Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ιστορική Αναδρομή: "Kαταστολή και μεταπολίτευση: οι αόρατοι νεκροί της δημοκρατίας"
















































Τα τροχαία του πεζοδρομίου

Αν στα δικτατορικά καθεστώτα η εξολόθρευση των αντιφρονούντων δεν έχει κανένα πρόβλημα να εμφανίζεται ως η ακραία – έστω – εκδοχή της πάση θυσία διατήρησης του κοινωνικού και πολιτικού status quo, για τις δημοκρατίες ο χειρισμός των ανθρώπινων θυμάτων της κρατικής βίας είναι μια πολύ λεπτή υπόθεση. Η ίδια η έννοια του κράτους δικαίου προϋποθέτει ότι το μονοπώλιο της έννομης βίας οφείλει να ασκείται με φειδώ και μόνο επί αδίκων · τυχόν παρεκτροπές δε μπορεί παρά να οφείλονται παρά σε ατομικές “υπερβάσεις εξουσίας” των εντεταλμένων οργάνων ή ατυχείς συμπτώσεις. Για το νεαρό αφισοκολλητή, που σκοτώνεται από διερχόμενο αυτοκίνητο ενώ καταδιώκεται από αστυνομικούς, φταίει η απροσεξία του κι όχι η πρακτική της δίωξης του συγκεκριμένου τρόπου πολιτικής έκφρασης · για το λιώσιμο της φοιτήτριας έξω από το εργοστάσιο ευθύνεται η κακιά η ώρα κι όχι η δημιουργία “υγειονομικής ζώνης” στους χώρους δουλειάς προκειμένου να προστατευθεί η εργασιακή ειρήνη · για τους νεκρούς στις παρυφές μαζικών συγκρούσεων με την αστυνομία, τέλος, ας όψονται οι “εξτρεμιστές”, οι “προβοκάτορες”, οι “γνωστοί – άγνωστοι” και όσοι άλλοι προκαλούν τα ΜΑΤ και τη δημοκρατική ευαισθησία του περιβόητου “μέσου πολίτη”… Τα χρόνια που κύλησαν από την αποκατάσταση των κοινοβουλευτικών θεσμών στη χώρα μας έχουν να επιδείξουν πλείστα όσα παραδείγματα για του λόγου το αληθές. 
Περισσότερο από τις όποιες κυβερνητικές δικαιολογίες, ωστόσο, αυτό που παίζει καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή τους είναι η στάση κοινωνικών κινημάτων και πολιτικού κόσμου απέναντι στα θανατηφόρα κρούσματα του κρατικού αυταρχισμού. Ούτε η κινητοποίηση κάθε λογής μηχανισμών το 1963 ούτε η ασύστολη προβοκατορολογία επί Ιουλιανών εμπόδισαν εκατοντάδες χιλιάδες λαού να συνοδέψουν στον τάφο το Γρηγόρη Λαμπράκη και το Σωτήρη Πέτρουλα, μετατρέποντας τις νεκρώσιμες πομπές σε εκδηλώσεις καταγγελίας της παρακρατικής και της επίσημης κρατικής βίας. Το κλειδί λοιπόν για την κατανόηση της συλλογικής λήθης πρέπει να αναζητηθεί στη στάση των εκάστοτε αντιπολιτεύσεων ( κοινωνικών και πολιτικών), καθώς και στη βούληση ή τη δυνατότητα των χώρων προέλευσης των εκάστοτε θυμάτων να μετατρέψουν τα συγκεκριμένα κρούσματα σε πολιτικό θέμα.
Δυο στοιχεία που φαίνεται να κρίνουν την ανωνυμία ή την ηρωοποίηση των πεσόντων επί δημοκρατίας είναι, πρώτον, η αίσθηση συνέχισης μιας ιστορικής αγωνιστικής παράδοσης και, δεύτερον, η ενδεχόμενη συνάφεια του φόνου με κάποιο μαζικό κίνημα – παράγοντες που οδηγούν στην ταύτιση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων με το γεγονός. Η περίπτωση της ξεχασμένης, πρώτης νεκρής της Μεταπολίτευσης, είναι απ’ αυτή την άποψη εξαιρετικά διαφωτιστική. Παρόλο που σκοτώθηκε στο κέντρο της Αθήνας από αφηνιασμένο τεθωρακισμένο όχημα της αστυνομίας ( “αύρα”) κατά τη διάρκεια των μαζικών εργατικών ταραχών της 25ης Μαΐου 1976 κατά του ν.330, η 66χρονη πλανόδια μικροπωλήτρια (“ζητιάνα” τη χαρακτήρισε η επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση) Αναστασία Τσιβίκα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για ανάδειξή της σε σύμβολο της καταστολής του εργατικού κινήματος από το αστικό κράτος. Διαφορετικά ήταν τα πράγματα με την 21χρονη φοιτήτρια Σωτηρία Βασιλακοπούλου, μέλος της ΚΝΕ, που χτυπήθηκε θανάσιμα από αυτοκίνητο της βιομηχανίας ΕΤΜΑ ενώ μοίραζε προκηρύξεις στους εργάτες. Το ηρωικό κλίμα που καλλιεργήθηκε γύρω από το θάνατό της περιγράφει με εξαιρετικά εύγλωττο τρόπο ο πρώην γραμματέας της οργάνωσης: “Η ΚΝΕ έδινε τη δικιά της θυσία αίματος ενάντια στα μονοπώλια και την ασυδοσία τους. Ομως το φοβερό γεγονός δεν φόβισε τα μέλη της ΚΝΕ. Αντίθετα τα ατσάλωσε. Πολλοί, που για ένα διάστημα είχαν ξεκοπεί ή είχαν χαλαρούς δεσμούς με την οργάνωση, ζήτησαν πιο δραστήρια να συμμετέχουν στη ζωή και στην πάλη που ανέπτυσσε η ΚΝΕ. Νέοι πρωτοπόροι αγωνιστές εντάχθηκαν στις γραμμές της μέχρι το τέλος του ’80″ (Σπύρου Χαλβατζή “Η πορεία της νεολαίας”, Σύγχρονη Εποχή 1986, σ.202-3).
Λίγους μήνες αργότερα, το μαζικό αιματοκύλισμα της πορείας για την 6η επέτειο του Πολυτεχνείου από τα ΜΑΤ πρόσφερε τη σαφέστερη ένδειξη της αλλαγής των καιρών. Απασχολημένοι με την καταμέτρηση των σπασμένων βιτρινών, ο Τύπος και τα περισσότερα κόμματα πέρασαν σχεδόν στο απυρόβλητο το γεγονός της δολοφονίας δυο νέων ανθρώπων από αστυνομικά γκλόμπς. “Χάθηκαν για πάντα, πριν ακόμα θαφτούν, η Ματούλα Κανελλοπούλου κι ο Ιάκωβος Κουμής”, σχολίαζε σοκαρισμένος ο Γιώργος Βότσης από τις στήλες τούτης εδώ της εφημερίδας ( 23/11/80), ενώ το “Αντί” επισήμαινε “την πρόσθετη τραγικότητα της ανωνυμίας και της σιωπής που τους τύλιξε”: “Ούτε καν σαν σύμβολα διεκδικήθηκαν, ούτε κάν μνημονεύτηκαν σαν άτομα στις ανακοινώσεις κομμάτων και οργανώσεων, λές κι ήταν θύματα σεισμών…” Τη σαφέστερη ερμηνεία του φαινομένου έδωσε, με σχόλιό του στο περιοδικό “Αντιθέσεις” (11-12/80, σ.4-5), ο Πέτρος Ευθυμίου: “Η αντιπολίτευση με τη σειρά της, στο μπλοκ των αυτόνομων διαδηλωτών αναγνώρισε ένα θολό μοντέλο μιας άλλης δυνητικής διεξαγωγής του πολιτικού παιγνίου: εκείνης δηλαδή όπου ο `λαός’ μπορεί να μην είναι `μαζί μας’ αλλά και εναντίον μας. Ο κ. Παπανδρέου αισθάνθηκε την κρυφή αλληλεγγύη του συμμέτοχου στην εξουσία όταν κάλυπτε χωρίς όρους τη βαρβαρότητα των ΜΑΤ τη νύχτα της Κυριακής. Γιατί οι λίγες χιλιάδες “εξτρεμιστές” μπορεί να ήταν το προείκασμα εκείνων που συγκρούονταν του χρόνου με την αστυνομία της Πασοκικής κυβέρνησης. (…) Κατά τα άλλα, η Κανελοπούλου κι ο Κουμής ταξιδεύουν μόνοι, παράξενα ερωτηματικά και αδιεκδίκητα σημεία μιας κοινωνίας χωρίς πρόσωπα, μιας Πολιτείας χωρίς φυσιογνωμία, μιας Αριστεράς εν απουσία…”
Πέντε χρόνια αργότερα, όταν έπεφτε ο επόμενος νεκρός του Πολυτεχνείου, ο συγγραφέας των παραπάνω γραμμών ήταν πιά κρατικό στέλεχος κι η οπτική του γωνία σαφώς διαφορετική · τα πράγματα εξακολουθούσαν ωστόσο να κυλάνε προς την κατεύθυνση που αυτός είχε επισημάνει. Αρκεσαν η “ανησυχία” της ηγεσίας της ΓΣΕΕ κι από ένα τηλεφώνημα του Ακη Τσοχατζόπουλου στις ηγεσίες των δυο κομμουνιστικών κομμάτων για να ακυρώσει η ΕΦΕΕ την προγραμματισμένη πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά ( διαφωνώντας με την καθοδήγηση του ΚΚΕσ., η ΕΚΟΝ “Ρήγας Φεραίος” ήταν η μόνη από τις πολιτικές νεολαίες που αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την αναδίπλωση). Εμειναν έτσι μονάχα οι “αριστεριστές” κι οι “αναρχοαυτόνομοι” να διεκδικούν το δικό τους νεκρό και την τιμωρία του δολοφόνου αστυνομικού. Η υπόθεση έκλεισε με το ουσιαστικό τέλος της Μεταπολίτευσης, επί Οικουμενικής κυβερνήσεως.
Οσο λιγότερο διεκδικήσιμα είναι λοιπόν τα θύματα των κατασταλτικών μηχανισμών, τόσο πιο αναλώσιμα μπορούν να θεωρηθούν από τους δυνάμει φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς. Τραγική επιβεβαίωση του κανόνα αποτελούν οι επιδόσεις των τελευταίων χρόνων: Αλβανοί και άλλοι αλλοδαποί μετανάστες, “αντικοινωνικοί” – ή απλώς ανώνυμοι – νέοι που έτυχε να προκαλέσουν τη μοιραία προσοχή κάποιου οργάνου… Ανθρωποι τους οποίους κανένα κίνημα δεν πρόκειται εύκολα να νοιώσει δικούς του, πεσόντες από κοινωνικούς χώρους δίχως προσβάσεις στα δίκτυα της πολιτικής διαμεσολάβησης και των ΜΜΕ. Που όταν χάνονται μέσα στη γενική αδιαφορία, ωστόσο, η ουσία της δημοκρατίας μας όλο και λιγοστεύει.



ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΩΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΔΕΙΞΗ "ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ":