Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

"Η ηθική χρειάζεται έναν άλλο τόπο για να ριζώσει και να ανθίσει" μια επστολή του Raúl Zibechi προς τους Ζαπατίστας


φωτογραφιες από το ταξίδι-αλληλεγγύης του Κενού Δικτύου στην Τσιαπας























Φεβρουάριος του 2011:
Φίλε Ραούλ: Χαιρετισμούς. Διαβάσαμε μερικά από τα τελευταία σου γραπτά και πιστεύουμε ότι είμαστε συντονισμένοι στον ίδιο μήκος κύματος. Γι’ αυτό θα θέλαμε να σε προσκαλέσουμε να ενωθείς και να συνεισφέρεις σχετικά με το θέμα της Ηθικής και Πολιτικής. Θερμά. SupMarcos.


Στην πρόσκληση του Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μάρκος, ο Ραούλ Ζιμπέκι, από την Ουρουγουάη, ανταποκρίνεται στην ανταλλαγή επιστολών σχετικά με την Ηθική και την Πολιτική. Με αυτή την επιστολή συμμετέχει στη συζήτηση.

Γράμμα προς τον EZLN
Μάρτιος 2011
Προς: 
Εξεγερμένο Υποδιοικητή Μάρκος - Ζαπατιστικό Στρατό για την Εθνική Απελευθέρωση
Από: Ραούλ Ζιμπέκι

Θερμό αγκάλιασμα προς τις και τους συντρόφους Ζαπατίστας από αυτή τη γωνιά της νοτιοαμερικανικής ηπείρου. Και ένα εγκάρδιο αγκάλιασμα σε αυτά τα μικρά κορίτσια και αγόρια που υποφέρουν από τον πόλεμο από-τα-πάνω, έναν πόλεμο στον οποίο κατευθύνονται στροβιλιζόμενοι συντηρητικοί και προοδευτικοί, δεξιοί και ψευδο-αριστεροί που μοιράζονται από κοινού την απέχθεια –και το φόβο– για όλους τους από κάτω. Που τους αποδέχονται μόνο ως παθητικό πλήθος στις παρελάσεις τους –τις οποίες τώρα αποκαλούν πορείες διαμαρτυρίας– και πάνω απ’ όλα στην ιερή ημέρα που θα φτάσουν στην κάλπη.
Στο μέτρο που ο κόσμος, η ήπειρός μας και οι δικοί μας διαφορετικοί από-κάτω αισθάνονται κάθε φορά και πιο επηρεασμένοι από τους πολλαπλούς πολέμους από-τα-πάνω –τον πόλεμο της πείνας για την κερδοσκοπία πάνω στην τροφή, τον πόλεμο της ενημερωτικής σιωπής για να μας αγνοήσουν, τον πόλεμο της κοινωνικής πολιτικής για να μας εξημερώσουν και τον πόλεμο, πόλεμο με σφαίρες και κανόνια για να μας εξαφανίσουν σκοτώνοντάς μας– γίνεται πιο επείγον να χαράξουμε «σύνορα» ανάμεσα στους πιο διαφορετικούς «εμείς» και στους πιο διαφορετικούς «εκείνοι», παρά τον κίνδυνο να καταλήξουμε σε κάποια δυσάρεστη έκπληξη.
Με κάθε άλμα προς τα εμπρός της παγκόσμιας εξέγερσης των από-κάτω, όταν πλήθη οπλισμένα με πέτρες βρίσκονται αντιμέτωπα με στρατιωτικά ελικόπτερα και κυνηγητό βομβαρδισμών, έρχεται η σειρά της ερώτησης: «με ποια πλευρά;», «με ποιους;» Ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν μόνο με την καρδιά και το πιο πρωταρχικό αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, αν και βλέπουμε κάθε μέρα αυτούς που κάθονται στα βάθρα από-πάνω να υπολογίζουν κέρδη και ζημιές με μέτριες λογικές που χρησιμεύουν για να εξηγήσουν το κάθετι, επειδή μερικές λέξεις, όπως έλεγε ο León Felipe[1] για τη δικαιοσύνη, αξίζουν λιγότερο, άπειρα λιγότερο και από τα ούρα των σκύλων.
Όταν οι χιλιάδες και τα εκατομμύρια κερδίζουν τους δρόμους, όπως έκαναν τον Ιανουάριο του 1994 στο Μεξικό ή στο Río de la Plata το 2001, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά το να γιορτάσεις, να συντροφέψεις, να αφήσεις τις δουλειές που κάνεις και να βγεις συμμετέχοντας στις χαρές και τους πόνους. «Και μετά τι;», ήταν η ερώτηση με την οποία μας πυροβολούσαν οι σοφοί αναλυτές και οι ηγέτες της αριστεράς. Μετά, ποτέ δεν ξέρεις. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι: τώρα, και φτάνει πια.
Όσο τα νερά είναι ήρεμα, τα περιθώρια της κερδοσκοπίας φαρδαίνουν μέχρι να γίνουν ωκεανοί λόγων• λέξεις και άλλες λέξεις προφέρονται η μια μετά την άλλη, συνέχεια και συνέχεια, επειδή δεν συνδέονται με τα γεγονότα, τις πράξεις, τις αποφάσεις, τις δεσμεύσεις. Είναι, δηλαδή, λέξεις. Όπως αυτές των πολιτικών από-τα-πάνω, που ανταποκρίνονται στις ατομικές ιδιοτροπίες και τα συμφέροντα.
Αλλά όταν τα νερά αναταράσσονται, όταν τα κύματα γίνονται τρικυμία, τίποτε πια δεν μένει στη θέση του. Οι χρόνοι των υπολογισμών και της κερδοσκοπίας δίνουν τη θέση τους σε απαντήσεις σχεδόν αυτόματες, και είναι τότε που κάθε ομάδα ανταποκρίνεται σύμφωνα με τις αξίες που καλλιέργησε. Στις κρίσεις, όπως και στα ναυάγια, υπάρχουν μόνο συλλογικές έξοδοι, για τον απλό λόγο ότι στην ατομική λύση δεν χωράνε όλοι. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα που προσφέρουν οι εξεγέρσεις που συνταράζουν τον κόσμο.

Ένα σύστημα σε αποσύνθεση
 
Μπορούμε να καταβάλλουμε κάθε δυνατή διανοητική προσπάθεια που χρειάζεται για να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει στον κόσμο. Να συλλέξουμε στοιχεία, να τα κατηγοριοποιήσουμε, να τα αναλύσουμε, να τα θέσουμε προς διάψευση μέχρι να περικυκλώσουμε μια υπόθεση σχετικά με αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση και που μοιάζει κάθε φορά περισσότερο με ένα συστημικό χάος.
Πώς να κατανοήσουμε την κρίση του συστήματος; Λένε πως υπάρχουν νόμοι που κυβερνούν την οικονομία, που παρουσιάζουν τάσεις και αλάνθαστες ενδείξεις ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο κατά την οποία το κεφάλαιο συναντά περιορισμούς στην συσσώρευσή του. Και υπάρχουν άλλες θεωρίες που λένε ότι η πτώση του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη και ότι ο κόσμος του ενός πόλου, δηλαδή ο κόσμος που έχει ως κέντρο του την ηγεμονία μιας μόνο χώρας, των ΗΠΑ, δεν μπορεί να επιβιώσει.
Κατά τη γνώμη ορισμένων, και μπορεί να κάνουμε λάθος, αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ένα ¡Ya Basta!, μαζικό, ωμό και γενικευμένο από τους από-κάτω απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου. Η κρίση είναι: όταν γυναίκες και νέοι, παιδιά, αγρότες και εργάτες, ιθαγενείς και φοιτητές/μαθητές πια δεν αντέχουν άλλο και οι αγώνες τους γίνονται τόσο δυνατοί που οι από-πάνω, τα αφεντικά του κεφαλαίου, αρχίζουν να μεταφέρουν τα λεφτά τους σε πιο σίγουρους τόπους. Και αυτό που εξοπλίζουν είναι ένα γιγάντιο καζίνο όπου παίζουν για να κερδίσουν χρήματα ο ένας καπιταλιστής από τον άλλο, επειδή οι από-κάτω δεν τους επιτρέπουν πια να τους κλέβουν και να τους εκμεταλλεύονται τόσο εύκολα.
Οι Giovanni Arrighi και Beverly Silver λένε στο έργο τους που καλύπτει πέντε αιώνες της ιστορίας του καπιταλισμού, Χάος και τάξη στο σύστημα του μοντέρνου κόσμου, ότι αυτή η κρίση έχει ένα χαρακτηριστικό πολύ διαφορετικό από τις προηγούμενες. Τώρα η πάλη των από-κάτω είναι τόσο ισχυρή που από μόνη της βάζει σε κρίση το σύστημα. Αυτό συνέβη σε όλη τη Λατινική Αμερική, από το Caracazo[2] το 1989 μέχρι τον δεύτερο πόλεμο του φυσικού αερίου στη Βολιβία το 2005 και την Κομούνα της Οαχάκα το 2006. Δεν ήταν οι «αντικειμενικοί νόμοι» αυτοί που οδήγησαν σε κρίση το σύστημα κυριαρχίας, οι άνθρωποι στους δρόμους ήταν αυτοί που κατέστρεψαν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.
Αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση μοιάζει με έναν τυφώνα που μας επηρεάζει όλους και όλες. Δεν υπάρχει λαός ούτε κοινωνική ομάδα που εξαιρείται και πολλά από τα εργαλεία που έχουν κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια των αιώνων αντίστασης παραμένουν άχρηστα. Όχι μόνο οι προηγούμενες, οι «ιστορικές» οργανώσεις των από-κάτω, αλλά και ένα μέρος των καινούργιων, αυτά που ονομάζουμε κοινωνικά κινήματα, έχουν μετατραπεί σε καθαυτό σκοπούς, σε ομάδες που καθοδηγούνται από τη λογική της επιβίωσης. Από αδράνεια, ή οποιουσδήποτε άλλους λόγους, ένα μέρος από αυτό που επινοήθηκε για αντίσταση δεν χρησιμεύει για αντίσταση αυτή την περίοδο που όλα αποσυντίθενται. Και ο κόσμος ακόμα αποσυντίθεται. Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να επινοήσουμε ξανά τα εργαλεία μας για αντίσταση και καινούργιους κόσμους.
Τι να πούμε για τις θεωρίες, τις ιδεολογίες και τις επιστημονικές αναλύσεις. Οι προβλέψεις των κοινωνικών και πολιτικών «αναλυτών» μοιάζουν αυτή τη στιγμή μετεωρολογικές, και στο μόνο που πέφτουν μέσα είναι να λένε τι ώρα βγαίνει ο ήλιος και το φεγγάρι, όλο το υπόλοιπο είναι αβέβαιο. Οι κοινωνικοί «αναλυτές», όπως φαίνεται, δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των προγνωστικών τους. Δεν προτάσσουν το σώμα τους μαζί με την ανάλυσή τους.
Τι κάνει ένας καπετάνιος όταν οι χάρτες πλοήγησης εμφανίζονται λανθασμένοι, όταν οι πυξίδες και τα ρολόγια και οι εξάντες δεν δείχνουν με την ακρίβεια του παρελθόντος; Και τι κάνουν οι εξεγερμένοι όταν πια τίποτε δεν μπορεί να αναμένεται από τα Κράτη και τους θεσμούς, τα κόμματα και τις οργανώσεις που μιλούν για αλλαγή και επανάσταση αλλά στην πραγματικότητα ψάχνουν τον καλύτερο τρόπο να βολευτούν σ’ αυτόν τον κόσμο;
Μπορούμε να εμπιστευτούμε την ηθική ως στήριγμα και οδηγό των κινημάτων μας, των επιλογών μας, ως ματσέτα για να ανοίξουμε μονοπάτια;

Είναι δυνατόν να ενώσουμε την ηθική με την πολιτική

 
Οι Ζαπατίστας προτείνουν να ανοίξει ένας διάλογος/ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την ηθική και την πολιτική. «Είναι δυνατόν να φέρουμε την Ηθική στον πόλεμο;» μας ρωτά ο Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος στο γράμμα του προς τον Luis Villoro. Μπορούμε να επεκτείνουμε την ερώτηση για να συμπεριλάβουμε την πολιτική. Η Ηθική και η Πολιτική μπορούν να συμπλεύσουν; Δεν είναι τόσο προφανής η απάντηση.
Πώς θα ήταν; Θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί να βάζει μερικές δόσεις ηθικής σε κάποιο από τα κόμματα που κατέχουν υπουργεία; Ή στις αίθουσες των βουλευτών και των γερουσιαστών; Πόση; Μέχρι να γεμίσουν πόσες σελίδες λόγων; Ποια πρέπει να είναι η απαραίτητη δόση ηθικής για να απομακρύνει δεκαετίες πρακτικών που κατευθύνονται από τους μικροπρεπείς υπολογισμούς των κερδών που μετριούνται σε θέσεις, ταξίδια και εξωφρενικούς μισθούς; Είναι φανερό ότι εκεί επάνω η ηθική έχει αποσιωπηθεί ή αποτελεί απλώς λεκτικό επιχείρημα. Είναι δύο διαστάσεις που κατοικούν διαφορετικούς κόσμους και που δεν μπορούν ούτε να συνομιλήσουν ούτε να γίνουν κατανοητοί.
Μια κρύα νύχτα του 1995 ο διοικητής Tacho απευθύνθηκε στο πλήθος στην πλατεία του Σαν Αντρές για να εξηγήσει αυτό που είχε συζητηθεί εκείνη την ημέρα με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης, στις συζητήσεις που κατέληξαν τελικά στις Συμφωνίες του Σαν Αντρές. «Μας ζήτησαν να τους εξηγήσουμε τι είναι η αξιοπρέπεια», είπε, προκαλώντας ένα ξέσπασμα γέλιου. Με την ηθική συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Υπάρχει ή δεν υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να εξηγηθεί, αν και έχω δει ολόκληρες βιβλιοθήκες να προσποιούνται ότι την αναλύουν.
Η ηθική χρειάζεται έναν άλλον τόπο για να ριζώσει και να ανθίσει. Κι αυτός ο τόπος είναι κάτω και προς τα αριστερά, εκεί όπου έχει γεννηθεί ένας άλλος τρόπος να κάνουμε πολιτική, όπου η λέξη είναι δεμένη με τη ζωή και η ζωή είναι τα ωμά συμβάντα, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, τα συμβάντα όλων των ημερών των από κάτω. Αυτή η άλλη πολιτική, γεννιέται στο υπέδαφος για να παραμείνει εκεί, είναι η πολιτική που δεν ψάχνει σκάλες για να φτάσει επάνω αλλά γέφυρες και βάρκες για να φτάσει στους άλλους από κάτω και ανάμεσα στους από κάτω να χτίσει έναν άλλο κόσμο. Αυτή η πολιτική είναι ηθική και μόνο αυτή μπορεί να το κάνει.
Η βάρκα της πολιτικής από-τα-πάνω, που είναι ίδια με την πολιτική αυτών που θέλουν να φτάσουν επάνω, έχει πάνω στο τιμόνι της μια τεράστια πυξίδα που πάντα δείχνει προς έναν βορρά που ονομάζεται πραγματισμός ή ρεαλισμός. Και είναι η τέχνη του να παίζεις με τα δεδομένα που υφίστανται, με την «συσχέτιση δυνάμεων» (το πολυφορεμένο κλισέ της αριστερά από-τα-πάνω), και την πραγματική πραγματικότητα. Ο πραγματιστής και ο ρεαλιστής μετράει με εξαιρετική ακρίβεια την κατάσταση, την ξεσκίζει για να ρουφήξει όλο το χυμό, για να παίξει μαζί της το παιχνίδι της τοποθέτησης των πιονιών του σκακιού στο τραπέζι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ανάλογα με τα συμφέροντά του. (Βλέπε σχετικά ότι ο πολιτικός από-τα-πάνω δεν διαχωρίζει ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία και χρησιμοποιεί τις ίδιες έννοιες και για τις δύο σφαίρες).
Ο πραγματιστής και ρεαλιστής πολιτικός, όταν οι λαοί ξεσηκώνονται, όταν προτάσσουν το σώμα στις σφαίρες και τα κανόνια του τυράννου, δεν ανοιγοκλείνει ούτε καν το βλέφαρο για το αίμα που χύνεται. Περιορίζεται στο να υπολογίζει ποιοι μπορούν να ωφεληθούν και ποιοι ζημιώνονται από την πτώση του τυράννου και το θρίαμβο των εξεγερμένων. Κάνει τους υπολογισμούς του με την ζέση και την ίδια αηδιαστική αδιαφορία που κάνει και τους εκλογικούς υπολογισμούς.
Παραιτείται, έτσι, από τη δημιουργία ενός νέου κόσμου. Που δεν μπορεί να είναι μια απλή ανατοποθέτηση των ήδη υφιστάμενων πιονιών αλλά κάτι εντελώς άλλο, ένα διαφορετικό παιχνίδι. Το να διαχειρίζεται κανείς αυτό που υπάρχει, το να παίζει με τα πιόνια του συστήματος, σημαίνει να δέχεται τους κανόνες του συστήματος και αυτοί οι κανόνες ονομάζονται, δευτερευόντως, εκλογές. Αρχικά σημαίνει να υποτάσσεται στη βία των από πάνω, αυτό που ονομάζουν μονωπόλιο-της-νόμιμης-βίας. (Οι ζαπατίστας την υφίστανται καθημερινά, είναι μια βία ωμή και δεν αξίζει να επεκταθούμε αυτή τη στιγμή). Η άλλη πολιτική, η ηθική πολιτική, αρνείται τα πιόνια και τους κανόνες του παιχνιδιού που μας θέλει να παίζουμε την πολιτική των από πάνω.
Με ποια πιόνια οργανώνει το παιχνίδι του νέου κόσμου η άλλη πολιτική;
Στην άλλη πολιτική, κάτω και προς τα αριστερά, δεν υπάρχουν πιόνια ούτε παιχνίδι, εκτός και αν την πρόταξη του σώματος ονομάζεται παιχνίδι.

Ηθική είναι η πρόταξη του σώματος
 
Λένε οι ζαπατίστας ότι η κριτική σκέψη έχει υποχωρήσει εκ νέου μπροστά στην επείγουσα κατάσταση των αποφάσεων της στιγμής. Στη θέση της κερδίζει έδαφος το εκλογικό μάρκετινγκ. Το να σκέφτεσαι κριτικά δεν είναι τίποτε άλλο από το να σκέφτεσαι ενάντια σε σένα τον ίδιο, ενάντια σε αυτό που είμαστε ή κάνουμε, όχι για να σταματήσουμε να είμαστε ή να κάνουμε αλλά για να αναπτυχθούμε και να προχωρήσουμε. Η κριτική σκέψη δεν μπορεί να βολευτεί στον τόπο που έχει κατακτήσει, όσο ενδιαφέρον κι αν έχει αυτός.
Τώρα η αριστερά και οι «διανοούμενοι Petrobras» (αυτοί που επιδοτούνται για τα βιβλία τους από τις προοδευτικές πολυεθνικές και τοποθετούν το logo της εταιρίας στο εξώφυλλο) ασχολούνται με τον εξωραϊσμό των υποτιθέμενων έργων των προοδευτικών κυβερνήσεων. Η «κριτική σκέψη» τους είναι κάτι περισσότερο από περίεργη: ασκούν κριτική στον Ιμπεριαλισμό του Βορρά, σαν μην υπάρχει αντίστοιχος στο Νότο, και στην «ακροαριστερά» η οποία, όπως λένε, εργάζεται για τη δεξιά. Ολόκληροι λαοί έχουν υποταχθεί στην Petrobras[3], που διψάει για κέρδη ώστε να γίνει η πρώτη πετρελαϊκή εταιρεία στον κόσμο (τώρα πια η δεύτερη). Αυτοί οι διανοούμενοι μιλούν για κριτική σκέψη και για χειραφέτηση σαν να μην ξέρουν ότι οι εταιρείες που τους επιδοτούν είναι βαμμένες με αίμα.
Για εμάς η κριτική σκέψη πάντα ήταν και θα είναι αυτοκριτική. Είναι ο τρόπος να επιδιορθώσουμε αυτό που είμαστε, να βελτιωθούμε, να γίνουμε καλύτεροι, πιο αληθινοί. Ποτέ δεν είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό που κάνουμε γιατί πάντα θέλουμε να φτάσουμε πιο μακριά. Όχι από ζήλο για τελειότητα ούτε από αντεκδίκηση. Οι από κάτω χρειάζονται αυτή την κινητήρια δύναμη που είναι η κριτική/αυτοκριτική γιατί δεν μπορούν να βολευτούν στον τόπο που κατέχουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι μια σκέψη επιστημονική με την ακαδημαϊκή έννοια, επειδή δεν την αξιολογούν οι άλλοι ακαδημαϊκοί αλλά ο ίδιοι οι κοινοί άνθρωποι, οι από κάτω που οργανώνονται σε κινήματα.
Η κριτική σκέψη είναι μια σκέψη σε μετάβαση που δεν τείνει να παγιώνεται αλλά παραμένει η ίδια σε κίνηση και όχι μόνο μαζί με τα κινήματα. Δεν αποτελεί αυτοσκοπό, γιατί οφείλει να υπηρετεί όσους βρίσκονται κυρίως σε αντίσταση οι οποίοι πάντα αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις. Αν όχι, τι νόημα έχει η σκέψη; Δεν γραπώνεται στις ιδέες που διαμορφώνει σε μια δεδομένη στιγμή, είναι πρόθυμη να τις τροποποιήσει επειδή δεν θέλει να έχει δίκιο για είναι κάτι περισσότερο από τους άλλους, θέλει να είναι μαζί με όλους.
Είναι μια σκέψη σε ανοιχτό ουρανό, που γεννιέται και μεγαλώνει κοντά στους χώρους αντίστασης. Δεν χωράει στις ακαδημίες ούτε στα θερμαινόμενα/ψυχόμενα γραφεία και δεν εξαρτάται από προϋπολογισμούς. Εάν είναι αληθινή, αν είναι ειλικρινής και με δέσμευση, προτάσσει το σώμα μαζί με τις ιδέες και τις συλλογιστικές. Δεν σκέφτεται ούτε στέλνει άλλους στο μέτωπο, όπως οι δειλοί στρατηγοί των στρατών που ξοδεύουν εκατομμύρια δολάρια σε drones, αυτά τα αεροπλάνα χωρίς πλήρωμα που καταστρέφουν περιοχές χωρίς να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή όσων επιτίθενται. Για αυτόν που διεξάγει τον πόλεμο, είναι απλώς ένα βιντεοπαιχνίδι: χειρίζονται τα drones από μόνιτορ από άλλη ήπειρο, προς το παρόν από τις ΗΠΑ. Για αυτόν που υποφέρει είναι μια απρόσωπη γενοκτονία.
Η κριτική σκέψη, που είναι μια ηθική σκέψη, δεν μπορεί να είναι ένα βιντεοπαιχνίδι όπου ο πολιτικός βάζει τις ιδέες και οι υπόλοιποι προτάσσουν το σώμα. Στις τελευταίες σελίδες της νουβέλας του Alejo Carpentier, «Ο αιώνας των φώτων», η Σοφία βγαίνει στο δρόμο στη Μαδρίτη που έχει ξεσηκωθεί ενάντια στα στρατεύματα του Ναπολέοντα στις 2 Μαΐου του 1807. Ο Esteban προσπαθεί να την εμποδίσει επειδή αυτό είναι σίγουρος θάνατος: κανόνια και τουφέκια ενάντια σε κραυγές και μαχαίρια. Και οι δύο υποφέρουν από την προδοσία των ιδανικών της Γαλλικής Επανάστασης:
– Πάμε εκεί!
– Μην είσαι ηλίθια, εκεί βομβαρδίζουν. Δεν πρόκειται να κάνεις τίποτε μ’ αυτά τα παλιοσιδερικά.
– Μείνε αν θέλεις. Εγώ πάω!
– Και πας να παλέψεις για ποιον;
– Γι’ αυτούς που έχουν βγει στους δρόμους. Πρέπει να κάνουμε κάτι.
– Τι;
– Κάτι!

Η ηθική ως κριτική σκέψη και το αντίστροφο
 
Για να πλεύσεις μαζί με το ρεύμα, για να αφεθείς να σε πάρει χωρίς μεγάλη προσπάθεια, δεν χρειάζεται ούτε σκέψη ούτε ηθική. Τι νόημα έχει η κριτική και η ηθική εάν όλα συνίστανται στο να ακολουθείς το ρεύμα; Αν το μονοπάτι έχει χαραχθεί, όπως λέει το τραγούδι ενός φίλου ουρουγουανού, και μας μένει μόνο να το διαβούμε και ο δρόμος είναι μάλιστα κατηφορικός, η κριτική είναι μια ανοησία και η ηθική, στην καλύτερη περίπτωση, διακοσμητικό στοιχείο. Η κριτική μας σπρώχνει να βγούμε από το δρόμο, να ψάξουμε πλαγιές απόκρημνες, να λασπωθούμε μέχρι τα αυτιά. Η ηθική δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον κομφορμισμό.
Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για εκείνες τις πολιτικές πρακτικές που καθοδηγούνται από ηγέτες που συγκεντρώνουν όλη τη γνώση και όλη την εξουσία και τους οποίους οφείλουμε να ακολουθούμε τυφλά. Όποιος γνώρισε από κοντά την εμπειρία του Serdero Luminoso[4] στο Περού, μπόρεσε να καταλάβει ότι η σχέση ανάμεσα στα «επαναστατικά» αφεντικά και στους στρατευμένους της βάσης αναπαρήγαγε πιστά την κάθετη και αυταρχική σχέση ανάμεσα στους φεουδάρχες ιδιοκτήτες γης και τους εργάτες του αγροκτήματος. Εκεί δεν υπήρξε ποτέ αλλαγή, μόνο αναπαραγωγή των σχέσεων καταπίεσης, που είχαν ως κέντρο το «κόμμα της πρωτοπορίας» και του οποίου οι καπετάνιοι πλοηγούσαν σπρωγμένοι από τον άνεμο της ιστορίας.
«Τίποτα δεν διέφθειρε περισσότερο την γερμανική εργατική τάξη από την ιδέα ότι αυτή κολυμπούσε με το ρεύμα», έγραφε ο Walter Benjamin στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Οι γυναίκες και οι ιθαγενείς, που δεν ενσωματώνονταν σ’ αυτή τη μεγάλη Ιστορία, χάραξαν το δικό τους δρόμο κόντρα στο ρεύμα και γι’ αυτό μετατράπηκαν σε υποκείμενα της ζωής τους. Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι η εκλογική πολιτική είναι η διάδοχη πίστη αυτής της κομφορμιστικής παράδοσης στην οποία δεν χρειάζεται να προτάξει κανείς το σώμα, μόνο να ρίχνει ένα χαρτί στην κάλπη κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια;
Στη φράση του Benjamin, το υποκείμενο δεν είναι «αυτή», η εργατική τάξη, αλλά η ιστορική κίνηση, όπως σε άλλες εμπειρίες είναι το κόμμα ή ο υπέρτατος ηγέτης. Ο αλάνθαστος. Όσοι προερχόμαστε από τη μαρξιστική/μαοϊκή εμπειρία ξέρουμε κάτι από αυτό. Τα υποκείμενα ποτέ δεν ήταν οι αγρότες με σάρκα και οστά, μόνο ο Μεγάλος Ηγέτης, το Κόκκινο Βιβλίο (ή ήταν πράσινο;) ή η ανώτερη Διεύθυνση. Οι κοινοί άνθρωποι, στους οποίους πάντα αναφερόμαστε ως «μάζα», ήταν αυτό: μαλακή εύπλαστη ύλη για τη Διεύθυνση και/ή τη σωστή πολιτική γραμμή. Στην μάζα ποτέ δεν ξέρουμε να βλέπουμε πρόσωπα, ποτέ δεν εμφανίζεται ένας Γέρο-Antonio ή μια μικρή με το όνομα Patricia, άντρες και γυναίκες αληθινοί με σκέψεις, παραδόσεις, ταυτότητες, με τις οποίες θα θέλαμε να έρθουμε σε διάλογο και να τις κατανοήσουμε. Τα περιορισμένα συγκεκριμένα ονόματα που εμφανίζονται στους βασικούς λόγους του Μεγάλου Ηγέτη είναι ονόματα ξένων ή καλύτερα άλλοι ηγέτες από τα ψηλά. Ποτέ ο κοινός, ποτέ ο από κάτω.
Κατά συνέπεια, καταπιανόμαστε να ακολουθούμε τα βήματα των «μεγάλων», των πραγματικά σημαντικών, των ιστορικών αφεντικών (αρσενικών, φωτισμένων, επιδέξιων στο χειρισμό της ειδικής γλώσσας). Κάθε φράση από τους ηγέτες διαβαζόταν και ξαναδιαβαζόταν μέχρι να βγει κάποιο εξαιρετικό νόημα, κάθε χειρονομία μελετιόταν, κάθε φωτογραφία γινόταν αντικείμενο λεπτομερούς σπουδής, και αυτή η άσκηση –το να κοιτάς πάντα προς τα πάνω– φυλάκισε την ικανότητά μας να βλέπουμε, να ακούμε, να αισθανόμαστε τις χαρές και τους πόνους των από κάτω. Όλων αυτών που δεν διέθεταν έναν εξευγενισμένο λόγο και δεν σύχναζαν στους τόπους και τους τρόπους της εξουσίας. Αυτοί, και αυτές, ήταν τόσο αόρατοι για τους «επαναστάτες» όπως ακριβώς ήταν για τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους. (Αν επεκτείνομαι σχετικά με αυτή την παράδοση δεν είναι επειδή είναι η εξαίρεση, αλλά επειδή πονάει, πληγώνει και το να κρατηθεί ζωντανός αυτός ο πόνος είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω για να μην επαναληφθεί).
Αυτή η επώδυνη παράδοση φτάνει ως τις μέρες μας και προσλαμβάνει μορφές πολύ πιο ωραιοποιημένες και εξευγενισμένες, απρόσωπες και επιστημονικές. Ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς: υπογραφές και στοιχεία αντικειμενικά που αποκρύπτουν την ανθρώπινη ύπαρξη πίσω από γραφήματα και στατιστικές. Δεν υπάρχει, αλήθεια, κάτι κοινό ανάμεσα σε όλες τις μορφές της πράξης και της σκέψης που αποκρύπτουν τον ανθρώπινο πόνο;
Αν είναι αλήθεια, όπως λέει ο Benjamin, ότι η καθημερινή ζωή των καταπιεσμένων είναι μια μόνιμη «κατάσταση εξαίρεσης», και για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί να επισκεφθεί μια ιθαγενική κοινότητα ή οποιαδήποτε γειτονιά σε οποιαδήποτε αστική περιφέρεια στην Λατινική Αμερική, προκύπτει μια επιτακτική ηθική ανάγκη. Δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς κριτικά και απ’ έξω την κατάσταση εξαίρεσης, μακριά από τον τόπο όπου ασκείται η γυμνή εξουσία της φυσικής βίας. Για να κρατηθεί αυτή η απόσταση, για να μιλήσει κανείς στο όνομα των από κάτω, έχουν φτιαχτεί οι Οργανισμοί Ανάπτυξης. Στο εξής, το κριτικό πνεύμα θα γεννιέται από τις συνθήκες που μας επιβάλλει η κατάσταση εξαίρεσης, διαφορετικά δεν θα είναι πνεύμα ηθικό.
Θα πουν ότι έτσι χάνεται η αναγκαία απόσταση για να ασκήσει κανείς κριτική. Σ’ αυτό το σημείο υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά, που σχετίζεται με τον τρόπο που παράγεται γνώση: από ποια αφετηρία και σε ποιες συνθήκες κανείς μιλάει, σκέφτεται ή γράφει. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές. Ή οι από κάτω αποτελούν την δικαιολογία ώστε οι άλλοι να κάνουν πολιτική ή να αναπτύσσουν θέση ή και τα δύο αναπτύσσονται σε συνεργασία, με συλλογική εργασία, με τους από κάτω. «Δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε σκάλες για εσάς», φωνάζουν οι βολιβιάνοι aymaras[5] στους πολιτικούς από πάνω, στους δεξιούς, στους αριστερούς και τώρα επίσης και στους «πολυεθνιστές» πολιτικούς, οι οποίοι αποτελούν την τελευταία παγίδα που γεννήθηκε για να παρασιτήσει στα κινήματα.
Η μεγαλύτερη φιλοδοξία που μπορούμε να έχουμε οι στρατευμένοι, οι διανοητές, οι συγγραφείς ή όποιοι είμαστε…, είναι να σταματήσουμε να είμαστε αυτό που είμαστε. Και οι άλλοι να μας πλημμυρίσουν, να μας ξεπεράσουν, να μετατραπούμε σε συλλογικούς διανοητές, συλλογικούς συγγραφείς, στρατευμένους που κυβερνούν υπακούοντας, που «εκμηδενίζουν το πεδίο της πραγμάτωσής τους», όπως έλεγε η επιστολή του Luis Villoro. Ποια μεγαλύτερη χαρά από μια σκέψη που εξαπολύεται στον άνεμο, που φτάνει να ενσαρκώνει τις πιο διαφορετικές συλλογικότητες, που την ενισχύουν, την εμπλουτίζουν και την τροποποιούν μέχρι να γίνει αγνώριστη η καταγωγική της ρίζα, την μετατρέπουν σε κληρονομιά όλων!
Εδώ παρουσιάζονται μερικές ιδέες ανοργάνωτες, γραμμένες πάνω στην έξαψη της οργής που προκαλεί η ανικανότητα να συνειδητοποιήσουμε με ποιον τρόπο η εξέγερση των λαών γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης από την αγορά των γεωπολιτικών συμφερόντων.
Χαιρετισμούς στους ιθαγενείς τσιαπανέκος που μας διδάσκουν ότι είναι δυνατόν να νικηθεί ο φόβος συλλογικά.

Raúl Zibechi
Montevideo, Μάρτιος 2011



Σημειώσεις

[1] Σ.τ.Μ.: León Felipe Camino Galicia (11 Απριλίου 1884 - 17 Σεπτεμβρίου 1968): ισπανός ποιητής.
[2] Σ.τ.Μ.: Caracazo ή sacudón ήταν το όνομα που δόθηκε στις λαϊκές διαδηλώσεις, τις εξεγέρσεις και τις επακόλουθες σφαγές στις 27 Φεβρουαρίου 1989 στο Καράκας, πρωτεύουσα της Βενεζουέλα, και τις γύρω πόλεις.
[3] Σ.τ.Μ.: Petróleo Brasileiro S.A. ή Petrobras: πολυεθνική εταιρεία ενέργειας με έδρα τη Βραζιλία.
[4] Σ.τ.Μ.: Κομμουνιστική Οργάνωση στο Περού (Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού - Serdero Luminoso) με μαοϊκή πολιτική γραμμή με βασική δράση κυρίως ανάμεσα σε 1980-1992. Μετά το 1992 η παρουσία της οργάνωσης είναι πολύ εξασθενημένη.
[5] Σ.τ.Μ.: Ιθαγενικές κοινότητες στα υψίπεδα των Άνδεων (σχ. στο: http://unca.galeon.com/).

Πηγή: Περιοδικό Rebeldia, 77, Μάιος 2011, σσ. 51-57 (γλώσσα: ισπανικά). Διαθέσιμο επίσης στο internet στα ισπανικά: http://caminatuspensamientos.blogspot.com/2011/05/etica-y-politica-tender-puentes-no.html

Μετάφραση: Ratnet, 2011

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

"Η Χειραγώγηση του Φόβου" του Νοαμ Τσόμσκι








 Το να εμπνέεται το αίσθημα του φόβου από συστήματα εξουσίας ώστε να πειθαρχούν οι εγχώριοι πληθυσμοί είναι μια πρακτική που έχει αφήσει ανεξίτηλα και τρομερά ίχνη αιματοχυσίας και δυστυχίας, τα οποία (για κακό δικό μας) αγνοούμε. Η πρόσφατη ιστορία παρέχει πολλά σοκαριστικά παραδείγματα.

Στα μέσα του 20ού αιώνα συνέβησαν πιθανώς τα πιο ειδεχθή εγκλήματα μετά από την περίοδο των Μογγολικών επιδρομών. Τα πιο άγρια διαπράχθηκαν εκεί όπου ο Δυτικός πολιτισμός απολάμβανε το ζενίθ του μεγαλείου του. Η Γερμανία ήταν κέντρο των επιστημών, των τεχνών και της λογοτεχνίας, της ανθρωπιστικής μόρφωσης, καθώς και άλλων αξιομνημόνευτων επιτευγμάτων. Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, και πριν η αντι-Γερμανική υστερία κατακλύσει τη Δύση, η Γερμανία εθεωρείτο από Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες ως το παράδειγμα Δημοκρατίας που θα έπρεπε να υιοθετηθεί στις δυτικές κοινωνίες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 η Γερμανία, σε διάστημα μόλις λίγων ετών, οδηγήθηκε σε ένα επίπεδο βαρβαρότητας που ιστορικά έχει λίγα ισοδύναμα. Και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτό έλαβε χώρα μεταξύ των πιο εκπαιδευμένων και πολιτισμένων τμημάτων του πληθυσμού.

Στο αξιομνημόνευτο ημερολόγιο της ζωής ενός Εβραίου επί Ναζισμού, ο Victor Klemperer – αφού ξέφυγε από τους θαλάμους αερίων σχεδόν σαν από θαύμα – γράφει τα παρακάτω για ένα Γερμανό Καθηγητή, φίλο του, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα, αλλά ο οποίος εν τέλει ακολούθησε το κίνημα (των Ναζί):

Αν ποτέ η κατάσταση ήταν αντίστροφη και η μοίρα των νικημένων ήταν στα χέρια μου, τότε θα άφηνα όλο το λαό ελεύθερο – ακόμα και μερικούς ηγέτες, που ίσως είχαν καλές προθέσεις και απλώς δεν ήξεραν τι έκαναν. Αλλά θα είχα όλους τους διανοούμενους στην τσίτα, και τους καθηγητές ακόμα πιο πολύ από τους υπόλοιπους· θα τους άφηνα να δουλεύουν ακατάπαυστα για όσο αυτό δεν έχει επιπτώσεις στην υγεία τους.

Οι αντιδράσεις του Klemperer απηχούν μεγάλο κομμάτι της καταγεγραμμένης ιστορίας.

Τα πολύπλοκα ιστορικά γεγονότα έχουν πάντα πολλές αιτίες. Ένας βασικός παράγοντας στην περίπτωση που εξετάζουμε ήταν η επιδέξια χειραγώγηση του φόβου. Ο «απλός πολίτης» οδηγούνταν στο φόβο από μία δήθεν Εβραίο-Μπολσεβίκικη συνομωσία κατάληψης του πλανήτη, που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του γερμανικού λαού. Ακραία μέτρα λοιπόν κρίθηκαν ως απαραίτητα, εν είδει «αυτοάμυνας». Αξιοσέβαστοι διανοούμενοι προχώρησαν πολύ περισσότερο.


Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

"Από τον Μπακούνιν στο Λακάν: Αντιεξουσιασμός και διάλυση της εξουσίας", Saul Newman / σημειώσεις πάνω στους Στίρνερ, Φουκώ, Λακάν, Ντελέζ-Γκουανταρί, Ντεριντά














































Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εκτεταμένη περίληψη του βιβλίου 
του Saul NewmanFrom Bakunin to LacanAnti-authoritarianism and the dislocation of power (2001). 
Αποτελεί  κυρίως μια καταγραφή σημειώσεων και όχι ένα πλήρως συγκροτημένο άρθρο. Αντικατοπτρίζει μια υποκειμενική πρόσληψη. Η αναφορά σε κάθε κεφάλαιο δεν είναι εξαντλητική και πολλές φορές η έκταση που αφιερώνεται σε ένα θέμα δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη που αφιερώνει ο συγγραφέας.
Ο Saul Newman υποστηρίζει ένα είδος ατομικιστικού αναρχισμού τον οποίο συνδέει με τον αναρχισμό του Μαξ Στίρνερ και  με τον μεταστρουκτουραλισμό. Η κύρια αναφορά του Newman στον μεταστρουκτουραλισμό αφορά την λακανική ψυχανάλυση αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύεται έννοιες του Ντελέζ, του Ντεριντά, του Φουκώ και άλλων. Ο Μετα-αναρχισμός που θεμελιώνει ο Newman βασίζεται σε μια κριτική του αναρχισμού βασισμένος στις λακανικές έννοιες του Πραγματικού και της έλλειψης. Ο κλασικός αναρχισμός βασίζεται σε μια κριτική της χομπσιανής πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με τον Χομπς η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή της διαρκούς σύγκρουσης, ενός πολέμου δίχως τέλους με στόχο της επιβολή της βούλησης του καθενός. Ο άνθρωπος έχει φύση εγωιστική και κακή, ενδιαφέρεται μόνο για να επιβληθεί στους άλλους και να αυξήσει την δύναμή του. Έτσι σύμφωνα με τον Χομπς η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνίας βασίζεται στο πέρασμα από αυτή τη φυσική κατάσταση όπου ο κάθε άνθρωπος αποτελεί λύκο για τον άλλο σε μια κατάσταση ειρηνικής συμβίωσης. Αυτό είναι δυνατό μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι παραχωρούν μέρος της εξουσίας τους στο κράτος με την προϋπόθεση ότι όλοι θα συναινέσουν σε αυτή την παραχώρηση. Διαφορετικά το σπάσιμο του κοινωνικού συμβολαίου σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση όλοι εναντίων όλων. Το κράτος είναι απαραίτητο για να διασφαλίζει την αρμονική και ειρηνική διαβίωση και παρεμβαίνει όταν αυτή τίθεται σε κίνδυνο. Σε αυτή την χομπσιανή αντίληψη της ανθρώπινης φύσης και του ρόλου του κράτους αντιτίθεται πλήρως ο αναρχισμός. Ο αναρχισμός απηχεί μια αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση, η οποία θεωρείται εγγενώς καλή. Η ανθρώπινη φύση οδηγεί σε μια κοινωνία συγκροτημένη με βάση τις αρχές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης κτλ. Το κράτος είναι αυτό που μέσα από την αναπαραγωγή της εξουσίας διαστρέφει αυτή την εγγενώς θετική ανθρώπινη φύση και για αυτό πρέπει να καταλυθεί. Η ανθρωπολογική θέση του αναρχισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση αποτελεί μια ακριβής αντιστροφή της χομπσιανής θέσης.   Σύμφωνα με τον Newman ο κλασικός αναρχισμός αναπαράγει την χριστιανική έννοια του ανθρώπου, του καλού, του λόγου κτλ και βασίζεται σε μια έννοια που πηγάζει από τον διαφωτισμό. Ο διαφωτιστικός ανθρωπισμός αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο μια κοινή ουσία, προσεγγίζει τον άνθρωπο υπό την οπτική του καθολικού. Ο Newman θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός δημιουργεί και αναπαράγει έννοιες κυριαρχίας και αυθεντίας εφόσον αποκλείει την ιδιαιτερότητα και την διαφορετικότητα. Ο ανθρωπισμός του αναρχισμού βασίζεται στην αναγνώριση κάποιας βαθύτερης ουσίας του ανθρώπου δηλαδή σε μια ουσιοκρατία την οποία ο Neuman  θεωρεί επικίνδυνη και αντιτιθέμενη στο πρόταγμα του αναρχισμού.
 

Στίρνερ

Ο Στίρνερ αποτελεί την μία βασική συνιστώσα της σκέψης του Newman. Ο Στίρνερ εκκινεί με μια κριτική στον Φόυερμπαχ σύμφωνα με τον οποίο ο θεός αποτελεί μια αντανάκλαση, ένα καθρέφτισμα του ανθρώπου. Για τον Στίρνερ ο Φόυερμπαχ η ταύτιση του ανθρώπου με τον θεό απηχεί συγκεκριμένες απόψεις για την ανθρώπινη ουσία, αναπαράγει δηλαδή έναν χριστιανικό ανθρωπισμό. Η θρησκεία είναι μια αλλοτρίωση του ανθρώπου αλλά σύμφωνα με τον Στίρνερ η νέα θρησκεία, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά μια νέα μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας. Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ουσιακή ανθρώπινη φύση αλλά ο άνθρωπος κατασκευάζει την φύση του. Ο άνθρωπος για τον Στίρνερ είναι μια θρησκευτική ιδέα, μια ιδεολογική κατασκευή που περιορίζει την ατομικότητα, είναι μια έννοια που κατασκευάζει το Εγώ. Η έννοια του ανθρώπου για τον Στίρνερ πρέπει να αντικατασταθεί από την έννοια του μη ανθρώπου. Ο μη άνθρωπος αποτελεί την αντίσταση στην διαφωτιστική έννοια του ανθρώπου και την υποκειμενοποιητική του δύναμη. Ο μη άνθρωπος αντιστοιχεί σε μια ρευστή και βραχύβια ταυτότητα. Η ταυτότητα για τον Στίρνερ όπως και για τον μεταστρουκτουραλισμό αποτελεί μια εγγενώς μη σταθεροποιήσιμη έννοια. Ο αναρχισμός αποτελεί για τον Στίρνερ την πιο ριζοσπαστική μορφή του ανθρωπισμού και η επίθεση του σε αυτόν είναι για αποκαλυφθεί η ουσιοκρατική του θεμελίωση. Ο Στίρνερ περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης στην οποία η εξουσία δεν καταπιέζει τον άνθρωπο αλλά τον δομεί ως πολιτικό υποκείμενο και άρχει μέσω αυτού. Αυτό ακριβώς είναι η αμφισβήτηση του της ανθρωπιστικής οντολογίας του Διαφωτισμού. Η ανθρώπινη ουσία δεν είναι ένας υπερβατικός τόπος που δημιουργείται από τους φυσικούς νόμους και στην συνέχεια η εξουσία έρχεται να καταπιέσει αλλά αποτελεί έναν λόγο που στοχεύει στην διατήρηση της εξουσίας. Ο Στίρνερ σύμφωνα με τον Newmanστοχεύει στο να δείξει ότι η μανιχαϊστική πολιτική του αναρχισμού η οποία θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος αντίστασης έξω από την εξουσία αποτυγχάνει να αντιληφθεί μια λειτουργία της εξουσίας: την κυριαρχία μέσω της υποκειμενοποίησης και όχι μέσω της καταπίεσης. Η κοινωνία για τον Στίρνερ  αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή που στόχο έχει όπως και το κράτος να εγκλωβίσει το άτομο μέσα σε μια καταπιεστική συλλογικότητα. Δεν υπάρχει κοινωνική ουσία, η κοινωνία έχει αντικατασταθεί στον Στίρνερ από ένα μοντέλο πολέμου. Η κοινωνία αποτελεί πεδίο αγώνων και τυχαιότητας.

Φουκώ

Ο Newman πέρα από τον Στίρνερ χρησιμοποιεί και την φουκωική κριτική της εξουσίας. Ο Φουκώ συμφωνεί με τον αναρχισμό στο ότι ο μαρξισμός αποτελεί απλά μια επιβεβαίωση του τόπου της εξουσίας. Επίσης ασκεί κριτική στον οικονομικό αναγωγισμό του. Επίσης υποστηρίζει ότι μια επανάσταση μπορεί να αφήσει τον τόπο της εξουσίας ανέπαφο. 
 Ωστόσο στη συνέχεια επικρίνει τον αναρχισμό στο ότι έχει την ίδια αντίληψη με τον μαρξισμό για την εξουσία και ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. 


Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Σκέψεις πάνω στην οικοδόμηση μιας στρατηγικής της Εξέγερσης





 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όλοι μιλούν για την εξέγερση. Από τα σημειώματα της σύνταξης στις εφημερίδες των κομμάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, μέχρι τις μπροσούρες που εκδίδουν οι αναρχικές συλλογικότητες. Από τις δηλώσεις των αρχηγών των  εφήμερων αντιμνημονιακών κομμάτων που ενόψει εκλογών ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, μέχρι τα συνθήματα στους τοίχους και τις συζητήσεις των θαμώνων στα καφέ των Εξαρχείων. Οι διαδηλωτές που ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τα ΜΑΤ στην πλατεία Συντάγματος στις 12-02-12 (όχι τίποτα μπαρουτοκαπνισμένοι «συγκρουσιακοί», αλλά άνεργοι, ημιαπασχολούμενοι, χαμηλόμισθοι και συνταξιούχοι που έχουν βρεθεί σε απόγνωση) προειδοποιούσαν τους πραιτοριανούς ότι δεν θα μπορέσουν να κρυφτούν πουθενά, «όταν ο λαός πάρει τα όπλα».[i] Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ακόμη και ο «ευυπόληπτος» πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, που τώρα διαλαλεί δεξιά και αριστερά ότι το κόμμα του ενσαρκώνει μια πρόταση εξουσίας για εναλλακτική, «Αριστερή» διακυβέρνηση, ζητούσε επιτακτικά από τον λαό να ξεσηκωθεί για να ανατρέψει την ΠΑΣΟΚική χούντα.[ii] Γίνεται αντιληπτό ότι όταν μια έννοια χρησιμοποιείται από τόσο διαφορετικά υποκείμενα κι εγγράφεται σε τόσο ετερογενή ιδεολογικά πλαίσια, χρειάζεται επί της ουσίας να επαναδιατυπωθεί για να ανακτήσει το ανατρεπτικό, χειραφετικά φορτισμένο περιεχόμενο της.

Αναμφισβήτητα, υπάρχει μια θετική και μια αρνητική διάσταση στην ανάδειξη της εξέγερσης ως ηγεμονικής αντιπολιτευτικής έννοιας στον δημόσιο πολιτικό λόγο της εποχής του Μνημονίου. Το θετικό στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι, έστω κι έμμεσα, αναγνωρίζεται στον λαό το δικαίωμα της συλλογικής αυτοάμυνας απέναντι σε μια πολιτική και οικονομική ελίτ που κυβερνά με μοναδικό πρόγραμμα διακυβέρνησης την τάχιστη σαλαμοποίηση όσων δεν ανήκουν στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Η νομιμότητα της μαζικής αποστασίας ενάντια σε μια τυραννική εξουσία εισέρχεται έτσι από την πίσω πόρτα στον επίσημο πολιτικό λόγο και η ανυπακοή στους θεσμούς αποκτά τον εύλογο χαρακτήρα μιας ορθολογικής επιλογής με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Οι ιδεολόγοι του συστήματος είναι υποχρεωμένοι πλέον να δίνουν μια μάχη οπισθοφυλακής. Δεν είναι σε θέση να αρνηθούν ολοσχερώς την νομιμότητα της συλλογικής διεκδίκησης, αλλά επιχειρούν να διαμορφώσουν το ανώδυνο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή θα πρέπει να εκδηλώνεται, το πλαίσιο της «ειρηνικής διαμαρτυρίας». Προσπαθούν να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση ότι υφίσταται ακόμη η δυνατότητα έγερσης αιτημάτων στο πλαίσιο μιας εγκάρδιας συνεννόησης με τις ελίτ του συστήματος, ακριβώς για να διασώσουν το ίδιο το σύστημα και να αποτρέψουν την δημιουργία ενός ισχυρού αμεσοδημοκρατικού κινήματος με αντισυστημικό πολιτικό υπόβαθρο που μπορεί να ριζώσει στο φαντασιακό των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων της κοινωνίας. Απαλλοτριώνουν την ορολογία της εξέγερσης από τον φυσικό πολιτικοκοινωνικό της χώρο, για να την επαναπροτείνουν στα τηλεοπτικά κανάλια ως πασιφιστική διαμαρτυρία των «αγανακτισμένων», ως ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών ή ως ψήφο υπέρ της εκφυλισμένης, φιλο-ΕΕ «Αριστεράς» του Κουβέλη και του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αρνητική όψη του φαινομένου είναι ότι στις συνειδήσεις των καταπιεσμένων κοινωνικών τάξεων, η «Εξέγερση» όλο και περισσότερο γίνεται μέρος του λαϊκού φολκλόρ, ένα μυθολογικό κατασκεύασμα που λειτουργεί στο πιο αφηρημένο επίπεδο ως μηχανισμός ψυχολογικής απώθησης της αναγκαιότητας για μαζική συσπείρωση και κινητοποίηση, μέσω της καταπραϋντικής επιρροής που ασκεί στο συλλογικό ασυνείδητο η ελπίδα ότι μια μέρα θα επέλθει η κάθαρση και οι ένοχοι θα πληρώσουν όταν επιτέλους ξεσπάσει η «Οργή του Λαού». Η πίστη σε μια τέτοια δοξασία είναι κατά βάση ανορθολογική διότι ενέχει το στοιχείο του αναπόφευκτου, μιας κοινωνικής έκρηξης που θα συμβεί νομοτελειακά ως φυσική αντίδραση των μη-προνομιούχων στην βίαιη φτωχοποίηση και υποβάθμιση του βιοτικού τους επίπεδου από τις ελίτ που βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Όμως, αν η «Εξέγερση» πρόκειται ούτως ή άλλως να ξεσπάσει σε κάποια ακαθόριστη, μελλοντική στιγμή και να σαρώσει στο πέρασμα της το σάπιο σύστημα και μαζί και αυτούς που το διαφεντεύουν, τότε ποιος ο λόγος για να αναλάβει κάποιος από εμάς συνειδητή πολιτική δράση, να εμπλακεί σε συλλογικές κινηματικές διαδικασίες και να προετοιμάσει την έλευση ενός μαζικού κινήματος που θα ανατρέψει τις δομές κυριαρχίας του συστήματος; Από αυτή την άποψη, πιο φρόνιμο θα ήταν να περιμένουμε την στιγμή εκείνη της κοσμικής Αποκάλυψης, που ο λαός θα πάρει επιτέλους την εκδίκηση του. Δεν είναι τυχαίο ότι το μοτίβο της επικείμενης κοινωνικής έκρηξης επαναλαμβάνεται διαρκώς στα συμπεράσματα των μελετών που εκδίδουν οι συστημικές δεξαμενές σκέψεις και τα διεθνή ΜΜΕ (που συνιστούν τον προπαγανδιστικό βραχίονα της υπερεθνικής ελίτ) για την κοινωνική  και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα.[iii] Ούτε είναι τυχαίο ότι τα ελληνικά καθεστωτικά μέσα αναπαράγουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και με τρόπο σχεδόν τελετουργικό τις προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής, σαν ξόρκι που θα εξορίσει την πιθανότητα εκδήλωσης μιας πραγματικής λαϊκής εξέγερσης στην σφαίρα των συμβολικών αναπαραστάσεων. Με το να αναγνωρίζουν δημοσίως την καταστροφική δύναμη του πλήθους, επιχειρούν να κολακέψουν το θυμικό των μαζών, να τις καθησυχάσουν έμμεσα ότι ο δίκαιος θυμός τους εκφοβίζει τις κυρίαρχες ελίτ και περιλαμβάνεται στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στη λήψη των αποφάσεων που διαμορφώνουν την οικονομική πολιτική.     

«On s’ engage, et puit on voit»:[iv] Φετιχοποίηση της εξέγερσης

 Ωστόσο, η απογοητευτικότερη και πιο επιβλαβής για το απελευθερωτικό κίνημα πτυχή της παραπάνω εξέλιξης, έχει να κάνει με την μετατροπή του εξεγερσιακού φολκλόρ σε άτυπο πολιτικό πρόταγμα για τις περισσότερες αναρχικές ομάδες και συλλογικότητες. Η ριζοσπαστική κριτική της ετερόνομης, ιεραρχικά διαρθρωμένης κοινωνίας δεν συνδυάζεται στον πολιτικό λόγο του σύγχρονου αναρχικού χώρου με μια επεξεργασμένη πρόταση ή έστω μια γενική ιδέα για την μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα μπορούσε να θεσμοθετήσει δομές και διαδικασίες αυτοθέσμισης της κοινωνίας σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, απουσιάζει από τον σύγχρονο αναρχικό πολιτικό λόγο το πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα που θα κληθεί να φέρει σε πέρας η κοινωνική επανάσταση. Ούτε υπάρχει ανάμεσα στις μεταμοντέρνες ομάδες των «αντιεξουσιαστών» στοιχειώδης συμφωνία αναφορικά με ζητήματα ζωτικής σημασίας για την πολιτική κουλτούρα και την ιδεολογική ταυτότητα κάθε συγκροτημένου πολιτικού κινήματος. Για παράδειγμα, μάταια θα αναζητήσει κανείς στη σύγχρονη αναρχική φιλολογία έναν κοινά αποδεκτό ορισμό του τι συνιστά μια αναρχική κομμούνα ή για το πώς θα μοιάζει και θα λειτουργεί η ελεύθερη κομμούνα ως βασική οργανωτική μονάδα της αναρχικής κοινωνίας του μέλλοντος. 

 

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

H Bίβλος των Ηδονών: Ραούλ Βανειγκέμ / αποσπάσματα






















«…Η ιστορια των πολιτισμενων ανθρωπων δεν ειναι παρα η ιστορια του εμπορευματος που παραγουν και που αυτοκαταστρεφεται καταστρεφοντας τους.(…)

Αν καθε σταθμος της οικονομικης αναπτυξης σταζει αιμα χυμενο για χειραφετησεις που κατεληγαν στον εκσυγχρονισμο της δουλείας, αυτο σημαινει οτι οι αγωνες χειραφετησης υπακουαν σε μια αναγκαιοτητα της εμπορευματικης επεκτασης… Οι νικες τους ηταν παντα νικες του εμπορευματος.

Οι ανθρωποι πιστευαν οτι αγωνιζονταν για δικαιοσυνη, ισοτητα, ελευθερια, αλλα στην πραγματικοτητα αγωνιζονταν για τον εμπορευματικο επεκτατισμο, για την επωδυνη γεννα μιας νεας εμπορευματικης μορφης, για την εγκαθιδρυση ενος αγροτικου συστηματος, για την ελευθερη κυκλοφορια των εμπορευματων, για τη βιομηχανικη παραγωγη, για την υποχρεωση της καταναλωσης.(…)

Με το να εργαζεται για την εμπορευματικη επεκταση, η αρχουσα ταξη… λειτουργει σαν ταξη καταδικασμενη να φτωχυνει ο,τι ανθρωπινο επιβιωνει μεσα της(…) Το προλεταριατο δεν ειναι αμετακλητα καταδικασμενο στην αφαιρεση που στραγγιζει αργα τους αστους και τους γραφειοκρατες απο την ανθρωπινη ουσια τους.

Αν οι προλεταριοι παραιτηθουν απο την καταστροφη της οικονομιας, επειδη παραιτουνται απο τη δημιουργια μιας κοινωνιας θεμελιωμενης στη θεληση τους για ζωη… εργαζονται για την ανανεωση του εμπορευματος, για το μαρασμο του ζωντανου (…) Υπαρχει μ’αυτη την εννοια μια αυτοκτονικη ταση του προλεταριατου, και το σχεδιο για αταξικη κοινωνια εχει τη χροια νεκροταφειου. Οι καλυτεροι υπερμαχοι του προλεταριατου δεν ειναι αμετοχοι σ’αυτο (…)

Δεν υπαρχει αλλη πολιτικη απο τη γιακωβινικη, τη λενινιστικη, την εξουσιαστικη(…) και δεν ειναι παρα η οικονομικη κατανοηση των ανθρωπινων υποθεσεων (…) Μεσω της οικονομιστικης συμπεριφορας που διαδιδει εν ονοματι της διαυγειας, οι δειλες αποπειρες αναρχικης αυτοδιευθυνσης στην Ισπανια απετυχαν στη γενεση τους και η θεληση για ζωη δεν εγινε ποτε επικεντρο της συνειδητοποιησης.(…)

Η γενικευμενη αυτοδιευθυνση δεν χρειαζεται αγκιτατορες, δεν εχει αναγκη απο αυτους τους συνωμοτες  που οι ιθυνοντες γραφειοκρατες αρεσκονται να καταγγελλουν παντου γιατι βλεπουν σ’αυτους την καθυσηχαστικη αντανακλαση της τυρρανιας τους. Δεν εχει καμμια αναγκη κομματων ή οργανωσεων. Πτωματα που αξιωνετε να μας κυβερνησετε, ματαια θα καυτηριασετε τους υποκινητες ταραχων και θα θρηνησετε υποκριτικα για μια βια που μονο η παρουσια σας τη συντηρει.

Ποιο παραλογο κινητρο μας αναγκαζει να πληρωνουμε για αγαθα που παραχθηκανε απο ολους για ολους, αν οχι ο φοβος οτι θα γραπωθουμε απο τους νομους σας και τις φυλακες σας; Ο φοβος του χωροφυλακα ειναι η απαρχη της χαμερπειας.(…)

Γιατι να ανεχθουμε εναν κοσμο οπου η διαλεκτικη του εμπορευματος απαιτει να γινει η απολαυση οδυνη, το χαδι βιασμος και η ελευθερια καταναγκασμος; Και πως μπορει κανεις να ισχυριστει οτι θα του βαλει τελος μεσα στην οδυνη, με το βιασμο, μεσω του καταναγκασμου;

Ενας ανεμος αθωοτητας εξαπλωνεται, που μουρμουριζει υπουλα να σταματησουμε να δουλευουμε απο τεμπελια, να εκπαραθυρωσουμε εναν αρχηγο για πλακα, να μοιρασουμε τα αποθηκευμενα αγαθα απο αγαπη για τη χαριστικοτητα.(…)

Η γραμμη της ζωης περνα απο την υποκειμενικη αφθονια, τον διχως ορια ερωτα, τον εμπρησμο των τραπεζων, το σαμποταρισμα της οικονομιας, το τελος του κρατους, τη ριζικη καταστροφη των εμπορευματικων σχεσεων… » [σελ.44-46, 96, 149-50]


Χαριστικοτητα, Ερωτας, Απολαυση
― Ανταλλαγη, Καταναγκασμος, Εμπορευμα.



«…Η ευτυχια δεν πληρωνεται αλλα αποσπαται απο την κοινωνια που την πουλαει… Στην ακρη της απελπισιας που μας οδηγησαν οι βιομηχανικες κοινωνιες, η χαριστικοτητα ανοιγει το δρομο της.

Οταν μια απεργια ταμιων απαλασσει τους πελατες απο το ρολο τους και τους βοηθαει να παρουν και να δωσουν χωρις ανταλλαγμα, οταν μερικοι εργατες μοιραζουν τα αποθηκευμενα προϊοντα, οταν οι ανθρωποι αρνουνται να πληρωσουν το νοικι, το ηλεκτρικο, το εισιτηριο, οταν η λεηλασια εγκαταλειπει τη μανια της εκτονωσης και παιζει με τη χαρουμενη ανακατανομη της αφθονιας, τοτε… κανενα εμποδιο δεν θα αντισταθει στη γαληνια βια της ακαταβλητης χαριστικοτητας…

…η χειραφετηση των απολαυσεων δεν αναφερεται σε τιποτα, δεν αφηνει ουτε να μετρηθει, ουτε να κριθει, ουτε να συγκριθει, ουτε να παγιδευτει… υπακουει μονο στη δικη της αναγκη επεκτασης… οι τρομοι σιγα σιγα ξεθωριαζουν, το γελιο αντικαθιστα το φοβο. Οι γραφειοκρατες και οι αστυνομικοι  θα υποκυψουν περισσοτερο στα ξεσπασματα του χλευασμου παρα στην εκρηξη των βομβων…

…Αλλωστε, η κλιση προς τη χαριστικοτητα ανηκει στην εργατικη παραδοση. Αν εφτιαχνα ενα χαρτη γεωγραφικο και διαχρονικο της θελησης για ζωη… θα υπογραμμιζα, διπλα στις παγιδες που πιανομαι, τις στιγμες βιωμενης εντασης, τα μερη τα προστατευμενα απο την εμπορευματικη ακτινοβολια, τους τοπους οπου κατορθωσα, οσο διαρκεσε μια απολαυση, να εξοντωσω την οικονομικη υδρα.

Θα απεικονιζα τις πολεις του Πρατ Λομπρεγκατ να καινε το χρημα ενα πρωινο του 1932, τις κολλεκτιβες της Καταλωνιας και της Αραγωνιας να βαζουν στα σκαρια τη γενικευμενη αυτοδιευθυνση ηδη το 1936, τις αρνησεις πληρωμης που μια νεα αθωωτητα διαδιδει σημερα. ―Θα σημαδευα επισης, σε εγγλυφο, τις νικες της γραφειοκρατιας, τις ζωνες που κατεχονται απο την αρχουσα ταξη, τις εστιες των τραπεζιτων και των αστυνομικων, τις περιοχες της αυξανομενης προλεταριοποιησης.

Θα μπορουσε καποιος να δει πώς η χαριστικοτητα οργανωνεται σιγα σιγα γυρω απο τις απαιτησεις της ατομικης απολαυσης, πώς η μια και η αλλη αλληλοδιεγειρονται σ’ενα απαραμιλλο κινημα ζωης σε πεισμα των θανασιμων ισκιων της εξουσιας και του κερδους… Η χειραφετηση των απολαυσεων εμπεριεχει τη γενικευμενη χαριστικοτητα που θα αφανισει τον εμπορευματικο πολιτισμο…

Η τιμη σκοτωνει τη ζωη. Σου αρεσει ενα αντικειμενο; Γιατι να μη συντριψεις ο,τι απαγορευει τη χαριστικοτητα του; Μπακαληδες ολων των ειδων, δεν ακουτε να αντηχει στους δρομους η προειδοποιηση ‘‘οποιος πρεπει να πληρωσει σπαει’’;

Η πυρποληση των αστυνομικων τμηματων, των στρατωνων, των φυλακων, των εφοριων, των τραπεζων, του χρηματος… με χαροποιει λιγοτερο για το αποτελεσμα της και περισσοτερο για την αλλαγη προσανατολισμου που διαφαινεται σε τετοιες ενεργειες… να μην ανεχομαστε κανενα φραγμο στην απολαυση. Η καταστροφη απο εκτονωση εχει φαει τα ψωμια της, δεν ειναι παρα ο φορος τιμης που αποτιουν οι αυτοχειρες σε μια κοινωνια θανατου, η ελεημοσυνη που προσφερει η αριστεριστικη φιλοπτωχη κυρια σους φτωχους της…»



«…Αν ο ερωτας ειναι τυφλος, ο λογος ειναι οτι δεν βλεπει τιποτα με τα ματια της εξουσιας. Μην ελπιζετε να κρινει και να κυβερνησει, γιατι αγνοει την ανταλλακτικη σχεση. Αρκειται στον εαυτο του. Οντας το κερας της Αμαλθειας της σεξουαλικοτητας, εκφραζει καλυτερα απ’οτιδηποτε αλλο στον κοσμο του ευνουχισμου τη θεληση για ζωη και την υπεροχη αγριαδα της.

Αν , παντως, οι εραστες που χτες λατρευονταν χωριζουν ξαφνικα μεσα στο μισος και στην περιφρονηση, η αιτια δεν βρισκεται σε καποιο αναλλοιωτο νομο της παρακμης, σε καποια αδυσωπητη μοιρα της κουρασης. Προερχεται απο τη μεγγενη των ανταλλαγων, που μαραινει τα παθη, σβηνει τις φλογες της καρδιας, πνιγει τις παρορμησεις…

Αντι να μεινουν απληστοι για τα παντα μεχρι την εσχατια του κορεσμου, να που οι εραστες επικαλουνται το καθηκον, απαιτουν αποδειξεις, αναζητουν μια παραγωγικοτητα της στοργης. Επιβαλλονται νορμες συνοδευομενες απο την απαιτηση της αυστηρης τηρησης τους, δεν γινεται πια ανεκτη η απερισκεπτη ληθη, η αδεξιοτητα, το αναρμοστο, η φαντασιοκοπια, τα παντα αποτελουν αφορμη επιπληξεων και κυρωσεων. Επειδη τους λειπει η θεληση να δημιουργησουν την αλλαγη οπου θα ξαναβρεθουν, δανειζονται τα δεκανικια της κοινωνιας που τους ακρωτηριαζει απο τη γενναιοδωρια τους.

Η ψυχρη λογικη αποδιωχνει την τρελλα της αφθονιας και ερχεται να κανει απολογισμο των πραγματων. Εφτασαν οι υπουλοι καιροι του να ζητας και να δινεις λογαριασμο, των υποχρεωσεων που πληρωνουν εντοκως τα αναγνωριζομενα δικαιωματα, των φιλιων εναντι φιλιων που προαναγγελλουν το ‘‘μια σου και μια μου’’ του απελπισμενου γοητρου.

Με το να ιδιοποιουνται ο ενας τον αλλο, με το να μετρανε την  αμοιβαια στοργη, ο καθενας καταληγει να πειστει οτι… τα προτερηματα του αλλου ηταν προϊον της φαντασιας, οτι η γενναιοδωρια δεν ανταμειβεται οπως πρεπει κι οτι η ελξη δεν ηταν καθολου δικαιολογημενη. Ο ερωτας διαμαρτυρεται οτι εκχωρηθηκε σε αφερεγγυο οφειλετη, οι απογοητευσεις συντασσουν ενα πιστοποιητικο χρεωκοπιας, το παθος καταληγει στη μικροπρεπεια, η στοργη στο παζαρεμα, η φιλια στη συκοφαντηση…

Πως να ζησουμε σ’ενα κοσμο οπου τα παντα πληρωνονται; Τις λιγες απολαυσεις που σας απεμειναν να προσφερετε στους αλλους και στον εαυτο σας, εχετε βαλθει να τις ανταλλαξετε, να τις λογαριασετε, να τις ζυγισετε [να ορισετε ισοτιμιες]…

…Το να πινουμε με ακορεστη διψα απο το ποτηρι της ζωης ειναι η καλυτερη εγγυηση οτι δεν θα στερεψει ποτε. Αυτο το ξερουν τα παιδια, που παιρνουν τα παντα για να τα προσφερουν στην τυχη. Η αισθησιανη αφθονια ζωογονει τις τοπιογραφιες τους πριν η οικονομικη επιταγη αρχισει την αντιστροφη μετρηση του βιωματος. Πριν μαθουν την ανταποδοτικοτητα, πριν μυηθουν στο να αξιζουν ενα δωρο, να απαιτουν τα οφειλομενα, να ανταμειβουν για ενα κερδος, να τιμωρουν για μια υποτιμηση, να ευχαριστουν εκεινους που τους αφαιρουν ενα προς ενα τα θελγητρα μιας υπαρξης διχως ανταλλαγμα.

Το ιδιο ισχυει και για τους παθιασμενους, αυτα τα παιδια που ξαναανακαλυφθηκαν μεσα στον εαυτο τους. Οι εραστες δινουν τα παντα και παιρνουν τα παντα ανεπιφυλακτα. Σαν να συναγωνιζονται ποιος θα προσφερει τα περισσοτερα διχως να ζητα τιποτα σε ανταποδωση. Κι αυτο δεν παυει να δινει περισσοτερη δυναμη στον ερωτα, που αντλει νεες απολαυσεις ακομα κι απο τις ατονιες του και τις εξαντλησεις του…

Αν η συγκυρια των συναντησεων μου προσφερει τον ερωτα σου και σου προσφερει τον δικο μου, μην υποβιβαζεις  την αρμονια των επιθυμιων μας σε ανταλλαγη… [Πρεπει να ζητω ανταποδοση] για να αγαπησω; …τοσο λιγο αγαπω τον εαυτο μου; …Οποιος δεν ειναι γεματος απο τις δικες του επιθυμιες δεν μπορει να δωσει τιποτα. Οποιος βαδιζει στο δρομο του δουναι και λαβειν, προχωρα σιγα σιγα προς την ανια, την κουραση και το θανατο…

…Οποιος ξερει να αφουγκραζεται προσεκτικα την απολαυση, αγνοει πατριδες και συνορα, αφεντες και δουλους, κερδος και ζημια. Η σεξουαλικη πληθωρα ειναι αυταρκης, εχει στο χωρο της και στο χρονο της αρκετη τολμη για να συντριψει ο,τι την εμποδιζει…» [σελ. 54, 57-62, 98]


(Ιανουαριος 1979)


αποσπάσματα από το βιβλίο του Raoul Vaneigem: Η Βιβλος των Ηδονων – εκδόσεις Ελευθερος Τυπος.

πηγή: