Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

"Τι συμβαίνει τελικά με το πρόστιμο για την ελεύθερη κατασκήνωση;", Νέλλη Ψαρρού























Πολλά γράφτηκαν τις τελευταίες μέρες σχετικά με το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τον τουρισμό και τη διάταξη που διπλασιάζει το πρόστιμο για τους ελεύθερους κατασκηνωτές στα 300 αντί για τα 147 ευρώ που ήταν ως τώρα. Σε πολλά δημοσιεύματα μπλέχτηκαν οι πληροφορίες αναφέροντας τα περί “υπερδιπλασιασμού” στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ). Ας δούμε αναλυτικά τι ισχύει.
Στην ουσία το πρόστιμο δεν διπλασιάζεται αλλά εξασφαλίζεται με εκβιαστικό τρόπο η άμεση πληρωμή του ως ήταν μέχρι τώρα, η πληρωμή δηλαδή των 150 (πλέον) ευρώ. Όπως έχει αναλυθεί εκτενώς στο βιβλίο μου Ταξίδι στη Σαμοθράκη: ένα πολιτικό ημερολόγιο (αυτοέκδοση, 2009) το πρόστιμο είχε θεσπιστεί από το 1999, αν και η απαγόρευση ισχύει από το 1976. Το πρόστιμο ήταν διοικητικό και εισπράττονταν από τους δήμους. Όμως, ήδη από το 2007 είχαμε πληροφορηθεί από ανθρώπους του υπουργείου και του ΕΟΤ πως “ήθελαν να το αλλάξουν αυτό και να ορίσουν την αστυνομία ως υπεύθυνη για τα πρόστιμα επειδή, λέει, οι δήμοι δεν εισέπρατταν τα πρόστιμα. Όμως τα σχέδια ανέβαλαν οι… πρόωρες εκλογές [σσ. του 2007]” (σελ. 127, δείτε το απόσπασμα εδώ). Αυτό που δεν πρόλαβε η κυβέρνηση να κάνει το 2007, έρχεται να το πραγματοποιήσει τώρα. Να εξασφαλίσει δηλαδή την είσπραξη του προστίμου από την αστυνομία ή τις λιμενικές αρχές, μιας και ορισμένοι δήμοι είτε ήταν απρόθυμοι να επιβάλουν πρόστιμα είτε δεν είχαν τους απαραίτητους μηχανισμούς να εξαναγκάσουν τους πολίτες σε κάτι τέτοιο. Κι εδώ ειπεισέρχεται ο ΚΟΚ.Σύμφωνα με τον ΚΟΚ (άρθρο 104), ο παραβάτης που θα πληρώσει το πρόστιμό του εντός 10 ημερών από τη μέρα βεβαίωσής του στην αρμόδια αρχή που το εξέδωσε (αστυνομία ή λιμενικό) θα πληρώσει το ήμιση αυτού, όπως ισχύει με όλες τις τροχαίες παραβάσεις για παράδειγμα. Αν δεν το κάνει αυτό, τότε καλείται να πληρώσει ολόκληρο το πρόστιμο εντός 2 μηνών στον αρμόδιο ΟΤΑ και, αν δεν το κάνει, το πρόστιμο πηγαίνει στην Εφορία! Όπως είναι προφανές, η νέα ρύθμιση έχει ως σκοπό να εκβιάσει την είσπραξη του προστίμου των 150 ευρώ που δεν γινόταν μέχρι τώρα εντός 10 ημερών: αν δεν το κάνεις, τότε πληρώνεις 300 ευρώ στη συνέχεια. Και αυτό γίνεται με τον τρόπο που έχει επιλέξει να ενεργεί η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας (συν της ΔΗΜΑΡ) σταθερά ως σήμερα: για ό,τι δεν καταφέρνει να κερδίσει συναίνεση και συμμόρφωση των πολιτών, επιστρατεύει τα σώματα ασφαλείας των πολιτών!Η εν λόγω διάταξη του νομοσχεδίου (που έχει ήδη συζητηθεί στην αρμόδια Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής και το τελικό του κείμενο προχωρά προς ψήφιση) αναφέρει επ’ ακριβώς τα εξής: «Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 12 του άρθρου 4 του ν. 2160/1993 που συµπληρώθηκε µε την παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 2741/1999 (Α΄199), τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Επιβολή προστίµου. Οι παραβάτες τιµωρούνται µε πρόστιµο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ ανά άτοµο ή ανά κατασκηνωτικό ή ανά µεταφορικό µέσο, που επιβάλλεται από το βεβαιούν την παράβαση αστυνοµικό ή λιµενικό όργανο και εισπράττεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 104 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ) του ν. 2696/1999 (Α΄57). Σε ελέγχους από µεικτά συνεργεία την ποινή του προστίµου επιβάλλει το αστυνοµικό όργανο που παρίσταται κατά τον έλεγχο».
Το σκεπτικό της απόφασης αυτής αναλύεται διεξοδικά από την ίδια την επιτροπή της Βουλής: «με τη διάταξη της τρίτης παραγράφου σκοπείται ουσιαστικά η άρση των δυσλειτουργιών που εμπόδιζαν μέχρι σήμερα την πρακτική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 21 του ν. 2741/99 και απλοποιείται η διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου. Ειδικότερα: α) Με την κατάργηση του διοικητικού προστίμου, απλοποιείται η διαδικασία επιβολής του δεδομένου ότι το πρόστιμο επιβάλλεται στο εξής από το βεβαιούν την παράβαση αστυνομικό ή λιμενικό όργανο χωρίς να απαιτείται η εφαρμογή της διαδικασίας για την επιβολή διοικητικού προστίμου. β) Με την επιβολή του προστίμου και από τα λιμενικά όργανα αντιμετωπίζεται η ελεύθερη κατασκήνωση που πραγματοποιείται στους χώρους αρμοδιότητας της λιμενικής αστυνομίας, (λιμάνια, προβλήτες, αιγιαλό) και τέλος γ) Εναρμονίζεται η εθνική νομοθεσία με την εν ισχύ νομοθεσία των λοιπών Ευρωπαϊκών Χωρών. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η επιβολή προστίμου αρχικά στόχο έχει το μεταφορικό μέσο και στην περίπτωση που δεν υπάρχει μεταφορικό μέσο το πρόστιμο επιβάλλεται στο κατασκηνωτικό μέσο. Μόνον εφόσον λείπουν τα ανωτέρω, ήτοι μεταφορικό και κατασκηνωτικό μέσο το πρόστιμο επιβάλλεται στο άτομο». (Δείτε το νομοσχέδιο και το σκεπτικό της απόφασης εδώ).Όπως είναι ξεκάθαρο, το ίδιο το σκεπτικό της απόφασης επιβεβαιώνει τόσο την άτυπη πληροφορία που δόθηκε το 2007 όσο και την ανάλυσή της. Καταδεικνύει επίσης τη συνέχεια της κρατικής και κυβερνητικής λειτουργίας, που παραμένει αναλλοίωτη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Τη συνέχεια βέβαια την αναλαμβάνει η προπαγάνδα, τα διάφορα παπαγαλάκια και οι ευκολόπιστοι που προτιμούν να μιλούν για τους “κατασκηνωτές που ρυπαίνουν” παρά για το πραγματικό σκεπτικό πίσω από την απαγόρευση. Αλλά με αυτό έχουμε ασχοληθεί σε προηγούμενο άρθρο.


Γιατί διώκεται η ελεύθερη κατασκήνωση;



Στο στόχαστρο της Πολιτείας μπαίνει ξανά η ελεύθερη κατασκήνωση, το δικαίωμα δηλαδή του κάθε πολίτη ή επισκέπτη αυτής της χώρας να ξαπλώσει και να κοιμηθεί κάτω από τ’ αστέρια ακούγοντας το κυμματάκι ή την κιθάρα της παρέας του. Πρόκειται για μία από τις αυτονόητες απολαύσεις πολλών ανθρώπων που επιλέγουν αυτόν τον τρόπο αναψυχής -ανάτασης της ψυχής με άλλα λόγια- όχι (μόνο) επειδή είναι φτηνός αλλά κυρίως επειδή αποτελεί επιλογή και τρόπο ζωής. Κάποτε, πριν από την ανάπτυξη του τουρισμού, η ολιγοήμερη παραμονή στην παραλία ή στο βουνό ήταν αυτονόητη, όπως και τα ολοήμερα μπάνια μαζί με το πικ-νικ. Όμως,η είσοδος του τουρισμού στη ζωή μας ως επιλογή οικονομικής επένδυσης, κέρδους και ανόδου του ΑΕΠ του κράτους μετέβαλλε τους περιηγητές σε τουρίστες και την ελεύθερη διαβίωση στη φύση σε διαφυγόν κέρδος. Ταυτόχρονα η αστικοποίηση απομάκρυνε τους ανθρώπους από την άμεση επαφή με τη φύση καθιστώντας την ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη. Ανάγκη που πλέον έπρεπε να πληρώνουν για να ικανοποιήσουν.

Νόμος για την προστασία του οργανωμένου τουρισμού

Ο πρώτος νόμος που απαγορεύει την ελεύθερη κατασκήνωση ψηφίστηκε από τη μεταπολιτευτική δεξιά το 1976.Ήδη από τη δεκαετία του ’60 η Ελλάδα είχε αρχίσει να γίνεται πόλος έλξης πολλών περιηγητών καθώς και επώνυμων παραθεριστών. Τότε ακριβώς ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες επενδύσεων στον τουρισμό, για να συνεχιστούν σε όλη τη διάρκεια της Χούντας με την ακαλαίσθητη επιλογή των μεγάλων ξενοδοχείων και της τσιμεντοποίησης. Έκτοτε ο τουρισμός θεωρείται η “βαριά βιομηχανία” της Ελλάδας. Στο πλαίσιο ανάπτυξης αυτής της “βιομηχανίας”, που σκοπό έχει την αύξηση των κρατικών εσόδων, οτιδήποτε δεν δύναται να κοστολογηθεί, άρα και να φορολογηθεί, αποτελεί διαφυγόν κέρδος. Και γι’ αυτό απαγορεύεται.
Η πρώτη απαγόρευση επιβάλεται με τον νόμο 392/1976 (ΦΕΚ 89 Α ́), σύμφωνα με τον οποίο «Απαγορεύεται η εγκατάσταση σκηνών ή στάθμευση τροχόσπιτων σε αρχαιολογικούς χώρους, αιγιαλούς, παρυφές δημόσιων δασών, δάση, και εν γένει κοινόχρηστους χώρους» (αρ. 10 §2). Το 1993 με τον νόμο 2160 προσθέτονται στους απαγορευμένους χώρους και οι παραλίες και επεκτείνεται η απαγόρευση και στη «φιλοξενία πέραν του ενός τροχόσπιτου από καταστηματάρχες και ιδιώτες» (αρ. 4 §12). Για τους παραβάτες ορίζεται η διαδικασία του αυτόφωρου, φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες και/ή χρηματική ποινή. Σε επόμενο νόμο (2741/1999) ορίζεται ως διοικητικό πρόστιμο το ποσό των 50.000 δραχμών (150 ευρώ). Σήμερα, με το νέο νομοσχέδιο, το αυτόφωρο παραμένει για το έγκλημα της ελεύθερης κατασκήνωσης και, επιπλέον, η είσπραξή του γίνεται με τις προβλέψεις του ΚΟΚ!
Όσο παράλογο κι αν ακούγεται να θεωρείται αυτόφωρο έγκλημα η ελεύθερη κατασκήνωση, άλλο τόσο παράλογη αλλά εξόχως αποκαλυπτική της κυριαρχίας της λογικής του κέρδους είναι η απαγόρευση στους ιδιώτες να φιλοξενήσουν στο κτήμα τους σκηνές ή τροχόσπιτα. «Όπως με διαφώτισε αρμόδιος υπάλληλος του Ε.Ο.Τ., αυτό που απαγορεύεται είναι η διανυκτέρευση και όχι το παρκάρισμα, λόγου χάρη, του τροχόσπιτου τη μέρα. Γι’ αυτό και η αστυνομία εφορμά τα ξημερώματα. Επίσης, ακόμα και σε οικόπεδο κάποιου ιδιώτη που θα δώσει τη συγκατάθεσή του, θεωρείται παράνομο να μπει πάνω από μία σκηνή ή τροχόσπιτο. “Πρέπει να αποδειχτεί ότι χρησιμοποιούνται μόνο από τον ιδιοκτήτη”, όπως μου είπε. “Δηλαδή δεν μπορώ να φιλοξενήσω και τους φίλους μου με τις σκηνές τους αν θέλω;”, ρωτώ έκπληκτη. “Όχι, γιατί δεν αποδεικνύεται εύκολα αν είναι φίλοι που φιλοξενούνται ή πληρώνουν…”» στο παραπάνω απόσπασμα απόΤαξίδι στη Σαμοθράκη, σελ. 127).
Φυσικά, τόσο στο υποβληθέν νομοσχέδιο όσο και στα παλαιότερα βλέπει κανείς ότι η απαγόρευση της ελεύθερης κατασκήνωσης προχωρά πλάι-πλάι με τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων στις παραλίες, την τσιμεντοποίηση περιοχών ΝΑΤΟΥΡΑ, την παραχώρηση αιγιαλών σε επιχειρηματίες και άλλα πολλά. Είπαμε, το υπουργείο και η κυβέρνση δεν μεριμνά για το περιβάλλον αλλά για το κέρδος των ημέτερων… Αλλά σε αυτά έχω αναφερθεί εκτενώς στο παραπάνω βιβλίο, στο κεφάλαιο 2 (ελεύθερα αναρτημένα στο διαδίκτυο εδώ).



Φώτος από Free Camping Movement: καλοκαίρι 2010
 http://voidnetwork.blogspot.gr/2010/07/free-camping-movement-mobile-summer.html


Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Ένα καινούργιο ξεκίνημα μέσα στις παγωνιές της ελευθερίας


















Αυτό το κείμενο διαβάστηκε από την "Μεταρρυθμιστική ομάδα της νοτιοανατολικής μεταρρυθμιστικής ομάδας" στο Autonomous Gongress, ένα συνέδριο αναρχικών και αυτόνομων ομάδων που έγινε στο Αμβούργο τον Οκτώβριο του 2009, όπως σημειώνουν και οι ίδιοι...,"το πρώτο μετά από 15 χρόνια"


Η εποχή της αυτοεπιβεβαίωσης πρέπει κάποτε να τελειώσει

Μερικοί και μερικές αισθάνονται πιθανά το ύφος μας κάπως απότομο. Αυτό μπορεί να συμβεί εύκολα, όταν πρόκειται για αγαπητούς ανθρώπους, για εκείνους και εκείνες με τους οποίους στο παρελθόν έχουμε ξεκινήσει ένα σύνολο από απελευθερωτικούς συλλογισμούς, και δοκιμάσει δρόμους για να αλλάξουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο. Κοινές προσπάθειες, που όσο μικρές και εάν θέλουν να είναι, βρίσκονται περισσότερο από απλά μόνο στην καρδιά μας. Εάν η μια η άλλη κριτική σας αφορούν προσπαθήστε να την συγκρατήσετε στη σκέψη σας και μην μπείτε αμέσως σε θέση άμυνας. Θέλουμε να συνεργαστούμε παραπέρα, αλλιώς δεν θα υπήρχε αυτό το κείμενο.
Θέλουμε να κάνουμε την προσπάθεια να καταλάβουμε και να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Σε μια κοινή συζήτηση στην αρχή της συνάντησης να ανακαλύψουμε, ποιες ιδέες, κριτικές και προτάσεις για το «πως πάμε παραπέρα» κυκλοφορούν στον αέρα, και πως μπορούμε να τις συναρθρώσουμε πρακτικά σε μια συζήτηση. Εάν κάποιες θέσεις πραγματικά αποκλείονται, τότε πρέπει να το διαπιστώσουμε και να αντλήσουμε τα αντίστοιχα συμπεράσματα: Αυτό μπορεί να σημαίνει ακόμα και ότι θα χωρίσουμε. Μπορεί να υπάρξει ένα σημείο, κατά το οποίο η κοινή βάση μας γλιστράει σαν άμμος από τα δάχτυλα, μια κοινή συζήτηση δεν οδηγεί πλέον πουθενά, πέρα από την συνηθισμένη δυσάρεστη έρημο. Οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι που έχουν προετοιμάσει το συνέδριο, έκαναν καθαρό, ότι δεν θέλουν κύκλους ειδικών εμπειρογνωμόνων στα ξεχωριστά θέματα, κανένα βάθρο συζητήσεων. Θα προσθέταμε: Καμιά χωρίς αναφορές, και πάνω απ’ όλα χωρίς συνέπειες παράθεση αντιφάσεων που ανακαλύφθηκαν πάλι για μια νέα ακόμα φορά. Σχεδόν 20 χρόνια μετά το κείμενο «3:1 – ταξική αντίθεση, ρατσισμός σεξισμός» που άνοιξε στους κύκλους μας το πρόβλημα της τριπλής καταπίεσης, δεν μπορούμε πλέον να εφησυχάζουμε, να περιγράφουμε για άλλη μια φορά ότι δεν υφίσταται η βασική αντίθεση. Δεν αρκεί απλά η διαπίστωση, το πρόβλημα βρίσκεται τόσο στην διάσπαση σε επί μέρους περιοχές και την εξειδίκευση που προκύπτει από αυτό, όσο και στο ότι τα κομμάτια αυτού του παζλ δεν συντίθενται μετά σε μια συνολική εικόνα. Αλλά το πράγμα δεν τελειώνει εδώ.
Εδώ κατορθώνουμε να ξεριζώσουμε μόνο μερικές δυσκολίες. Είμαστε επίσης πολύ λίγοι και λίγες για να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό με ένα εκτεταμένο τρόπο. Στο συνέδριο του Αμβούργου είμαστε περισσότερες και περισσότεροι, και αν όλα πάνε καλά, θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε κατά τόπους κάτι σαν μια συλλογική νοημοσύνη. Μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει, να συσχετίσουμε τις πολλές διαφορετικές εμπειρίες και προοπτικές. Αλλά ένα σαββατοκύριακο είναι πολύ σύντομο ώστε να σκαρώσουμε μια εκτεταμένη στρατηγική. Τι είναι κριτική στο ύψος της εποχής; Πως κλέβουν στο παιχνίδι μερικοί από μας με ένα «καταστρέψτε τα όλα» κάπου – κάπου γύρω τους, στο ότι δεν θέλουν να καταργήσουν σαν τέτοια το κράτος, το κεφάλαιο την κοινωνικότητα, αλλά να τσακίσουν όλη την ανεξέλεγκτη συλλογικότητα σε μικρά κομματάκια για να την ξανασυνθέσουν με την δική τους αντίληψη; Μετασχηματισμός φυσικά. Πως κλέβουν στο παιχνίδι κάποιοι άλλοι από μας με όλο περισσότερο επεξεργασμένες αναλύσεις αυτών των διαδικασιών, για να ενεργούν σύμφωνα με αυτές τις διαπιστώσεις, όχι λιγότερο μονόπλευρα, κάπου γύρω τους;
Στόχος αυτού του συνεδρίου θα μπορούσε να είναι στο να συμφωνήσουμε σε δυο – τρία ζητήματα, που θα συζητήσουμε όλοι και όλες στην διάρκεια του επόμενου χρόνου. Συνδεμένο με αυτό, να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη δομή για αυτή την συζήτηση, που δεν σημαίνει τίποτα άλλο από το να αναπτύξουμε μια πρόταση οργάνωσης: τοπικές και υπερτοπικές συναντήσεις, μαζικά κύκλους συζητήσεων, κριτική ανατροφοδότηση των συζητήσεων στην δική μας δραστηριότητα, συμφωνία πάνω σε ένα κανάλι συζητήσεων. Πως θα γενικεύσουμε την συζήτηση, πως θα διαδώσουμε τις ιδέες και κείμενά μας, που θεωρούμε σημαντικά, για να έρθουμε σε μια κοινή βάση και να συλλογικοποιήσουμε την γνώση μας, ώστε να μπορέσουμε γενικά να συζητήσουμε για το ίδιο πράγμα. Για παράδειγμα, αιωρούμαστε μέσα σε κείμενα και παραπέρα κείμενα συζήτησης από αυτούς τους κύκλους – αλλά και άλλους – στο να παρουσιάζουμε σε κανονικές χρονικές αποστάσεις στα δικά μας μέσα μαζικής ενημέρωσης. Έχουμε έτσι και αλλιώς την άποψη ότι θα έπρεπε να επενδύσουμε περισσότερο χρόνο και ενέργεια στις δικές μας μορφές έκφρασης και μέσων, αντί να γλύφουμε τις αστικές εκθέσεις και αναφορές.
Μια τέτοια πρόταση οργάνωσης εμπεριέχει τον αναλογισμό σχετικά με τους εν δυνάμει συνταξιδιώτες. Υπάρχουν διάφοροι άνθρωποι που συναντάμε στον δρόμο που δεν ξαναβρίσκουμε όμως στις δομές μας. Οι αυτοοργανωμένες μας δομές είναι συχνά κλειστές και δίνουν την εντύπωση ελιτισμού. Για να γίνει κάποιος ή κάποια αποδεκτοί πρέπει να «έχει ξεκαθαρίσει» πολλά πράγματα, να γνωρίζει τους κώδικες και να συμπεριφέρεται αντίστοιχα. Υπάρχουν επίσης πιθανά άνθρωποι με τους οποίους θα επιθυμούσαμε να συζητήσουμε, αλλά δεν αισθάνονται να τους απευθύνεται ο ορισμός αυτόνομος. Εμείς οι ίδιοι και ίδιες είμαστε μπλεγμένοι. Οι αυτόνομοι έχουν μια στάση ευρείας απομόνωσης από την κοινωνία – και κατά παράδοξο τρόπο ταυτόχρονα ζωντανών επαφών με τους πράσινους και το κόμμα της αριστεράς, συνεντεύξεων τύπου και με ιδρύματα ερευνών. Από την άλλη πλευρά οι αυτόνομοι έχουν μια σχετικής αποφασιστικότητας και ασυμβίβαστης στάσης απέναντι στο κράτος και τον καπιταλισμό, μια στάση σύγκρουσης στον δρόμο, κάθε ορατής μαχητικότητας στο μαύρο μπλοκ ή σαν μη ορατής την νύχτα. Έχουν μια στάση για στρατηγικές της πρόκλησης και μια προοπτική της όξυνσης των κοινωνικών συσχετισμών – αλλά και της αναζήτησης επίσης πάντα για το διαφορετικό όλο. Για την δημιουργία και την αγωνιστική επαναϊδιοποίηση σχέσεων, ελεύθερων χώρων και δομών που διαφεύγουν που ξεφεύγουν σαν δυνατότητα από τον κρατικό έλεγχο, ώστε από αυτά τα νήματα, προοπτικά κάποτε, να δημιουργήσουμε έναν άλλο κοινωνικό δίκτυο. Εάν είναι αυτό, που οι άνθρωποι πάντα ακόμα συνδέουν με την έννοια της αυτονομίας, το βρίσκουμε εντάξει.
Και, παρά την δυσαρέσκεια, την οποία μέχρι τώρα δεν έχουμε τσιγκουνευτεί: Σε σύγκριση με άλλες πολιτικές δυνάμεις, οι αυτόνομοι και οι αυτόνομες, οι αναρχικοί και οι αναρχικές, στέκονται βέβαια πραγματικά αρκετά καλά. Σε αντιπαραθέσεις για τον πόλεμο και την ειρήνη, την παγκοσμιοποίηση, την γενετική τεχνολογία, ενάντια στην ατομική ενέργεια κλπ. οι θέσεις μας βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, και αυτό όχι μόνο στον δρόμο, αλλά και όσον αφορά τον προσδιορισμό του περιεχομένου. Σε συγκεκριμένα πεδία, που δεν είναι αμελητέα για την καθημερινή ζωή και επιβίωση – κοινή συγκατοίκηση και εργασία, ο αγώνας ενάντια στην αναδιάρθρωση των συνοικιών, στις οποίες ζούμε – είμαστε παρόντες και παρούσες και μετατρέπουμε σε εμπειρία την ιδέα του συλλογικού και της συνεργασίας: να αντιπαραθέσουμε κάτι στην λυπητερή και απομονωμένη ιδιώτευση της κοινωνίας της αξιοποίησης που κάποτε απλά έχει περισσότερη επιτυχία από κοινού. Και το να οργανωθούμε για αυτό είναι αυτό που μας απασχολεί εδώ, αφού αυτό το σύστημα για μας δεν μπορεί να είναι καμιά εναλλακτική λύση. Η προοπτική της ισόβιας μισθωτής εργασίας, ώστε μετά να ψοφήσουμε μόνοι και μόνες άρρωστοι και άρρωστες, είναι απλά φρικτή. Και, – ποιος άλλος χώρος μπορεί να υπάρξει από την συλλογικότητα που δημιουργεί τον εαυτό της για όλους αυτούς τους «χαμένους» που δημιουργεί αυτό το σύστημα; Κρατικές διαχειρίσεις της δυστυχίας και ιδρύματα πρόνοιας; Ιδρύματα κοινωνιολογικής έρευνας και προστατευμένες περιοχές; Νομίζουμε ότι πάντα ακόμα πρόκειται, στο να πλησιάσουμε το θέμα από τα κάτω. Στο να αντιληφτούμε τον εαυτό μας με όλο μας το σώμα σαν κομμάτι αυτού που προμηνύεται στους κοινωνικούς αγώνες, στο να ανακατευτούμε προσωπικά με όλη μας την ζωή στην επόμενη προσπάθεια να ανατρέψουμε τις κυρίαρχες σχέσεις.
Αυτό υπόσχεται ένα σύνολο από δυσκολίες.
Πολλοί από αυτούς με τους οποίους μιλάμε δεν βρίσκουν καθόλου λάθος αυτό που κάνουμε. Αυτό που οι ίδιοι και οι ίδιες σκέφτονται να μη μπορούν ή να μη θέλουν να κάνουν.