εκείνο που μαρτυρά την αδυναμία των κυβερνητικών δυνάμεων. Τούτο συμβαίνει, γιατί όπως λέει ο Τσαρλς Τίλλυ, η εικόνα μας για μια «επαναστατική κατάσταση» δομείται γύρω από τρία χαρακτηριστικά: την ύπαρξη ομάδων με διεκδικήσεις ασύμβατες με τον κρατικό έλεγχο, την προσκόλληση των πολιτών σε αυτές τις ομάδες και, βέβαια, την αδυναμία του Κράτους να δώσει ικανοποιητική απάντηση στις διεκδικήσεις τους.
Σε όλους τους απολογισμούς των εξεγέρσεων της Βόρειας Αφρικής, βρίσκουμε ήδη μια μυθική αναφορά στη μορφή ενός νεαρού Τυνήσιου απόφοιτου, αναγκασμένου να επιβιώνει ως υπαίθριος μανάβης, και ο οποίος αυτοπυρπολήθηκε διαμαρτυρόμενος κατά της απόφασης της αστυνομίας να κατάσχει το εμπόρευμά του. Η αυτοκτονία του ώθησε πολλούς πολίτες να εκφράσουν τη διαφωνία τους με μιαν αποφασιστικότητα άγνωστη εδώ και πολλά χρόνια στους δρόμους της Τυνησίας. Μια τέτοια πρωτοβουλία δεν συνιστά απλώς έναρξη: Συνιστά γένεση. Καταφέρνει να συμβολίσει τον αυθορμητισμό της εξέγερσης καθώς και την κοινωνική της σύνθεση: νεολαία της εργατικής τάξης με υψηλό επίπεδο μόρφωσης. Κι όμως, μια επαναστατική κατάσταση είναι πάντα πολυσχιδής. Περικλείει πολλές καταστάσεις, δημιουργεί πολλαπλές μεταβολές σε πολλούς χώρους και διαφορετικούς χρόνους. Έτσι το να εστιάζουμε σε μια μεμονωμένη στιγμή έναρξης, πιθανότατα παρακάμπτει τον πολυσχιδή αυτό χαρακτήρα μιας επανάστασης.
Μια καλή αφήγηση για την επανάσταση θα έπρεπε να αναφέρει στον πρόλογο τις προϋποθέσεις και ως πρώτο κεφάλαιο να περιέχει μια έναρξη, η οποία όμως θα περικλείει περισσότερες από μία στιγμές αφετηρίας.
«Κάθε φορά η έναρξη είναι η στιγμή διαχωρισμού από την πολλαπλότητα του πιθανού» έγραφε ο Ίταλο Καλβίνο. Διαχωρισμός, αλλά όχι αποκλεισμός ή απομόνωση. Χρειαζόμαστε μια διαχωριστική γραμμή που να μην λησμονεί αυτό που αφήνει απ’ έξω.
Επιπλέον, η υπερβολική προσκόλληση στη στιγμή της έναρξης μπορεί να μας καταστήσειχρονολογικά μύωπες. Η «χρονολογική μυωπία» συνίσταται στο να εστιάζουμε υπερβολικά σε πρόσφατα γεγονότα, αδιαφορώντας για αυτά που βρίσκονται πιο μακριά στο χρόνο.
Στην περίπτωσή μας, η χρονολογική μυωπία θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο να χαρακτηρίσουμε ως «ξέσπασμα της επανάστασης» μια κατάσταση, η οποία, αντίθετα, βρίσκεται σε σχέση συνέχειας με ό,τι συνέβαινε ούτως ή άλλως. Για παράδειγμα, η «Ημέρα Εξέγερσης» που διοργανώθηκε στην πλατεία Περλ της Μανάμα, βιαστικά αποδόθηκε ως το σημείο έναρξης της «επανάστασης» του Μπαχρέιν, παρότι τέτοιου είδους διαμαρτυρίες διοργανώνονταν στο Μπαχρέιν επί χρόνια. Απλώς δεν το γνωρίζαμε γιατί κανείς δεν ασχολιόταν με το Μπαχρέιν.
Εδώ, λοιπόν, αναφορικά με την αρχή της αφήγησης, αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα έμφυτο και σε κάθε άλλη στιγμή της αφήγησης. Για να διηγηθούμε καλά μια ιστορία, θα πρέπει να δώσουμε σημασία στη λεπτομέρεια. Αλλά όταν το κάνουμε κινδυνεύουμε να ορίσουμε τη λεπτομέρεια αυτή ως αρχετυπική, ως αντιπροσωπευτική του συνόλου. Θα πρόκειται για μια δηλητηριώδη συνεκδοχή όπου το μέρος αντικαθιστά το όλο. Το μόνο αντίδοτο είναι να ψάξουμε για την αντίφαση, για το μοναδικό που πολλαπλασιάζεται.
Για παράδειγμα: ο λαός του Μπαχρέιν διαδηλώνει στην πλατεία Περλ κατά της ηγεσίας της χώρας. Εκεί, σαν καλός αφηγητής, θα αναζητήσεις τις λεπτομέρειες και θα αναρωτηθείς: «Ποιά είναι η σύνθεση αυτού του «λαού του Μπαχρέιν» που διαδηλώνει στην πλατεία Περλ;». Απάντηση: Είναι Σιίτες. Και η ηγεσία; Είναι Σουνίτες. Ε λοιπόν, αν κρίναμε μόνο από αυτήν τη λεπτομέρεια, ο αναγνώστης θα μπορούσε να καταλήξει στο ότι αυτό που συμβαίνει στο Μπαχρέιν είναι εμφύλιος μεταξύ δύο μουσουλμανικών σεχτών. Κι επειδή η κατεξοχήν σιιτική χώρα είναι το Ιράν, θα μπορούσε να βγει το συμπέρασμα ότι το Ιράν στηρίζει την εξέγερση. Για να καταπολεμηθεί αυτό το Συνεκδοχικό Αποτέλεσμα, ο καλός αφηγητής πρέπει να αναζητήσει την αντίφαση. Αυτή θα την ανακαλύψει στο γεγονός ότι οι εργάτες του Μπαχρέιν οργανώνουν μαζικές απεργίες, συμπεριλαμβανομένης της Alba Aluminium, του μεγαλύτερου χυτηρίου αλουμινίου στον κόσμο, της οποίας το συνδικάτο έχει αρχηγό τον Αλί Μπιν Αλί, έναν σουνίτη. Κι αν ο αφηγητής μας δουλέψει σκληρά θα ανακαλύψει ότι η λεπτομέρεια που διάλεξε αρχικά, δηλαδή το ότι οι διαδηλωτές της πλατείας Περλ είναι σιίτες, μπορεί να μεταφραστεί και αλλιώς: Οι σιίτες αποτελούν τη φτωχή πλειοψηφία της χώρας, και γι’ αυτό μια σιιτική εξέγερση είναι μια ταξική εξέγερση.
Άλλο παράδειγμα: Αν κάποιος/α έκαιγε μια αμερικανική ή ισραηλινή σημαία στην πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, αναμφισβήτητα η πράξη αυτή, θα έπαιρνε τη μορφή συνεκδοχής κατά την παρουσίασή της από την τηλεόραση και τον τύπο: αν κάποιος/α καίει ανενόχλητα μια αμερικανική σημαία, αυτό σημαίνει ότι οι εξεγέρσεις είναι αντιαμερικανικές και άρα οι εξεγερμένοι είναι φονταμενταλιστές. (Έχει ένα ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο μηχανισμός αυτός εφαρμόζεται και στην αντίστροφη περίπτωση, αυτήν της παράλειψης: αν καμιά αμερικανική σημαία δεν καεί κατά τη διάρκεια εξεγέρσεων σε μουσουλμανική χώρα, τότε –για όσους αρέσκονται στις θεωρίες συνομωσίας- η εξέγερση θα πρέπει να ελέγχεται από τη CIA).
Κατά τη διαδικασία επιλογής των λεπτομερειών για την αφήγησή μου, θα επηρεαστώ επίσης από το είδος αφήγησης στο οποίο επιδίδομαι. Στην περίπτωση της επανάστασης, η εικόνα που περιγράφηκε από τον Τσαρλς Τίλλυ μας ωθεί να αναζητήσουμε διαδηλώσεις, συγκρούσεις, αστυνομική βία, αλλαγές καθεστώτων. Απ’ ό,τι φαίνεται η επαναστατική εικόνα με την οποία αισθανόμαστε την περισσότερη οικειότητα είναι αυτή των μεγάλων επαναστάσεων του 20ου αιώνα: ο λαός στους δρόμους, η κατάληψη της εξουσίας. Το έθνος-κράτος, όμως, άλλαξε μετά τον Οκτώβριο του 1917. Αντίστοιχα ίσως να πρέπει να αλλάξει και η αντίληψή μας για την επανάσταση. Αυτό ισχύει και για έναν επιπλέον λόγο: όπως ήδη ειπώθηκε, η επανάσταση δεν αφορά απαραίτητα μόνο την εξουσία, τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση κοκ. Μια επανάσταση βεβαίως διεξάγεται στους δρόμους. Ωστόσο, η επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα μια δημιουργική ώθηση με κατεύθυνση την αλλαγή του κόσμου, την επανανοηματοδότησή του, την προσπάθεια για το αδύνατο.
Πρόσφατα δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή σελίδα του Guardian ένα διαδραστικό διάγραμμα των διαμαρτυριών στη Μέση Ανατολή, το οποίο περιελάμβανε μια λίστα των χωρών διαρθρωμένη σε παράλληλη κατάταξη και τα σπουδαιότερα γεγονότα αναπαριστάμενα από τέσσερα διαφορετικά σύμβολα:
  • Διαμαρτυρία/Απάντηση της κυβέρνησης
  • Πολιτικές πράξεις
  • Αλλαγή καθεστώτος
  • Διεθνής/Εγχώρια αντιμετώπιση
Σε μια τόσο αυστηρή κατηγοριοποίηση, η κατεδάφιση του μνημείου «Μαργαριτάρι της Μανάμα» που διατάχθηκε από τον σουλτάνο αλ Χαλίφα με σκοπό την εξαφάνιση του επαναστατικού αυτού συμβόλου, κατατάχθηκε στην κατηγορία των «πολιτικών πράξεων», ενώ προφανέστατα επρόκειτο για κίνηση με συγκεκριμένη σημειολογία. Η εξέγερση είχε μεταβάλει το χαρακτήρα ενός σπουδαίου μνημείου, αφιερωμένου στους κυνηγούς μαργαριταριών του Κόλπου. Ο λαός τούτο το είχε καταφέρει απλώς κατεβαίνοντας στο δρόμο και όχι με γραφειοκρατικές διαδικασίες. Σε εκείνο το σημείο έπρεπε, λοιπόν, να κατέβει στους δρόμους και το καθεστώς. Αυτή τη φορά όμως, όχι για να πυροβολήσει διαδηλωτές, αλλά για να διαλύσει τα σύμβολά τους μέσα από μια παράξενη προληπτική αντιστροφή του συνήθως συμβαίνοντος κατά τη διάρκεια αλλαγής καθεστώτων: δηλαδή, την καταστροφή συμβόλων εξουσίας και αγαλμάτων του ηγέτη.
Η μοναδική προσπάθεια να αρθρωθεί λόγος για τις επαναστάσεις αυτές, χωρίς να επικεντρώνεται αποκλειστικά στους δρόμους, είχε διφορούμενα αποτελέσματα. Αναφέρομαι στην «επανάσταση του τουίτερ», η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί σε μια πιθανά «πολύχρωμη επανάσταση» στη Μολδαβία και είχε έπειτα μεταφερθεί στην περίπτωση της Τυνησίας, με αποτέλεσμα μια δηλητηριώδη σύγχυση ανάμεσα σε μέσα και αιτίες. Το τουίτερ και οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης αποτέλεσαν χρήσιμα εργαλεία επικοινωνίας με τις διαδηλώσεις της Τυνησίας, μόνο που οι διαδηλώσεις αυτές δεν διεξάγονταν μέσα στο τουίτερ. Όπως σημειώνει ο Ταράκ Μπαράουι: «οι επαναστάτες της Γαλλίας και της Αϊτής τη δεκαετία του 1790 αλληλοενημερώνονταν για τις δραστηριότητές τους μέσω του φορτηγού πλοίου της γραμμής Τζαμάικα-Λονδίνο». Οι αφηγήσεις περί «τεχνοφιλίας» -στις περιπτώσεις της Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής- είχαν ως αποτέλεσμα τον καθησυχασμό των ακροατών. Είχαν ως αποτέλεσμα να κάνουν την παραβίαση/διάρρηξη της καθημερινότητας λιγότερο αποδιοργανωτική. Αν πιστέψουμε ότι αυτό που συμβαίνει στην Τυνησία είναι μια «επανάσταση του τουίτερ», νιώθουμε πολύ πιο άνετα απ’ ό,τι θα νιώθαμε αν ακούγαμε περί μιας άγριας εξέγερσης, μακριά από τα στάνταρ μας, όπου άνθρωποι αυτοπυρπολούνται ή εξεγείρονται ενάντια στις τιμές του ψωμιού και του ελαιόλαδου. Έτσι και ο σουλτάνος αλ Χαλίφα αναφέρθηκε στην τηλεόραση και τις εικόνες που μεταδίδονταν από άλλες επαναστατημένες χώρες για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι πολίτες διαδήλωναν δυναμικά με στόχο την αλλαγή: «Αυτό δεν είναι το Μπαχρέιν που ξέρω», είπε. Ξεχνώντας, βεβαίως, επιλεκτικά, ότι η εξέγερση κρατάει εδώ και χρόνια με εκατοντάδες πολιτικούς κρατουμένους να βασανίζονται σε τέσσερις φυλακές μέσα και γύρω από τη Μανάμα.
Με μια έννοια, το Τουίτερ και το Φέισμπουκ είναι οι «Λώρενς της Αραβίας» του εικοστού πρώτου αιώνα: η έμφαση στα κοινωνικά δίκτυα μας δίνει την αίσθηση ότι οι επαναστάσεις είναι υποπροϊόν του διαδικτύου. Του κατεξοχήν εργαλείου, δηλαδή, της δημοκρατίας και συμμετοχής, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί προϊόν του δυτικού κόσμου. Λέμε, λοιπόν, ότι αν η Αίγυπτος εξεγέρθηκε χάρη στο διαδίκτυο, εξεγέρθηκε χάρη σε εμάς, ξεχνώντας έτσι ότι το σύμβολο της επανάστασης αυτής δεν ήταν το διαδίκτυο: ήταν μια πλατεία. Γιατί η ανατροπή ενός δικτάτορα από το τουίτερ δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα: αφενός γιατί η πρόσβαση στο ίντερνετ μπορεί να μπλοκαριστεί, και σε κάποια φάση είχε όντως γίνει έτσι, και αφετέρου, γιατί ακόμη και οι δικτάτορες διαβάζουν τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης χωρίς, βέβαια, να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους.
 Ο Σκοπός
Στη διαδικασία καθορισμού του Σκοπού, μια τυπική τοξική προσέγγιση είναι η υπόθεση ότι εξαιτίας του αυταρχικού χαρακτήρα ενός καθεστώτος, οι διεκδικήσεις της κοινωνίας περιορίζονται στη «δημοκρατία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Για το λόγο αυτό η επανάσταση λήγει με την πτώση του δικτάτορα, μετά την οποία μπορούμε να επικαλεστούμε μια «μεθοδική μετάβαση», η οποία αδιαφορεί για τις πιο ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και τα αλλάζει όλα με τρόπο ώστε όλα να παραμείνουν ίδια. Πιο γενικά, είναι πάντα τοξική –αλλά και αφηγηματικά αναποτελεσματική- η τάση να αποδίδουμε μια μερική σκοπιμότητα στους φορείς της επανάστασης: για την ακρίβεια, για να διηγηθεί κανείς μια καλή ιστορία, θα πρέπει πάντα να αποδίδει συγκεκριμένες σκοπιμότητες στους πρωταγωνιστές της. Όσοι δεν έχουν συγκεκριμένες σκοπιμότητες θεωρούνται μαριονέτες και οι μαριονέτες χρειάζονται κάποιον να τις χειρίζεται. Έτσι, εκατό χρόνια μετά, γινόμαστε και πάλι μάρτυρες της επιστροφής του μύθου του Λώρενς της Αραβίας. Έτσι ως ηρωική Δύση πρέπει να αυτοχριστούμε σωτήρες της Ανατολής, βοηθοί της σε μια διαδικασία απελευθέρωσης από τον εαυτό της.
Τούτο συμβαίνει γιατί οι ιστορίες έχουν την τάση να σωρεύονται, να πλησιάζουν η μια την άλλη συγκροτώντας συμπλέγματα ιστοριών βασισμένα σε ομοιότητες και επαναλήψεις. Αυτή είναι μια τάση που μπορεί να βοηθήσει ή και να αποπροσανατολίσει μια ερμηνεία, ανάλογα με το στοιχείο που δρα ως προωθητικό της σώρευσης: μπορεί να είναι ένα επιφανειακό στοιχείο που συγκαλύπτει σημαντικές διαφορές. Ή μπορεί να είναι ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό, που δεν χάνει τη σπουδαιότητά του παρά τις τυχόν διαφορές. Αναμφισβήτητα, η κατανόησή μας για το γεγονός της πτώσης του Τσαουσέσκου στη Ρουμανία δεν βοηθήθηκε ιδιαίτερα από τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί από την πτώση των άλλων κομμουνιστικών καθεστώτων κατά την ίδια περίοδο. Στη Ρουμανία υπήρχαν, λοιπόν, χαρακτηριστικά τα οποία παρέμεναν στο σκοτάδι, ακριβώς εξαιτίας της κοινής αυτής αφήγησης -της σώρευσης των γεγονότων. Επιπλέον, η παρομοίωση των γεγονότων αυτών με την επαναστατική αφήγηση για το γαλλικό λαό που δίκαζε το βασιλιά του επίσης δεν βοήθησε. Ενώ, λοιπόν, στη Γαλλία η ιδέα του καρατομημένου κεφαλιού του βασιλιά ώθησε την επαναστατική διαδικασία, στη Ρουμανία, η θανατική ποινή και εκτέλεση του Τσαουσέσκου ήταν ακριβώς αυτό που σκέπασε τη “revolutia furata”, την Κλεμμένη Επανάσταση. Η τελευταία είναι μια φράση που χρησιμοποιήθηκε από Ρουμάνους φοιτητές, οι οποίοι ξυλοκοπήθηκαν από ανθρακωρύχους, λίγες μόλις μέρες μετά από εκείνα τα Χριστούγεννα του 1989.
Αυτό ενδέχεται να είναι η συνέπεια της σύνδεσης της επαναστατικής αφήγησης κυρίως με το πρόσωπο του δικτάτορα και την πτώση του. Πρόκειται για ένα βήμα που είναι απαραίτητο στην επαναστατική αφήγηση, δεν είναι όμως επαρκές για να ορίσει οποιαδήποτε επαναστατική διαδικασία.
Η προσωποποίηση αυτή είναι εμφανής και στις αφηγήσεις που προέρχονται από τη Λιβύη. Υπάρχει, λοιπόν, ο κίνδυνος τούτο να οδηγήσει σε ένα ακόμη «Φαινόμενο Τσαουσέσκου»: διώχνουμε το δικτάτορα έτσι ώστε να μπορέσουμε να πούμε στον υπόλοιπο κόσμο ότι εδώ έλαβε χώρα μια επανάσταση. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πέπλο πίσω από το οποίο θα κρύψουμε το γεγονός της υφέρπουσας επιστροφής στο παλιό status quo.
Για παράδειγμα, η εθνικο-γεωγραφικού τύπου σώρευση αφηγήσεων (η σώρευση, δηλαδή όλων των επαναστάσεων κάτω από τον κοινό τίτλο «Αραβικές Επαναστάσεις») δεν βοηθάει στην κατανόησή μας για τα γεγονότα που ασκούν επιρροή στο Ομάν. (Πριν μερικές μέρες στα νέα του BBC αναρωτιούνταν «αν αυτή η μέχρι πρότινος σταθερή χώρα του Κόλπου με τον μεγάλο και νεαρό πληθυσμό της θα μπορούσε να μετατραπεί στην επόμενη Αίγυπτο ή Τυνησία».)
Εν προκειμένω, στο Ομάν, δεν υπάρχουν διεκδικήσεις για ριζοσπαστική αλλαγή του καθεστώτος. Ωστόσο, στο Σοχάρ, το σημαντικότερο, δηλαδή, βιομηχανικό κέντρο του κράτους, έλαβαν χώρα εξαιρετικά σκληρές διαδηλώσεις. Ίσως, λοιπόν, αυτό το γεγονός θα μπορούσε να μας παρέχει μια βαθύτερη αρχή για να σωρεύσουμε τις αφηγήσεις αναπτύσσοντας έτσι μια οπτική πιο καθολική: αν στο Ομάν σημειώνονται διαδηλώσεις σε ένα μεγάλο βιομηχανικό κέντρο, και αν στο Μπαχρέιν οι εργάτες της Alba Aluminium κατεβαίνουν σε απεργίες, αν στην Τυνησία οι διαδηλώσεις γίνονται κυρίως από την άνεργη νεολαία, αν αντίστοιχα στο Οχάιο και το Ουισκόνσιν γίνονται από δημοσίους υπαλλήλους, αν στη Ρώμη, τη Λισαβόνα, το Λονδίνο και το Παρίσι γίνονται από πανεπιστημιακούς φοιτητές με αβέβαιο μέλλον και αν στην Ελλάδα από φοιτητές και εργαζομένους, τότε πιθανόν να υπάρχει μια ευρύτερη αφήγηση για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, πέρα από τις αραβικές χώρες, τη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Θα πρόκειται για μια βαθύτερη σώρευση αφηγήσεων, η οποία αποφεύγει το τοξικό στοιχείο του διαίρει και βασίλευε. Το τελευταίο σπάει τις αλληλουχίες και επιδιώκει να διαχωρίσει πράγματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν όμοια, επικεντρωνόμενο σε άλλες -δευτερεύουσες- ομοιότητες.
 Το Κεντρικό Γεγονός και η Εκτόνωση
Σύμφωνα με τον Τίλλυ, ο τρόπος με τον οποίο συνήθως πλαισιώνουμε στην αφήγηση το Κεντρικό Γεγονός υπονοεί ότι το αποτέλεσμα της επανάστασης ήταν μια ριζοσπαστική αλλαγή στην ηγεσία κράτους και διοίκησης, με μεγάλα κομμάτια του στρατού να δηλώνουν αφοσίωση στη νέα κυβέρνηση. Και εδώ το μοντέλο εστιάζει υπερβολικά στις δυνάμεις και το συσχετισμό τους. Φαίνεται σαν να έχουμε ανάγκη να συντηρήσουμε μια σταθερή, οριστική μεταβολή, η οποία έχουμε την πεποίθηση ότι λαμβάνει χώρα μονάχα μέσα στις δομές του κράτους και όχι στα μυαλά των ανθρώπων. Στα προηγούμενα παραδείγματα είδαμε ότι υπάρχουν τοξικές αφηγήσεις, που σκοπό έχουν να κάνουν το απρόοπτο πιο εύκολα αποδεκτό. Τούτο σημαίνει ότι έχουν σκοπό να δαμάσουν τη διαλεκτική, τόσο τη διαλεκτική που είναι εσωτερικό κομμάτι κάθε επανάστασης όσο και τη διαλεκτική που είναι εσωτερικό κομμάτι κάθε ιστορίας. Μια τοξική ιστορία ενσωματώνει ύπουλα το μη-αποδεκτό μέσα στην παραδεδεγμένη πραγματικότητα, όχι όμως για να την ανατρέψει, αλλά, αντίθετα, για να τιθασεύσει το μη-αποδεκτό έτσι ώστε να μην μπορούμε να το αναγνωρίσουμε.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η διαλεκτική τιθασεύεται με την αντίστροφη διαδικασία. Μέσω, δηλαδή, της υπερβολικής παραβίασης του κανόνα, παρουσιάζοντας τη μορφή της ανατροπής της καθημερινότητας, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει καμιά τέτοια ανατροπή. Έτσι αυτό που παρουσιάζεται ως ριζοσπαστική αλλαγή δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η συντήρηση της παλιάς πραγματικότητας. Αυτή είναι και η περίπτωση της φασιστικής «επανάστασης». Με άλλα λόγια, η διαλεκτική «φουσκώνεται» με την ελπίδα ότι το επαναστατικό γεγονός θα επέλθει μετά το κεντρικό γεγονός, χάρη στην κινητοποίηση του πλήθους που αρχικά δεν μετείχε σε αυτήν. Αφηγήσεις μολυσμένες με τέτοιου είδους ευσεβείς πόθους ήταν και η επανάσταση του Σιαντ Μπαρέ στη Σομαλία όπως και η «πράσινη επανάσταση» του Καντάφι.
 Το αποτέλεσμα και οι μεταγενέστερες συνέπειες
Αυτό είναι το κομμάτι στο οποίο συνήθως αμελούμε να αναφερθούμε, παρότι η σημασία του δεν πρέπει να υποτιμάται. Ξεχνάμε, λοιπόν, να αναφερθούμε σε αυτό εξαιτίας του μυαλού μας. Στο μυαλό μας, κάθε γεγονός της αφήγησης κινητοποιεί διαφορετικά συναισθήματα. Το Κεντρικό Γεγονός αποτελεί το συναισθηματικό ζενίθ, το οποίο μπορεί να μας πλημμυρίσει με θετικά ή αρνητικά συναισθήματα, ανάλογα με τις πεποιθήσεις μας. Σπανίως μας αφήνει αδιάφορους, λόγω του ότι οι νευρώνες-κάτοπτρα που διαθέτουμε αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως του αν μια αφήγηση τη βιώνουμε εμείς οι ίδιοι ή αν μας τη διηγείται κάποιος άλλος. Αν το συναίσθημα είναι θετικό, το μυαλό μας, που μετά το Κεντρικό Γεγονός έχει απελευθερώσει ντοπαμίνη, κάνει ένα είδος μετασυνουσιακού διαλείμματος. Αν το συναίσθημα είναι αρνητικό, τότε ανησυχούμε ή φοβόμαστε και η νορεπινεφρίνη μειώνει την ικανότητα μας για συγκέντρωση. Και στις δυο περιπτώσεις κινδυνεύουμε να αδιαφορήσουμε γι’ αυτό που φαντάζει ως απλός επίλογος του Κεντρικού Γεγονότος. Εξάλλου, η εικόνα μας για το επαναστατικό αποτέλεσμα μας οδηγεί στο να σκεφτούμε ότι το Κεντρικό Γεγονός, η κατάληψη, δηλαδή, της εξουσίας από τους επαναστάτες, συμπίπτει με το τελικό αποτέλεσμα της αφήγησης. Η ιστορία, όμως, μας διδάσκει ότι οι επαναστάτες έρχονται αντιμέτωποι με πολύ δύσκολες καταστάσεις μετά την ανατροπή ενός καθεστώτος, καθώς και με προκλήσεις που θέτουν σε κίνδυνο την επιτυχία τους. Από την άλλη, η αφηγηματολογία μάς διδάσκει ότι μια ιστορία δεν τελειώνει με τη νικηφόρα έκβαση της δίκης του ήρωα, ούτε με την εξόντωση του δράκου: υπάρχουν άλλοι κίνδυνοι –και συχνά η επιστροφή παλιότερων εχθρών- που παραμονεύουν τον ήρωα ή την ηρωίδα στο δρόμο της επιστροφής. Η σπουδαιότητα μιας περιπέτειας έγκειται στην ικανότητα του κεντρικού χαρακτήρα να επιστρέψει και να αλλάξει τον κανονικό κόσμο, με εφόδιο το μάθημα που έμαθε κατά τις δίκες και τις μάχες που δόθηκαν στον μη πραγματικό κόσμο. Η λυδία λίθος βρίσκεται, λοιπόν, στο δρόμο της επιστροφής, έτσι ώστε ο ήρωας να επιστρέψει στο χωριό του με το ελιξίριο. Είναι σ’ αυτή την τελική δοκιμασία, όπου ο ήρωας συνήθως καταλήγει νεκρός. Το Κεντρικό Γεγονός, είναι λοιπόν, με μια πιο προσεκτική ματιά, μόνο η μισή ιστορία. Και μια μισοειπωμένη ιστορία δεν μπορεί παρά να είναι δηλητηριώδης. Η πραγματική επιτυχία μιας επανάστασης εξαρτάται από την επιθυμία για ανατροπή που εξαπλώνεται σ’ όλους τους πολίτες, από το επίπεδο δημιουργικότητας που επενδύουν στην επιθυμία αυτή, από τη διάρκεια της επένδυσης αυτής στο χρόνο. Σε μια πραγματική επανάσταση η δημιουργικότητα αυτή διατηρείται, δεν εξατμίζεται μετά την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων. Και πρόκειται για κοινή, καθολική δημιουργικότητα, που δεν επιβάλλεται από τα πάνω.
Ο Αντόνιο Γκράμσι θεωρούσε το φασισμό «παθητική επανάσταση». Τον έβλεπε, δηλαδή, ως μια θέση που αντέστρεφε ένα δευτερεύον κομμάτι της αντίθεσης ώστε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως σύνθεση. Ο φασισμός ήταν όμως παθητικός και γιατί έπρεπε να επιβάλει από τα πάνω τη δημιουργικότητα που μια επανάσταση δεν χρειάζεται να έχει σχεδιάσει εκ των προτέρων. Η σημειολογική επανάσταση του φασισμού ήταν ένα πραξικόπημα κατά του λεξικού, κατά της οργάνωσης του χρόνου, κατά των εθίμων. Επανακαθόρισε έννοιες και ταξινομήσεις, αλλά το έκανε μηχανικά από τα πάνω. Αυτό το στοιχείο θα ήταν από μόνο του αρκετό για να αποδείξει την τοξικότητα της φασιστικής «επαναστατικής» αυτο-παρουσίασης.
 Συμπεράσματα
Έτσι ολοκληρώνουμε τη διαδρομή μας στην αναζήτηση τοξινών κατά την αφηγηματική κατασκευή του επαναστατικού γεγονότος.
Είδαμε τους κινδύνους που κρύβονται στις αναδρομικές παραισθήσεις του μοιραίου, είδαμε τη χρονολογική μυωπία, την αντιστροφή των γενών, τη μερική σκοπιμότητα, την αφηγηματική σώρευση, την αφήγηση του διαίρει και βασίλευε, το Φαινόμενο Τσαουσέσκου, την εξημερωμένη ή παραφουσκωμένη διαλεκτική, τη μετασυνουσιακή κούραση.
Ο κίνδυνος βρίσκεται στο να ποτίσουμε με τόσα τοξικά την αφήγηση, ώστε να καταλήξουμε στην απόκρυψη της αλήθειας και την αδυναμία αντίληψης των συμβάντων.
Χάρη στη συναίσθηση που μας δίνουν οι νευρώνες-κάτοπτρα, οι λειτουργίες του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αντίληψη, το βίωμα, την φαντασίωση, την ονειροπόληση μιας ιστορίας, δεν διαφέρουν μεταξύ τους.
Έτσι το να κατανοήσουμε μια επανάσταση και να τη διηγηθούμε αποτελεσματικά ισούται με την ικανότητά μας να την ονειρευτούμε, όπερ ισούται με την προσπάθειά μας να τη φανταστούμε, που ισούται εντέλει με το να ξεκινάμε να τη βιώνουμε.
 Ευχαριστώ
 Μάρτιος-Απρίλιος 2011
1 Ο συγγραφέας αναφέρεται σε γραμματικά φαινόμενα και συγκεκριμένα σε αυτό που στη Γραμματική αποκαλείται έγκλιση (οριστική, υποτακτική κοκ).

για άλλα κείμενα και περισσότερες πληροφορίες σχετικά                                                                          με την underground κολεκτίβα συγγραφέων Wu Ming: