Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

"Χρέος: τα πρώτα 5000 χρόνια" από τον ανθρωπολόγο David Graeber





























Λίγες μέρες πριν την ομιλία του David Graeber στην Αθήνα στο Σάββατο 2 Ιουνίου στο Ε.Μ.Πολυτεχνείο στις 20.30 στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Occupy Planet Earth παρουσιάζουμε εδώ μερικές από τις βασικές ιδέες του σχετικά με την Ιστορία του Χρέους / ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ
Ο ανθρωπολόγος David Graeber λέει ότι μονάχα διαμέσου μιας γενικής ιστορικής κατανόησης του χρέους και της σχέσης του με τη βία, μπορούμε να εκτιμήσουμε την εποχή μας που τώρα γεννιέται. Εδώ προσπαθεί να καλύψει το ιστορικό μας κενό.
Αυτό που ακολουθεί, είναι ένα απόσπασμα ενός κατά πολύ μεγαλύτερου σχεδίου έρευνας, σχετικά με το χρέος και το πιστωτικό χρήμα στην ανθρώπινη ιστορία. Το πρώτο και συναρπαστικό συμπέρασμα αυτού του σχεδίου έρευνας είναι ότι κατά τη μελέτη της οικονομικής ιστορίας, τείνουμε συστηματικά να αγνοούμε το ρόλο της βίας, τον απόλυτα κεντρικό ρόλο του πολέμου και της δουλείας, στη δημιουργία και σχηματοποίηση των βασικών θεσμών, αυτού που σήμερα αποκαλούμε «οικονομία». Επιπλέον, σημασία έχουν και οι προελεύσεις. Η βία μπορεί να είναι αόρατη, αλλά παραμένει τυπωμένη στη φιλοσοφία της κοινής οικονομικής λογικής μας, στην προφανέστατα αυταπόδεικτη φύση των θεσμών, που απλά ποτέ δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν έξω από το μονοπώλιο της βίας – αλλά και της συστηματικής απειλής της βίας – που διατηρείται από το σύγχρονο κράτος.
Ας ξεκινήσω με το θεσμό της δουλείας, της οποίας ο ρόλος κατά τη γνώμη μου, είναι κομβικός. Τις περισσότερες στιγμές και στους περισσότερους τόπους η δουλεία θεωρείται συνέπεια του πολέμου. Μερικές φορές οι περισσότεροι δούλοι στην πραγματικότητα είναι αιχμάλωτοι πολέμου, άλλες φορές όχι. Παρ’ όλα αυτά σχεδόν όμοια και απαράλλαχτα και στις δύο περιπτώσεις, ο πόλεμος θεωρείται η βάση και η δικαιολόγηση της ύπαρξης αυτού του θεσμού. Αν παραδοθείς στον πόλεμο, αυτό που παραδίδεις είναι η ζωή σου. Ο κατακτητής σου έχει το δικαίωμα να σε σκοτώσει και συχνά το κάνει. Αν επιλέξει να μην το κάνει, τότε κυριολεκτικά του οφείλεις τη ζωή σου. Ένα χρέος που γίνεται αντιληπτό ως απόλυτο, διαρκές, μη εξαγοράσιμο. Μπορεί να σου αφαιρέσει δικαιωματικά ό,τι επιθυμεί. Όλα τα χρέη ή υποχρεώσεις που μπορεί να οφείλεις σε άλλα άτομα (φίλους, οικογένεια, πρώην πολιτικές συμμαχίες), ή άλλα άτομα να οφείλουν σε σένα, θεωρείται ότι σου αφαιρούνται απόλυτα. Το χρέος σου στον ιδιοκτήτη σου είναι πλέον ό,τι υπάρχει.
Αυτού του είδους η λογική έχει τουλάχιστον δύο πολύ ενδιαφέρουσες συνέπειες, αν και μπορεί να ειπωθεί ότι τείνουν προς σχετικά αντίθετες κατευθύνσεις. Πρώτα απ’ όλα ακόμα μια – που πιθανώς την ορίζει – ιδιότητα της δουλείας, είναι ότι οι δούλοι μπορούν να πουληθούν και να αγοραστούν. Σ’ αυτή την περίπτωση το απόλυτο χρέος παύει πλέον (υπό μια άλλη έννοια, αυτή της αγοράς) να είναι απόλυτο. Στην πραγματικότητα μπορεί να ποσοτικοποιηθεί επακριβώς. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να πιστέψουμε ότι ήταν ακριβώς αυτή η λειτουργία, που κατέστησε ικανό το να δημιουργηθεί κάτι όμοιο με τη σημερινή μορφή του χρήματος, τη στιγμή που αυτό το οποίο οι ανθρωπολόγοι συνήθως αποκαλούσαν «πρωτόγονο χρήμα», αυτό που κανείς βρίσκει σε κοινωνίες δίχως κράτος (τα φτερά που χρησιμοποιούνταν ως χρήμα στα νησιά του Σολομώντα ή τα περιδέραια από κοχύλια οι ινδιάνοι Iroquois αντίστοιχα), περισσότερο χρησιμοποιούνταν για διακανονισμούς γάμων, επίλυση βεντετών και για την ανάμιξη σε άλλου είδους σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, παρά για την αγοραπωλησία αγαθών. Για παράδειγμα, αν η δουλεία είναι χρέος, τότε το χρέος μπορεί να οδηγήσει στη δουλεία. Ένας βαβυλώνιος χωρικός μπορεί να είχε πληρώσει ένα γενναίο ποσό σε ασήμι στα πεθερικά του, για να επισημοποιήσει το γάμο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν του άνηκε η σύζυγός του. Σίγουρα δεν μπορούσε να αγοράσει ή να πουλήσει τη μητέρα των παιδιών του. Όμως όλα αυτά μπορούσαν να αλλάξουν αν αυτός έπαιρνε ένα δάνειο. Αν αποδεικνυόταν επισφαλής, οι πιστωτές του μπορούσαν αρχικά να του κατασχέσουν τα πρόβατα και τα έπιπλά του, έπειτα το σπίτι του, χωράφια, τους οπωρώνες και τελικά να του πάρουν τη σύζυγο, το παιδιά, ακόμα και τον  ίδιο σαν χρεωστικούς «δουλοπάροικους», μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα (το οποίο καθώς οι πόροι του εξαφανιζόταν γινόταν ολοένα και δυσκολότερο). Το χρέος ήταν αυτό που κατέστησε δυνατό να φανταστούμε το χρήμα, ως οτιδήποτε σχετικό με τη σημερινή του έννοια και γι’ αυτό επίσης να γεννήσει αυτό που αποκαλούμε «αγορά»: μια αρένα όπου οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί, γιατί όλα τα αντικείμενα (όπως και οι δούλοι) απαξιώνονται από τις προηγούμενες κοινωνικές τους σχέσεις και υπάρχουν μόνο σε σχέση με το χρήμα.
Όμως την ίδια στιγμή η λογική του χρέους ως κατάκτηση μπορεί, όπως προανέφερα, να τείνει προς άλλη κατεύθυνση. Οι βασιλιάδες μέσα στην ιστορία, τείνουν να είναι βαθέως διχασμένοι σχετικά με το ζήτημα να αφήσουν τη λογική του χρέους να καταστεί εκτός ελέγχου. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι εχθρικοί απέναντι στις αγορές. Αντιθέτως τις ενθαρρύνουν κανονικά, για τον απλούστατο λόγο ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να πάρουν με τη μορφή κατάσχεσης, ό,τι χρειάζονται (μετάξι, ρόδες για άρματα, γλώσσες από φλαμίνγκο (εκλεκτό έδεσμα κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα), λάπις λάζουλι (αλλιώς κυανός λίθος, ένας πολύτιμος λίθος)) απ’ ευθείας από τον υποτελή σ’ αυτές πληθυσμό. Είναι πολύ πιο εύκολο να ενθαρρυνθούν οι αγορές και έπειτα τα αναγκαία αγαθά να αγοραστούν. Οι πρώιμες αγορές συχνά ακολουθούσαν τους στρατούς, ή τις βασιλικές ακολουθίες, ή σχηματίζονταν κοντά σε παλάτια, ή στις παρυφές στρατιωτικών θέσεων. Αυτό στην πραγματικότητα βοηθά στην ερμηνεία της αρκετά συγκεχυμένης συμπεριφοράς των βασιλικών αυλών: αφού οι βασιλιάδες έλεγχαν συνήθως τα ορυχεία χρυσού και ασημιού, ποιο το νόημα να τυπώνεις τα μούτρα σου πάνω σε κομμάτια του προϊόντος που εξορύσσεις (δλδ. να τυπώνεις νομίσματα), να τα ξεφορτώνεσαι στους πολίτες και έπειτα να ζητάς να σου τα δώσουν πίσω υπό τη μορφή φόρων; Έχει νόημα μόνο αν η επιβολή φόρων είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος να επιβάλεις σε όλους να αποκτήσουν και να διατηρούν χρήματα, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των αγορών, καθώς η ύπαρξη των αγορών εξυπηρετούσε γενικότερα. Όμως για τους σκοπούς της ανάλυσής μας το κρίσιμο ερώτημα είναι: πως δικαιολογούνταν αυτοί οι φόροι; Γιατί οι υποτελείς τους χρωστούσαν και ποιο χρέος ξεπλήρωναν όταν τους απέδιδαν; Εδώ επιστρέφουμε ξανά στο δίκαιο της κατάκτησης (στην πραγματικότητα στον αρχαίο κόσμο οι ελεύθεροι πολίτες – είτε στη Μεσοποταμία, είτε στην Ελλάδα ή στη Ρώμη, συνήθως δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν άμεσους φόρους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απλά όπως καταλαβαίνει κανείς, απλουστεύω τα πράγματα εδώ). Αν οι βασιλιάδες είχαν εξουσία πάνω στη ζωή και στο θάνατο των υποτελών τους, αποκτημένη από το δίκαιο της κατάκτησης, τότε και το χρέος των υποτελών τους ήταν απόλυτα αέναο. Επίσης τουλάχιστον υπό αυτήν την έννοια, οι σχέσεις μεταξύ των υποτελών ατόμων, τα χρέη που όφειλε το ένα στο άλλο, ήταν ασήμαντα. Το μόνο που υπήρχε ήταν η σχέση τους με το βασιλιά. Αυτό με τη σειρά του εξηγεί γιατί οι βασιλιάδες και ομοίως οι αυτοκράτορες, προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τις εξουσίες που είχαν οι αφέντες πάνω στους δούλους και οι πιστωτές πάνω στους οφειλέτες. Το ελάχιστο στο οποίο πάντα θα επέμεναν, αν είχαν τη δύναμη, ήταν αυτά τα φυλακισμένα άτομα που ήδη τους είχε χαριστεί η ζωή, να μην είναι δυνατόν να σκοτωθούν από τους αφέντες τους. Στην πραγματικότητα μόνο οι ηγεμόνες μπορούσαν να έχουν αυθαίρετη εξουσία πάνω στη ζωή και το θάνατο. Το απόλυτο χρέος κάποιου ατόμου ήταν απέναντι στο κράτος. Ήταν το μοναδικό το οποίο ήταν πραγματικά απεριόριστο, που είχε τη δυνατότητα για απόλυτες εγκόσμιες απαιτήσεις.
Ο λόγος που διατυπώνω αυτό, είναι επειδή αυτή η λογική ενυπάρχει σε μας ακόμη. Όταν κάνουμε λόγο για κάποια «κοινωνία» (γαλλική κοινωνία, τζαμαϊκανή κοινωνία), μιλάμε στην πραγματικότητα για ανθρώπους που οργανώνονται υπό την έννοια ενός κράτους – έθνους. Αυτό τέλος πάντων είναι το εννοούμενο μοντέλο. Οι «κοινωνίες» είναι στην πραγματικότητα κράτη, η λογική των κρατών είναι αυτή της κατάκτησης, η λογική της κατάκτησης είναι εν τέλει ταυτόσημη με αυτή της δουλείας. Είναι γεγονός ότι αυτό στα χέρια των υπέρμαχων του κράτους αποκτά ένα νόημα ενός πιο καλοκάγαθου «κοινωνικού χρέους». Ορίστε λοιπόν μια μικρή ιστορία, ένα είδος μύθου. Γεννιόμαστε όλοι με ένα αέναο χρέος στην κοινωνία που μας μεγάλωσε, μας έθρεψε, μας τάισε και μας έντυσε, ένα χρέος σε εκείνους που έχουν πεθάνει προ πολλού και ανακάλυψαν τη γλώσσα και τις παραδόσεις μας, σε όλους εκείνους που έχουν καταστήσει δυνατή την ύπαρξή μας. Στους αρχαίους καιρούς, νομίζαμε ότι το οφείλαμε αυτό στους θεούς (το χρέος αυτό ξεπληρωνόταν με θυσίες, ή η θυσία ήταν απλώς η αποπληρωμή του τόκου, στο τέλος ξεπληρωνόταν με το θάνατο). Αργότερα το χρέος υιοθετήθηκε από το κράτος, ένας θεϊκός θεσμός, με φόρους σε αντικατάσταση των θυσιών και στρατιωτική θητεία σε αντικατάσταση του χρέους της ζωής. Το χρήμα είναι απλά η απτή μορφή αυτού του κοινωνικού χρέους, έτσι όπως γίνεται η διαχείρισή του. Οι κεϋνσιανοί αρέσκονται σ’ αυτού του είδους τη λογική. Το ίδιο ισχύει και για κάποιες τάσεις σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών, ακόμα και κρυπτοφασιστών, όπως είναι ο Auguste Comte (ο πρώτος απ’ όσο ξέρω που πραγματικά επινόησε τη φράση «κοινωνικό χρέος»). Όμως αυτή η φιλοσοφία διατρέχει επίσης μεγάλο μέρος της κοινής μας λογικής: πάρτε για παράδειγμα τη φράση: «να πληρώσει το χρέος του στην κοινωνία», ή «ένιωσα ότι χρωστούσα κάτι στη χώρα μου», ή «ήθελα να δώσω κάτι πίσω». Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, αμοιβαίες δεσμεύσεις – ένα είδος σχέσεων, με το οποίο θα μπορούσαν να συμβιώσουν αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι – τείνουν να γίνουν υποσύνολο σε μια αίσθηση «κοινωνίας», όπου όλα τα άτομα είναι ίσα, μονάχα ως απόλυτοι οφειλέτες της (τώρα αφανούς) φιγούρας του βασιλιά, που πλέον αντικαθιστά τη μητέρα σου και κατ’ επέκταση την ανθρωπότητα.
Αυτό που προτείνω λοιπόν είναι ότι καθώς οι διεκδικήσεις της απρόσωπης αγοράς και αυτές της «κοινωνίας» συχνά αντιπαρατίθενται – και σίγουρα έχουν μια τάση να παλαντζάρουν με όλους τους τρόπους – έχουν εν τέλει ιδρυθεί με μια πολύ όμοια λογική με αυτή της βίας. Ούτε είναι αυτό ένα απλό θέμα ιστορικών προελεύσεων, το οποίο μπορεί να αποδιωχτεί ως ασήμαντο: ούτε οι αγορές, ούτε τα κράτη μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη διαρκή απειλή δύναμης.
Κάποιο άτομο μπορεί να ρωτήσει, τότε ποια είναι η εναλλακτική;


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Ηλίας Πετρόπουλος: Μεγάλο αφιέρωμα και τανία για τον λαογράφο των περιθωριακών και των παράνομων










 

Δείτε εδώ το πολύ καλό ντοκυμαντέρ
για την ζωή και το έργο του Ηλία Πετρόπουλου.


Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1973. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι 'ήρωες' των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο..

“Και είπα στην γυναίκα μου:
όταν ψοφήσω στο Παρίσι, να κάψεις το κουφάρι μου στο κρεματόριο και να ρίξεις τις στάχτες μου στον υπόνομο. Τέτοια είναι η διαθήκη μου.»

Ο χαρακτηρισμένος ως εθνολόγος του περιθωρίου και ερευνητής του ασήμαντου, ο Ηλίας Πετρόπουλος, είναι μια περίπτωση την οποία τουλάχιστον όσον αφορά τα έργα του πρέπει να δούμε με ενδιαφέρον.

Προσωπικότητα δυναμική, αμφισβητούσε τα πάντα, δεν πίστευε σε κανένα θεσμό (θρησκεία, στρατό, πολιτικές παρατάξεις). Δηλωμένος άπατρις, αναρχικός και άθεος κατόρθωσε έπειτα από απαίτηση του να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα το 1972- εν μέσω δικτακτωρίας- με τον τελευταίο προσδιορισμό.

Τον Πετρόπουλο έλκυαν οι μειονότητες είτε εθνολογικές, είτε κοινωνικές. Μνημειώδη έργα του τα «Ρεμπέτικα τραγούδια», «Το εγχειρίδιον του καλού κλέφτη», τα «Καλιαρντά». Έχει στο ενεργητικό του περίπου 80 βιβλία, ανάμεσα τους και ποιητικές συλλογές και πάνω από χίλια άρθρα σε εφημερίδες. Συλλέκτης του «ανάξιου» και του περιφρονημένου, αυτού που εκμηδένιζε ο πολιτισμός, έφερε στην επιφάνεια αθέατες πλευρές της κοινωνίας και πλήρωσε με φυλακίσεις την έκδοση βιβλίων του. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι το 1973 και δεν γύρισε ποτέ ξανά στην Ελλάδα.
Για την δύσκολη σχέση με την γενέτειρα του δηλώνει: «Υπάρχει μια σχέση αγάπης-μίσους με την Ελλάδα, δηλαδή τον σημερινό ελληνικό χώρο, που βεβαίως δεν είναι αιώνιος. Αγνοώ τι σημαίνει ο χαρακτηρισμός “Έλλην” γι’ αυτό και γράφω την λέξη εντός εισαγωγικών. Προσωπικά είμαι “Έλληνας” αφού στην Ελλάδα βύζαξα, σπούδασα και έζησα 45 χρόνια, αλλά δεν μου διαφεύγει πως στην χώρα κατοικεί μια πανσπερμία λαών όπως στην Ιταλία την πρώην Γιουγκοσλαβία και στην Τουρκία. Αντιμετωπίζω τους “ Έλληνες” με παλμό, θαυμάζω τους “ Έλληνες” γιατί διατήρησαν την γλώσσα τους, απεχθάνομαι τους “Έλληνες” για τον χυδαίο ρατσισμό τους.

Ορκισμένος εχθρός της μετριότητας, σάρκασε ανελέητα την Ελλάδα, δημόσιους άνδρες, πνευματικούς, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Δεν επέδειξε τον απαιτούμενο «σεβασμό» στις υπάρχουσες κοινωνικές ισορροπίες, κι έτσι έμεινε εκτός «αφιερωμάτων» ή «τιμητικών» εκδηλώσεων. Προσπαθώντας και ο ίδιος να συμφιλιωθεί με αυτήν την πραγματικότητα, έλεγε:
«Ότι έκανα στην Ελλάδα ήταν πρόωρο. Και το "άθεος" στην ταυτότητα και τα βιβλία και ο κώλος. Όλα ήταν πρόωρα»

«Αγαπώ τα τσογλάνια και τους κλέφτες και τις πουτάνες και τους χασικλήδες και τους ρεμπέτες και τους πούστηδες και τους τεμπέληδες γιατί καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στο ποινικό μητρώο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών»

Ο Πετρόπουλος λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972 και για το κείμενό του Σώμα, που δημοσίευσε στο περιοδικό Τραμ. Το 1972 διεκδίκησε και πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα η οποία ανέγραφε στο θρήσκευμα «άθεος». Μέχρι το 1998 —δηλαδή για πάνω από 25 χρόνια και μέχρι τα 70 του— εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας. Κουρασμένος από το κυνηγητό και απογοητευμένος, μετακόμισε στο Παρίσι το 1975, από όπου συνέχισε ασταμάτητα να γράφει βιβλία για την Ελλάδα.

Στα 40 χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας, ο Ηλίας Πετρόπουλος, δημοσίευσε 80 βιβλία και πάνω από χίλια άρθρα. Με βασικό άξονα ό,τι ο ίδιος αποκάλεσε «λαογραφία του άστεως», το έργο του καταγράφει δομές, θεσμούς, τρόπους έκφρασης και αντικείμενα της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας. Το ανέκδοτο έργο του είναι τεράστιο, μέρος του οποίου είναι λεξικογραφικό. Το «Υπο–Λεξικό», το «Λεξικό του πολιτικού λόγου», το «Ονοματολεξικό» και τα «Φλοράδικα» περιμένουν τη μεταθανάτια επιμέλεια και δημοσίευσή τους.

Το 2005 κυκλοφόρησε το ντοκυμαντέρ "Ηλίας Πετρόπουλος - Ένας κόσμος υπόγειος", διάρκειας 61', σκηνοθεσίας Καλλίοπης Λεγάκη, στο οποίο συντελεστές ήταν και ο ίδιος ο Πετρόπουλος λίγο πριν το θάνατό του.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος πέθανε στις 03/09/2003, επιθυμία του ήταν να αποτεφρωθεί και η στάχτη του να ριχτεί στους υπονόμους του Παρισιού όπως και έγινε, ένα φθινοπωρινό πρωινο.

Κατεβάστε και αυτή τη συλλογή βιβλίΩν σε μορή pdf
απο εδω: Ηλίας Πετρόπουλος - Μικρή συλλογή
Η Συλλογή  περιλαμβάνει.

* Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη
* Παροιμίες του υπόκοσμου
* Καλιαρντά
* Η φουστανέλα


"ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟ" του ΤΕΟ ΡΟΜΒΟΥ *

Ο Πετρόπουλος έλεγε ότι προτιμάει το Ροΐδη από τον Παπαδιαμάντη που τον αποκαλούσε «μούχλα». Ο Πετρόπουλος έχει πολλά κοινά με το Ροΐδη, είναι και εκείνος ένας εργάτης της γραφής, όπως και ο Ροΐδης- και οι δυο τους υπήρξαν σαρκαστικοί στοχαστές, ρηξικέλευθοι που γνώριζαν πολύ καλά την Εσπερία και τον ουμανισμό της, το διαφωτισμό και την υποκρισία της.
Ο Ροΐδης τα βάζει με την εκκλησία, ο Πετρόπουλος με τους δικαστές, και οι δυο τους κάνουν συνεχώς οργισμένη, λυσσασμένη κοινωνική πολεμική κι οι δύο τους ασκούν διαρκώς κριτική στον ελλαδικό επαρχιωτισμό και την εξουσία…

Το βιβλίο που ετοίμαζε μιαν ολόκληρη ζωή ο Πετρόπουλος ήταν το λεύκωμα ”Ελλάδος Κοιμητήρια” (2005). Ο ίδιος έχει πει: «Αυτό είναι το βιβλίο της ζωής μου».  Για να γνωρίσει μια πόλη και τους κατοίκους της ξεκίναγε από τα νεκροταφεία της. Επισκέφτηκε εκατοντάδες νεκροταφεία στην Ελλάδα και τα φωτογράφησε. Όταν πήγε στο Βερολίνο αγόρασε ένα τεράστιο χάρτη της πόλης, τον κόλλησε στον τοίχο, σημάδεψε πάνω του με κόκκινο μαρκαδόρο όλα τα νεκροταφεία και με τρόμο ανακάλυψε ότι είναι περίπου 500. Την κοπιαστική δουλειά της φωτογράφησής τους την έκανε με τα πόδια. Κουραζόταν τόσο πολύ που έλεγε να τα παρατήσει, όμως, συνέχισε με πείσμα και τελείωσε μέσα σε έξη μήνες. Έτσι γνώρισε το αχανές Βερολίνο. Και πίστεψε πως είχε, πια, το δικαίωμα να μιλήσει γι αυτά που είδε.

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης πρέπει να ήταν ο πρώτος Έλληνας που περιπλανήθηκε στους νεκροθαλάμους της Δύσης και έχει γράψει ένα σχετικό αφήγημα, την “Αμφίβολο Ζωή”. Ένα κείμενο για το θεσμό του Asylum Dublae Vitae που δημιουργήθηκε τον περασμένο αιώνα στη Γερμανία από το φόβο των ανθρώπων μπρος στη νεκροφάνεια. Ο νεκρός πριν την ταφή πήγαινε στο ίδρυμα Αμφιβόλου Ζωής όπου και παρέμενε κάποιες ημέρες σαπίζοντας μέχρι να διαπιστωθεί το αμετάκλητον του θανάτου, και τότε μόνον όδευε προς ταφήν.

Ο Ροΐδης, περιερχόμενος το φτωχικό νεκροταφείο των Αθηναίων που βρισκόταν στην «πεδιάδα» της Βάθης (στη σημερινή πλατεία Βάθης), στο διήγημά του το “Παράπονο του Νεκροθάπτου” (1895) γράφει: «Εξαιρετικώς ανθηρόν είναι του Χάρωνος της Βάθειας το χαρέμι!», που απαρτίζονταν από δεκαεξάχρονες εφήβους Αθηναίες…
Μόλο το μακάβριο της ενασχόλησης με το θέμα του θανάτου, και οι δυο τους μένουν αμέτοχοι, σχεδόν  σαρκάζουν τον μεγάλο αντίπαλο, σα να πρόκειται απλώς για μια απλή προσωπική κόντρα. Παρουσιάζονται πεισιθάνατοι, ενώ στην πραγματικότητα είναι και οι δυο τους βαθύτατα ζωηφόροι και μας ψιθυρίζουν μέσα από τα κείμενά τους την άμετρη αγάπη τους προς τη ζωή. Κι ενώ γράφουν για το απόλυτο τέλος, για το θάνατο, με μαεστρία ξεγλιστρούν από του Χάρου το δρεπάνι. Να δυο παραδείγματα:

Στον πρόλογο του βιβλίου ‘‘Σκηναί της Ερήμου’’ του Κ. Μ. Βοσπορίτη (1899), ο Ροΐδης  αναφέρεται σε μια μυθική φιγούρα των παιδικών του χρόνων, τον Βαρβαρέζο, που αφηγείται μια φοβερή ιστορία της αφρικανικής ζούγκλας: «Ευρισκόμαστε εις το μισό δρόμο, όταν έξαφνα από μέσα από μια λόχμη μας επάγωσε το αίμα ένα μούγκρισμα φοβερό…» «Το λεοντάρι τέλως πάντων!» ανέκραξε το ακροατήριο του Βαρβαρέζου.

«Μάλιστα, κύριοι Συριανοί, το λεοντάρι. Και ήθελα να σας έβλεπα εις τη θέσι μου, σάς τους κυνηγούς των κεφαλάδων και των κορυδαλλών. Εστέκετο εις τη μέση στο μονοπάτι, μόλις δέκα βήματα μακρυά, και δεν είχα συλλογισθή να ξαναγεμίσω το τουφέκι μου, αφού εσκότωσα το ζαρκάδι. Και γεμάτο όμως αν ήτανε, δεν θα είχα καιρό να το αδειάσω, γιατί το θεριό μ’ ένα πήδημα ευρέθηκε απάνω μου, και μ’ έρριψε προύμητα κατά γης. Εκατάπια μια φούχτα άμμο και επρόφθασα ακόμα να ιδώ το Θωμά και τον αράπη, όπου έφευγαν ωσάν κυνηγημένοι λαγοί, έπειτα ελιγοθύμησα. Δεν ηξεύρω πόσην ώρα έμεινα λιγοθυμισμένος, αλλά σιγά σιγά ήρχισα να ξαναέρχωμαι εις τας αισθήσεις μου. Δεν εθυμούμουν ακόμη καθαρά τι μου είχε συμβή, και εδοκίμασα να σηκωθώ. Αλλ’ εις την πρώτη κίνησί μου ήκουσα πάλι το ίδιο μουγκρητό και βάρος εις τους ώμους μου ως να εσήκωνα βουνό. Το λεοντάρι ήτον εξαπλωμένο απάνω εις την ράχι μου. Όσον παλληκαράς και αν ήμαι, δεν εντρέπομαι να ομολογήσω πως έτρεμα σαν καλάμι. Φαντασθήτε όμως τι έγεινα, όταν το θηρίο ήρχισε να με τρώγη ζωντανό. Ήκουσα τα κόκκαλά μου να σπάνουν και να τρίζουν ανάμεσα εις τα φοβερά του δόντια και το αίμα μου έσταζε άφθονο απάνω εις το λαιμό και τα μάγουλά μου. 

Το θαύμα όμως είναι, ότι δεν ησθανούμουν κανένα πόνο από το σπάραγμα του κορμιού μου, αλλά μόνον ζάλη, στενοχώρια και το φοβερό βάρος του λεονταριού που εκάθητο απάνω μου κ’ εξακολουθούσε να με τρώγη. Ελιγοθύμησα και πάλι από την τρομάρα, και κανένας ας μη πη ότι δεν είχα δίκαιο».
«Πώς γίνεται, ηρωτήσαμεν, αφού μας είπες ότι σε είχε μισοφάγη το λεοντάρι. Φαίνεται ότι είδες όνειρο από την τρομάρα, και το λεοντάρι είχε φύγει χωρίς να σε πειράξη».

«Όχι, κύριοι, με συμπάθειο, όσα σας είπα ήσαν πραγματική αλήθεια. Απόδειξις ότι δεν είδα όνειρο είναι που ήλθεν ο Θωμάς με τους μαύρους να ζητήσουν τα απομεινάρια μου για να τα θάψουν, το λεοντάρι εκαθότανε ακόμη απάνω μου και εξακολούθαε να με ρουκανίζη. Έφυγε μόνον αφού το ετρόμαξαν των αράπηδων αι πολλές λαμπάδες. Τώρα δια να καταλάβετε πώς γίνεται να ήμαι ακόμη ζωντανός, πρέπει να θυμηθήτε, πως όταν μ’ έρριξε το θηρίο κατά γής έπεσα κατάμουτρα και τη ράχι μου εσκέπαζε το μισό ζαρκάδι, όπου είχα φορτωθή. Το κρέας εκείνο είχε φάγει το λεοντάρι πιστεύοντας ότι με τρώγει. Φαίνεται ότι εγελάστηκα κι εγώ».

Ο Πετρόπουλος στο βιβλίο του “Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα” (1988), περιγράφει καθημερινές σκηνές φρίκης σ’ ένα απόμακρο νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια της Κατοχής όπου πήγαιναν τους εκτελεσμένους από τα Τάγματα Ασφαλείας για να τους θάψουν. Και αφηγείται μιαν ανάλογη ιστορία για ένα μυθώδες πρόσωπο των εφηβικών του χρόνων, τον Χαρίτο:
«Η νεκροφόρα του Δήμου προοριζότανε για τους άπορους. Μιλάμε για μια μαύρη παλιοκαρότσα με ένα ψοφάλογο, που το κουμαντάριζε ο ατυχής ηνίοχος. Τον ηνίοχο τον λέγανε Χαρίτο και ήταν πασίγνωστος στην πιάτσα των χασικλήδων, γιατί ο Χαρίτος πούλαγε στη ζούλα τσίκες. Ο Χαρίτος ήταν ένας γιγάντιος αμπλαούμπλας. Φόραγε πάντα στο κεφάλι έναν πλεχτό μάλλινο κούκο με φούντα. Μίλαγε βραχνά και κουτσαβάκικα, σαν τον Μάρκο Βαμβακάρη. Γνώρισα τον Χαρίτο το ’44 και κράτησα την φιλία μαζί του για πολλά χρόνια, γιατί ήτανε έξυπνος και αξιαγάπητος.

Όταν λοιπόν, ο Χαρίτος κατέφθανε στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής, σταμάταγε στην πύλη κι άφηνε τα σχετικά χαρτιά στην γραμματεία και, συγχρόνως, καλούσε τους νεκροθάφτες. Το άλογό του ήταν καταϊδρωμένο από τον ανηφορικό χωματόδρομο, που σήμερα τον λένε οδό Λαχανά. Οι νεκροθάφτες παρίσταναν τον κουφό, ώσπου ο Χαρίτος οδηγούσε τη νεκροφόρα πλάι σε κάποιον ανοιχτό ομαδικό τάφο. Εκεί, άνοιγε τα δύο πίσω πορτάκια της νεκροφόρας κι απομακρυνότανε τρέχοντας, εξαιτίας της μπόχας. 

Οι νεκροθάφτες με διάφορες προφάσεις κωλυσιεργούσαν. Δεν φαινόντουσαν πουθενά για πουθενά. Και τότε, επαναλαμβανότανε ομοιόμορφα μια απερίγραπτη σκηνή: ο Χαρίτος γαμωσταύριζε, οι νεκροθάφτες του φώναζαν από μακριά να κατεβάσει τα πτώματα από τη νεκροφόρα, ο Χαρίτος απαντούσε ότι τυγχάνει αναρμόδιος, οι νεκροθάφτες ισχυριζόντουσαν ότι δικιά τους δουλειά είναι μόνον η ταφή κτλ. κτλ. Στο τέλος ο Χαρίτος (αναθεματίζοντας την μοίρα του) γράπωνε από το ποδάρι ένα-ένα τα πτώματα και τα βρόνταγε καταγής. Καθώς τα πτώματα έπεφταν χάμω έσκαγαν σαν μπαλόνια. Τότε πλησίαζαν οι νεκροθάφτες και έπιαναν να  σκουντάνε τα κουφάρια με τα φτυάρια, για να κυλήσουν μέσα στον ομαδικό τάφο. Όλο αυτό το διάστημα ο παπάς του νεκροταφείου έμενε κρυμμένος στην δροσιά της εκκλησιάς. Ποτέ μου δεν είδα αυτόν τον πουστόπαπα να ψέλνει μιαν ευχή για τα σκοτωμένα παιδιά…»

«Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου ο Χαρίτος εξαφανίστηκε. Είπανε πως τον σκότωσαν οι ταγματασφαλίτες, για να του πάρουν τις τσίκες. Την άνοιξη του ’45 τράκαρα τυχαία τον Χαρίτο στον δρόμο. Έμεινα ξερός. Τον ρώτησα πού είχε χαθεί. Και μου διηγήθηκε την ιστορία του. Τον είχαν εκτελέσει οι ταγματασφαλίτες με ριπές και τον άφησαν νεκρό. Όταν έφυγαν, ο Χαρίτος πήρε τα χυμένα άντερά του στα χέρια και σύρθηκε προς κάποιο νοσοκομείο, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του: αγάντα, Χαρίτο! Τελικώς επέζησε».

Τον Σεπτέμβριο του 2003 έλαβα το μήνυμα θανάτου του προσφιλούς μου Ηλία Πετρόπουλου και πήγα στο Παρίσι για την κηδεία του. Σύμφωνα με την επιθυμία του, αποτεφρώθηκε και η τελετή έγινε στο κρεματόριο του νεκροταφείου Père-Lachaise. Κατά τη διάρκεια της καύσης εγένετο ο διαχωρισμός του φθαρτού Ηλία Πετρόπουλου από τον αθάνατο. Όλες οι ευγενείς ουσίες του έγιναν πυρόεσσα ύλη, στροβιλίστηκαν και ανελήφθησαν στον ουρανό ως ενέργεια ακτινοβολούσα και γνώση φωτίζουσα. Σκορπίστηκαν στο πρώτο ανεμορίπισμα και επικάθισαν ωσάν τυχαία επιφοίτηση στις κεφαλές των ανύποπτων και απροσδιόριστων περαστικών και παρευρισκομένων στην τελετή, συμπεριλαμβανομένου και εμού του ιδίου…

Στην πρώιμή μου νιότη είχα διαλέξει και εγώ κάποιο δαιδαλώδες μονοπάτι του δάσους. Και προχωρούσα στα τυφλά. Μέχρι που άρχισα να διακρίνω τα σημεία. Μάθαινα να διαβάζω τα σημάδια σαν τους Ινδιάνους, κι ακολουθούσα τα ίχνη που άφηναν στο διάβα τους οι προηγούμενοι, οι προγενέστεροι. Μάθαινα από αυτούς και σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω τη βαθύτερη σημασία των αποτυπώσεων αυτών και ποια αόρατα νήματα τα τυλίγουν και τα ενώνουν όλα σαν τη μακία βλάστηση στο Δάσος. Εκεί που τριγυρνούν οι ιδέες της εξέγερσης και τα πνεύματα των ανυπότακτων.

Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης στη νιότη του συναντήθηκε με τον Μαξ Στίρνερ στο Βερολίνο, αργότερα συνάντησε τον Προυντόν στη φυλακή στο Παρίσι, και όταν πήγε στο Μεξικό μετέφρασε πρώτος τον Προυντόν στα ισπανικά. Με τα γραφτά και τις μεταφράσεις του έβαζε υποθήκη για τη μεξικάνικη επανάσταση των ζαπατίστας. Τη χρονιά που ο Ροδοκανάκης εξαφανίζεται από προσώπου γης, στην Πομερανία έρχεται στον κόσμο ο Μπούνο Τράβεν, ο οποίος  θα πάρει μέρος στην εξέγερση του Μονάχου. Μετά την καταστολή της συνελήφθη και, πριν εκτελεστεί, δραπέτευσε και κατέφυγε στο Μεξικό στα χνάρια του Πλωτίνου Ροδοκανάκη για να εξιστορήσει –με τη σειρά του- στα βιβλία του τη μεξικάνικη επανάσταση. 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης που ήταν πρώτος ξάδελφος του Ροδοκανάκη από μητέρα, μετέφρασε τον Μαξ Στίρνερ στα ελληνικά ενώ ο Goustave Flourens που συμμετέσχε στην αποτυχημένη επανάσταση της Κρήτης το 1866, υπερασπίστηκε την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη με άρθρο του στην ”L’ Indepedence Hellenique” τη γαλλόφωνη εφημερίδα που εκδιδόταν εκείνη την εποχή στην Αθήνα.

Ο Αλφρέντ Ζαρρύ που κυκλοφορούσε με το ποδήλατό του οργισμένος και οπλισμένος, μετέφρασε στα γαλλικά την ”Πάπισσα Ιωάννα” του Εμμανουήλ Ροΐδη. Ο Ρομαίν Ρολάν μεσολάβησε για να εκδοθεί το πρώτο βιβλίο του Παναΐτ Ιστράτι στη Γαλλία και ο Ιστράτι στη συνέχεια ξεσήκωνε τα μυαλά πολυπληθών ακροατηρίων στο Βερολίνο, στην Αθήνα, κι όπου αλλού εμφανιζόταν. Ο Θέμος Κορνάρος με το βιβλίο του ”Αγύρτες και Κλέφτες στην Εξουσία” έβαλε μπουρλότο δυναμιτίζοντας τις απάτες των κληρικών, ο Γιώργος Ζάρκος προκάλεσε τη μήνη και τη βία κατά του προσώπου του των οργανωμένων του ΚΚ, ο Θωμάς Γκόρπας ενέσπειρε μικρές νάρκες με τους καταραμένους λογοτέχνες που ανακάλυψε και ο Ηλίας Πετρόπουλος είπε πολλές φορές “όχι”, αντιστάθηκε, διώχθηκε, φυλακίστηκε, και με τη σύντροφό του Μαίρη Κουκουλέ μετακόμισε στο Παρίσι για να πυρπολεί από εκεί τα ελληνικά μυαλά μας με φωτιές και πάθη…

Αγαπητοί μου φίλοι, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ένας άνθρωπος του κόσμου, ερωτιάρης και σκανδαλιάρης είναι απόψε, εδώ, μαζί μας: «Ήμουνα και παραμένω Αναρχικός, Άθεος και Άπατρις. Είμαι βαμμένος εχθρός της γαμημένης Ορθοδοξίας. Είμαι υποχρεωτικώς Έλληνας, αφού η κουλτούρα μου είναι ελληνική. Και δεν είμαι πατριώτης, ιδίως με τον φασιστικό νεοελληνικό τρόπο.»

* Ο Τέος Ρόμβος είναι συγγραφέας. Τα βιβλία του Πλάνος Δρόμος (μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Αφρική και στα Εξάρχεια του 1980, 3η έκδοση), Κείμενο Πάθος (ερωτικό μυθιστόρημα στις γερμανικές καταλήψεις του 1968, 2η έκδοση), Κρυφά Ταξίδια (δοκίμια για Μάη ΄68, οικολογία, «καταραμένους» και κυνηγημένους από την εξουσία συγγραφείς κ.λπ.) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος. Η συλλογή διηγημάτων του Ασσασίνοι του Βορρά, Δροσουλίτες του Νότου (2η έκδοση) από τις εκδόσεις Γόρδιος και η μελέτη του Πλωτίνος Ροδοκανάκης, ένας Έλληνας αναρχικός από τις εκδόσεις Ηλέκτρα.


Η εργογραφία του Ηλία Πετρόπουλου:

Πεζά

· "Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη" (εκδ.Νεφέλη-1979)
· "Πτώματα, πτώματα, πτώματα..." (εκδ. Νεφέλη-1989)
· "Η μυθολογία του Βερολίνου" (εκδ. Νεφέλη-1982)

Υπόκοσμος

· "Ρεμπέτικα Τραγούδια" (εκδ. Κέδρος-1979)
· "Ρεμπετολογία" (εκδ. Κέδρος-1968)
· "Τα Μικρά Ρεμπέτικα" (εκδ. Νεφέλη-1968)
· "Το Άγιο Χασισάκι" (εκδ. Νεφέλη-1987)
· "Της Φυλακής" (εκδ. Νεφέλη-1975)
· "Το Μπουρδέλο" (εκδ. Νεφέλη-1980)
· "Υπόκοσμος και Καραγκιόζης" (εκδ. Γράμματα-1978)
· "Καπανταήδες και Μαχαιροβγάλτες" (εκδ. Νεφέλη-2001)
· "Παροιμίες του Υποκόσμου" (εκδ. Νεφέλη-2002)

Λεξικά

· "Γλωσσάριο των Ρεμπέτηδων" (εκδ. Κέδρος-1968)
· "Καλιαρντά" (εκδ. Νεφέλη-1971)

Ενδυματολογία

· "Η φουστανέλα" (εκδ. Νεφέλη-1987)
· "Η Τραγιάσκα" (εκδ. Πατάκη-2000)

Λαογραφία

· "Ο Τούρκικος Καφές εν Ελλάδι" (εκδ. Νεφέλη-1979)
· "Ο Μύσταξ" (εκδ. Νεφέλη-1989)
· "Ψειρολογία" (εκδ. Νεφέλη-1979)
· "Η Ονοματοθεσία Οδών και Πλατειών" (εκδ. Πατάκη-1995)
· "Το Ταντούρι και το Μαγκάλι" (εκδ. Νεφέλη-1994)
· "Καρέκλες και Σκαμνιά" (εκδ. Νεφέλη-1988)
· "Η Εθνική Φασουλάδα" (εκδ. Νεφέλη-1993)
· "Τα Σίδερα. Η Λάσπη. Τα Μπαστούνια" (εκδ. Νεφέλη-1984)
· "Ιστορία της Καπότας" (εκδ. Νεφέλη-1984)
· "La voiture grecque" (Παρίσι-1976)
· "La kiosque grec" (Παρίσι-1976)
· "Cages a oiseaux en Grece" (Παρίσι-1976)
· "Album turc" (Παρίσι-1976)

Αρχιτεκτονική

· "Το μπαλκόνι στην Ελλάδα" (εκδ. Νεφέλη-1981)
· "Η αυλή" (εκδ. Χατζηνικολή-1981)
· "Το παράθυρο στην Ελλάδα" (εκδ. Νεφέλη-1981)
· "Ελληνικές Σιδεριές" (εκδ. Νεφέλη-1981)
· "Ξυλόπορτες - Σιδερόπορτες" (εκδ. Νεφέλη-1981)
· "Το Μάτι του Βοδιού" (εκδ. Νεφέλη-1980)

Άρθρα

· "Μικρά Κείμενα" (εκδ. Γράμματα-1980)
· "Άρθρα στην Ελευθεροτυπία" (εκδ. Πατάκη-1992)
· "Ο κουραδοκόφτης" (εκδ. Νεφέλη-2002)

Μεταφράσεις

"Δώδεκα Τραγουδάκια από την Παλατινή Ανθολογία" (εκδ. Νεφέλη-1980)
· "Αρετίνου Ακόλαστα Σονέτα" (εκδ. Νεφέλη-1992)
· "Ιωάννου Αποκάλυψις" (εκδ. Νεφέλη-1975)

Ποίηση

· "Ποιήματα (1968-1991)" (εκδ. Νεφέλη-1991)
·Βιογραφίες "Ποτέ και Τίποτα" (εκδ. Νεφέλη-1993)
· "Topor: Τέσσερεις Εποχές" (εκδ. Νεφέλη-1991)

Ιστορία

· "Les Juifs de Salonique/In Memoriam" (Παρίσι-1983)

· "Παύλος Μοσχίδης" (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
· "Γιώργος Παραλής" (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
· "Χαρακτική: Π. Τέτσης" (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
· "Γιώργος Δέρπαπας" (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
· "Μποστ" (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
· "Σταμ.Σταμ." (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)
· "Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης" (εκδ. Πατάκη 1998-α΄δημοσ. 1965)
· "Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης" (εκδ. Πατάκη 1998- α΄δημοσ. 1958)
· "Τέσσερεις Ζωγράφοι: Αντώνης (Anton)/ Βιτάσταλη/ Δουραλή/ Σουλιώτης" 
(εκδ. Νεφέλη-1999) Σχέδια-Κολλάζ
· "Κυρίως αυτό" (εκδ. Νεφέλη-1993) με τον Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο
· "Μνήμη Νίκου Καχτίτση" (αυτοέκδοση-1972)
· "Επιστολαί προς Μνηστήν" (εκδ. Νεφέλη-1998)


Το αφιέρωμα έγινε από την αναρχική ομάδα Λέσχη των Ισοπεδοτών:
http://isopedotes.blogspot.com/2011/02/blog-post_24.html

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

"Λίγα λόγια για τις εκλογές" από την Αντιεξουσιαστική Κίνηση














Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα σταυροδρόμι που χαράσσεται εδώ και τρία χρόνια. Τις συγκρούσεις του 2008 τις διαδέχτηκε ο δημόσιος διάλογος των πλατειών απ’ το τεράστιο ποτάμι της κοινωνίας. Τον Δεκέμβρη το κράτος απαξίωνε τη ζωή δολοφονώντας έναν 15χρονο, το καλοκαίρι του 2011 η ζωή απαξίωνε το κράτος αναπνέοντας ελεύθερο αέρα στις πλατείες παρά και ενάντια στην κηδεμονία του.

Το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας μπήκε σε ημερήσια διαβούλευση δημιουργώντας ένα τεράστιο ρήγμα στον τοίχο της αντιπροσώπευσης. Ο δρόμος άνοιξε, όμως το ερώτημα παραμένει, ποιος θα τον περπατήσει.

Οι μηχανισμοί διαχείρισης της εξουσίας έχουν φτάσει πλέον στη ριζική αυτοαναίρεσή τους, μιας και αδυνατούν όχι μόνο να διασφαλίσουν το κοινωνικό συμβόλαιο και την ομαλή λειτουργία της ζωής αλλά δεν δείχνουν και καμιά προοπτική διεξόδου στο σήμερα. Ο δομικός χαρακτήρας της κρίσης συμπαρασύρει όλο το ιδεολογικό εποικοδόμημα στο οποίο έχει στηριχθεί η καπιταλιστική συναίνεση. Όλες οι υποσχέσεις του συστήματος για ευτυχία, ευημερία και ασφάλεια έχουν πλέον πέσει στο κενό. Τα ιδεολογήματα της διαρκούς και αέναης ανάπτυξης συντρίβονται αφού προηγουμένως συνέτριψαν κάθε πλαίσιο νοήματος.

Οι εκλογές κατέδειξαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο όχι μόνο την κρίση ενσωμάτωσης εκπροσώπησης αλλά και το τέλος του δικομματισμού και της συνακόλουθης «μεταπολίτευσης». Αυτό το «ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ» των εκλογικών αποτελεσμάτων αποκαλύπτει το «ΕΙΝΑΙ» μιας βαθύτερης κοινωνικής διαδικασίας που είχε χρόνια δημιουργηθεί με τη μετατροπή της ζωής σε καταναλωτική μανία και αυτό με την ορθολογική μεθοδικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης αλά ελληνικά. Αποτέλεσμα, το σπάσιμο του κοινωνικού δεσμού, η απονοηματοδότηση θεσμών (κοινωνικών και πολιτικών), η αποδιοργάνωση των σημασιών και η απόδραση του νοήματος.

Πλήρης δηλαδή κυριαρχία της εξατομίκευσης, του ιδιωτικού πάνω στο δημόσιο.

Πολιτικά, αυτή η κατάσταση εκφραζόταν μέσα από την κατάρρευση των κομμάτων και των κομματικών ρόλων, πράγμα που υποδαυλιζόταν μέσα από συνεχείς αγώνες κοινωνικούς και πολιτικούς, με αποκορύφωμα το Σύνταγμα όπου δρομολογήθηκε η συντριβή της εκπροσώπησης χωρίς επιστροφή. Για να πούμε όμως την αλήθεια, η αποστοίχιση του κόσμου από τα κόμματα, τόσο εδώ αλλά κυρίως στην Ευρώπη, έχει επιτελεστεί πολλά χρόνια τώρα με την κυριαρχία του ιδιωτικού πάνω στο δημόσιο, με την κυριαρχία δηλαδή της οικονομίας και των καπιταλιστικών συγκροτήσεων πάνω στο κράτος και την πολιτική (ως μέθοδος διαχείρισης).

Στο Σύνταγμα η Αριστερά στο σύνολό της επέλεξε το εύπεπτο λαϊκίστικο δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο προκειμένου να έχει ρόλο αντί της αυτοθέσμισης-αυτοοργάνωσης μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης. Το ψευτοδίλημμα αυτό πέρασε, αλλά θα το βρει μπροστά της και ίσως αποτελέσει μια ήττα μεγαλύτερη από όσο μπορεί να φανταστεί ο οποιοσδήποτε.

Το μνημόνιο δεν δημιούργησε την κρίση αλλά αποκάλυψε το βάθος της που το ξεπερνούσε. Θα μπορούσε να την αποκαλύψει και μια σφαλιάρα όπως έγινε και τον Μάη του ’68 στη Γαλλία.

Δεν ήταν μόνο ότι η οικονομία κατέρρευσε μέσα από τον δανεισμό, ήταν ότι από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα η ελληνική κοινωνία έπεσε με τα μούτρα στον καταναλωτισμό, στην ιδιώτευση, στην απαξίωση του συλλογικού, στο εύκολο κέρδος, στην ασφάλεια της επιδότησης, στην καταστροφή της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων, στον συντεχνιασμό, στα πελατειακά και κομματικά προνόμια, στη μετατροπή της παιδείας σε εργαλείο της οικονομίας, στις κρατικοδίαιτες δημόσιες σχέσεις του εμπορευματοποιημένου πολιτισμού. Στην ανάπτυξη για την ανάπτυξη και στην αντίστοιχη εργασία που προέκυπτε από αυτήν, έναντι οιουδήποτε τιμήματος έναντι του ανθρώπου, των τοπικών κοινωνιών και της φύσης δημιουργώντας συνθήκες απεριόριστης καταστροφής σε ένα περιορισμένο περιβάλλον. Στην ταύτιση της πολιτικής με την κομματική συντεταγμένη και την κρατική εξουσία, υποκαθιστώντας την άμεση συμμετοχή με τη γενικευμένη αντιπροσώπευση. Μ’ όλα αυτά τα ζητήματα το σχέδιο για κυβέρνηση της Αριστεράς θα βρεθεί αργά ή γρήγορα αντιμέτωπο, και οι απαντήσεις εδώ έχουν να κάνουν με άλλες διαδικασίες, με άλλου είδους διαβουλεύσεις, με άλλα υποκείμενα που είναι πέρα από παράγοντες και συμφωνίες μεταξύ κομματικών και συνδικαλιστικών επιτελείων.

Οι εκλογές, πέραν της ενθουσιώδους συμμετοχής του κόσμου να μην βγει κανένας αυτοδύναμος, ανέδειξαν την τάση για αλλαγή προοπτικής και διάθεση ενός νέου προσανατολισμού και ένα «κλίμα» το οποίο απαιτεί συμμετοχή στη σοβαρότητα και στην υπευθυνότητα. Διαλύθηκε κάθε κεντρώο ψευδεπίγραφο και η Αριστερά πήρε θέση απέναντι στη καθαρή ΔΕΞΙΑ που συγκροτήθηκε σε μέτωπο.

Χρόνια λέμε ότι το ΚΚΕ δεν είναι Αριστερά, πράγμα που και το ίδιο πλέον διατυμπανίζει. Το ΚΚΕ είναι κόμμα για τον εαυτό του. Σταθερό σε όλα, ακόμα και στα ποσοστά του, έξω από κάθε κοινωνική διεργασία και συνθήκη. Το γιατί θέλει να είναι ισχυρό μόνο αυτό το ξέρει, αφού και με 5% και με 10% την ίδια δουλειά με τους ίδιους ανθρώπους θα κάνει εξίσου καλά.

Ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο Σύριζα ο οποίος είχε ενσωματώσει ό,τι ριζοσπαστικό είχε αναδυθεί τα τελευταία χρόνια αλλά προτίμησε να αναδείξει την εύκολη και ψευδεπίγραφη πόλωση. (μνημόνιο-αντιμνημόνιο)

Η επικέντρωση στο μνημόνιο διευκόλυνε την προεκλογική ατζέντα του. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη μετατόπιση της συζήτησης σ’ ό,τι πιο στενό κι αποσπασματικό μπορούσε να συμβεί μετά από τις τεράστιες κινητοποιήσεις των δυο τελευταίων χρόνων, με αποκορύφωμα το κίνημα των πλατειών και το εύρος των ζητημάτων που τέθηκαν μέσα σ’ αυτές.

Εδώ τρεις βασικοί παράμετροι έπαιξαν ρόλο: α) η απουσία από την κεντρική πολιτική σκηνή των διάσπαρτων κινήσεων κοινωνικών αντιδομών οριζόντιας ευθύνης και διαβούλευσης για ζητήματα που αφορούν στην παραγωγή, στην ενέργεια, στα κοινωνικά αγαθά, έναντι της ανάθεσης και της αντιπροσώπευσης, β) η μετατόπιση της κριτικής στον καπιταλισμό της καταστροφής και της εξαίρεσης και του πρακτικού του ξεπεράσματος, έναντι των μέτρων του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης και γ) του πολιτειακού ζητήματος, έναντι του δικομματισμού και των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Όμως τα ζητήματα αυτά είχαν τεθεί επί τρεις μήνες στις πλατείες, παρούσας της Αριστεράς, και άνοιξαν ένα ρήγμα που καμιά εκλογική αναμέτρηση δεν μπορεί να κλείσει ούτε να υποκαταστήσει.

Να επισημάνουμε και κάτι ακόμη. Το κόκκινο χαλί της εξουσίας είναι ξεφτισμένο, η παταγώδης και επεισοδιακή έκπτωση της αξίας των θέσεων, των αξιωμάτων, των βουλευτών και των ειδικών ενυπάρχει σε κάθε βήμα για όποιον το περπατά. Τα έδρανα της βουλής χαμήλωσαν και με ευκολία τα καβάλησαν τύποι σαν τον Καμμένο και τον Μιχαλολιάκο.

Η μαγεία της εξουσίας, του ηγέτη, του προγράμματος, της λαοθάλασσας, αποτύπωσαν τα μεγέθη τους σ’ όλη την προεκλογική περίοδο και σ’ όλες τις συγκεντρώσεις. Οι θεσμοί του κράτους βασιλεύουν αλλά δεν κυβερνούν.

Αυτή η ρευστότητα συντομεύει τους χρόνους της κοινωνικής ανοχής και της αντοχής στον αποκλεισμό και την εξαίρεση. Για αυτό, περισσότερο επικαιροποιείται το σταυροδρόμι ανάμεσα στην κοινωνική επανάσταση και τη βαρβαρότητα παρά στη μεταρρύθμιση.

Η άνοδος του Σύριζα δεν είναι φυσικά αποτέλεσμα της αριστεροποίησης του κόσμου, της αφομοίωσης των αριστερών προταγμάτων του Σύριζα από τους ψηφοφόρους συνέπεια ανόδου των οργανώσεών του, των μετωπικών σχημάτων στο εργασιακό, στο πανεπιστήμιο και αλλού (αυτά πλέον για συντήρηση είναι), αλλά αποτέλεσμα ενός πολιτικού προγράμματος που, διαμέσου της ανάθεσης, καλείται από τους ψηφοφόρους να υλοποιήσει. Και μάλιστα όχι όλου του προγράμματος αλλά ενός μέρους του που αντιλήφθηκαν οι ψηφοφόροι την τελευταία βδομάδα και μετατράπηκε σε ρεύμα εκλογικό. Έστω και με αυτό τον τρόπο θα ανοίξουν ζητήματα, έστω και με αυτόν τον τρόπο ο κόσμος ψήφισε Αριστερά και θα ξαναψηφίσει και θα επιλέξει τον Σύριζα για κυβέρνηση ή αξιωματική αντιπολίτευση. Στα υπόψη ότι το Σύνταγμα φέρθηκε με γαλαντομία εκτός από τον Σύριζα και σε κάποιους άλλους τύπους εθνοκεντρικούς. Με την ίδια ακριβώς διαδικασία. Τη θεαματική δηλαδή ή της αποστάσεως.

Επέλεξε ακόμη και σχηματισμούς που βρίσκονται στον απόκοσμο της κοινωνίας και εκτός διαφωτισμού. Τη Χρυσή Αυγή, μια εκδοχή βαλκανικού ναζισμού με ιστορικό μπαγκράουντ τον ταγματασφαλιτισμό και τον δωσιλογισμό ενισχυμένου βέβαια με σύγχρονα φοβικά σύνδρομα απέναντι στους ξένους.

Καλωσορίζουμε λοιπόν τον Σύριζα στην κόλαση της εξουσίας.

Από τη μεριά μας, συμμετέχουμε ήδη και θα συμμετέχουμε στο διάλογο που διεξάγεται μέσα από τους αγώνες που έγιναν και συνεχίζονται να γίνονται. Πολλά έχουν γίνει με δική μας υπαιτιότητα και θα συνεχίσουν να γίνονται και αυτοί οι αγώνες που προτείνουμε είναι στο πυρήνα τους κοινωνικοί και πολιτικοί μέσα από την αυτοοργάνωση και όχι μέσα από την ανάθεση.

Μόνο που το πρόταγμά μας δεν ταυτίζεται με την άλλη όψη του παραδοσιακού που στην καλύτερη εκδοχή του διεκδικεί το «όλα για όλους» ωσάν αυτά τα “όλα” να είναι εκτός κρίσης και αξίες καθαυτές, που απλώς πρέπει να τις μοιραστούμε. Το νέο αντιστάθμισμα είναι οι αντιδομές του «όλοι για όλα», δηλαδή οι δομές της επανανοηματοδότησης της ίδιας της ανθρώπινης ζωής στο σύνολο των δραστηριοτήτων της, που ενσταλάζεται μέσα στις λόγω-έργω διαδικασίες του αμεσοδημοκρατικού προτάγματος. Είναι η ανάδυση ενός νέου κοινωνικού πράττειν, συλλογικού, αμοιβαίου, αλληλέγγυου και συμμετοχικού που απαξιώνει τους μεσάζοντες, τους σωτήρες και τις πρωτοπορίες.

Οι προτάσεις εξόδου όπως αποτυπώθηκαν στο πανελλαδικό της ΑΚ και προτάσεις μέσα από την κωδικοποιημένη εμπειρία της δράσης που έχουμε αναδείξει είτε μόνοι μας είτε με άλλους:

ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ, Η ΑΠΟΜΕΓΕΘΥΝΣΗ (ΑΠΟΑΝΑΠΤΥΞΗ), Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΝΕΩΝ ΘΕΣΜΙΣΕΩΝ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, συγκροτούν μια νέα προοπτική ενός νέου προσανατολισμού για την επαναδημιουργία των κοινωνικών δεσμών. Η νέα συλλογική συνείδηση ενάντια στον κρατισμό και στην καπιταλιστική εξατομίκευση.

Με την κοινωνία και όχι για την κοινωνία για τα παρακάτω:

1. ΝΕΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΘΕΣΜΙΣΗ (ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ) - ΘΕΣΜΙΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

2. ΑΜΕΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΝΟΜΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΕΦΤΑΣΕ ΝΑ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙ ΣΑΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΗΛΩΤΕΣ

3. ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ (ΤΡΙΕΤΗΣ ΑΜΝΗΣΤΕΥΣΗ ΤΩΡΑ)

4. ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΜΕΓΕΘΥΝΣΗΣ.
- ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ Η ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΧΩΡΑΣ.
- ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΑ ΟΡΥΧΕΙΑ ΧΡΥΣΟΥ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ, ΣΤΟ ΚΙΛΚΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ.

5. ΚΟΙΝΑ ΑΓΑΘΑ (ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΝΕΡΟ, ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΑ) – ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

6. ΕΠΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΥΣ ΕΥΕΛΙΚΤΟΥΣ ΜΙΚΤΟΥΣ (ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ - ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ) ΑΓΡΟΤΙΚΟΥΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΜΕΣΑΖΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΣΠΟΡΩΝ

7. ΜΙΚΡΟΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ

8. ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

9. ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΕ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ

ΚΑΜΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ

ΑΝΤΙΔΟΜΕΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΑΝΤΟΥ

Όλες οι αποφάσεις και η υλοποίηση τους από τις οριζόντιες συνελεύσεις των από τα κάτω



ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

πληροφορίες:

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

"Πύλες του Ονείρου" από την εφημερίδα Άπατρις




































Το editorial του φύλλου 12 της «Άπατρις» ξεκινούσε με τη φράση «οι αυταπάτες είναι φρούτα που ευδοκιμούν σε συνειδήσεις καθυστερημένες». Ένα χρόνο μετά, οι διεργασίες που λόγω «κρίσης» (1) φαίνεται να λαμβάνουν χώρα μέσα στις συνειδήσεις μεγάλου μέρους της ελλαδικής κοινωνίας, δυστυχώς μας υποχρεώνουν να ασχοληθούμε επειγόντως με την περαιτέρω επεξήγηση της διαπίστωσης αυτής.

Αυτό για δύο λόγους: 
πρώτον, γιατί οι «αυταπάτες» αυτές τείνουν πια επικίνδυνα να μετουσιώνονται σε τάσεις εκφασισμού της κοινωνίας (2).
και 
Δεύτερον, γιατί οι εν λόγω συνειδήσεις είναι ένας βασικός λόγος γι’ αυτή την άκρως ανησυχητική εξέλιξη.

Πρέπει λοιπόν να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πως και γιατί λειτουργούν έτσι οι συνειδήσεις αυτές και πως μπορούμε να βάλουμε φρένο σ’ αυτό το φαινόμενο. Αυτό μάλιστα γίνεται σήμερα μια επιτακτική ανάγκη που δεν αφορά μόνο όσους/ες κινούνται οργανωμένα μέσα στον κοινωνικό ανταγωνισμό αλλά και κάθε υγιώς σκεπτόμενο άνθρωπο.
Όσα ακολουθούν έχουν ξαναγραφτεί και ειπωθεί, 70 χρόνια τώρα, μετά τις τραγικές συνέπειες που είχε για την ανθρωπότητα μια τέτοια φασίζουσα, ανορθολογική τροπή στη σκέψη εκατομμυρίων ατόμων, όταν – ξανά μετά από μια «κρίση» – αποκρυσταλλώθηκε τελικά σε φασιστική ή ολοκληρωτική ιδεολογία. Οφείλουμε όμως να τα ξαναπούμε, γιατί η ελλαδική κοινωνία κατάντησε σήμερα να διεκδικεί την παγκόσμια πρωτοτυπία να είναι η μόνη όπου υπάρχει ένα ανοιχτά νεοναζιστικό κόμμα (3) που φαίνεται να συγκεντρώνει ποσοστά τέτοια που να του επιτρέπουν να μπει στη βουλή. Τα πάντα βέβαια είναι ακόμα ρευστά, όμως η αυξημένη τα τελευταία χρόνια επιρροή της συμμορίας αυτής, αλλά και άλλων μορφωμάτων της ευρύτερης ακροδεξιάς, εδράζεται σε τάσεις, νοοτροπίες και αντιλήψεις πλατιά διαδεδομένες μέσα σε ποικίλα κοινωνικά στρώματα. Και παρ’ ότι οι αντιλήψεις αυτές σοβούσαν πάντα σε όλες τις σύγχρονες ατομικιστικές κοινωνίες, είναι σε περιστάσεις όπως αυτές που λαμβάνουν χώρα στην ελλάδα σήμερα, που αν δεν συναντήσουν τις κατάλληλες αντιστάσεις, αποτελεί κανόνα να οξύνονται και να βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια, με πιθανότατα τρομακτικές συνέπειες.

«Καθυστερημένη» λοιπόν είναι μια συνείδηση που προσπαθεί να κατανοήσει μια νέα πραγματικότητα με παλιά εργαλεία, ακατάλληλα πια για τα νέα δεδομένα. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήγει σε αναληθείς και αντιφατικές ερμηνείες. Έτσι, αντί να καταλήξει σε μια λίγο πολύ λογική θεώρηση, κατασκευάζει κι ενστερνίζεται ένα Μύθο: μια ανορθολογική σύλληψη των εξελίξεων, των προβλημάτων και των αιτιών τους. Οι μάζες των αγανακτισμένων πατριωτών οποιασδήποτε απόχρωσης στην ελλάδα του σήμερα, ερμηνεύουν εσφαλμένα τη ραγδαία επιδείνωση της ζωής τους με όρους «προδοσίας» των πολιτικών «τους», γιατί πιστεύουν στο μύθο ότι οι τελευταίοι («κανονικά») υπάρχουν για να υπηρετούν τους ίδιους και το έθνος. Το πρόβλημα όμως αρχίζει να γίνεται τρομακτικό, όταν η προσκόλληση στο «μεγαλείο» του τελευταίου είναι ο μόνος τρόπος που βρίσκουν για να ξεπεράσουν την απογοήτευση και την ταπείνωση που νιώθουν. Γιατί τότε είναι που μπαίνει το πρώτο αγκωνάρι για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κάθε λογής αποδιοπομπαίων τράγων (Εβραίων, ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ…).
Πώς εξηγείται όμως αυτή η ροπή προς μια μυθική, δηλαδή ψευδή και εσφαλμένη αντίληψη της πραγματικότητας; …τόσο η εμπειρία όσο και η Ιστορία έχουν δείξει ότι δύο είναι κυρίως οι αιτίες: η πρώτη είναι ακριβώς αυτή η θεμελιώδης ασυγχρονία της συνείδησης πολλών ανθρώπων με τους καιρούς που ζουν και τις εξελίξεις εντός τους. Η δεύτερη – και δεν χρησιμοποιήσαμε τυχαία τη λέξη νωρίτερα – το γεγονός πως μιλάμε για ΜΑΖΕΣ. Ας μιλήσουμε όμως για την πρώτη.

1. Η σχετικότητα του Χρόνου…

Δε ζουν όλοι οι άνθρωποι στο ίδιο Τώρα. Βιολογικά βέβαια, διαβιούν και κινούνται σ’ αυτό. Πάρα πολλοί όμως κουβαλούν στο μυαλό τους παρελθοντικά στοιχεία που παρεμβάλλονται ανάμεσα στη σκέψη και τη σημερινή αντικειμενική τους θέση, κάνοντάς τους να ζουν σε παρωχημένους χρόνους. Ο μεσόκοπος και ο ηλικιωμένος, αλλά συχνά και ο αγρότης, ζει σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν. Το ίδιο και ο λόγω κρίσης ξεπεσμένος μικροαστός, που ονειρεύεται την επιστροφή στην πρότερη ευημερία, όπως και ο αριστερός, που αναπολεί το κράτος πρόνοιας και το προηγούμενο «κοινωνικό συμβόλαιο». Ο νέος, στο μέλλον. Έτσι, αξίες, πεποιθήσεις και νοοτροπίες παλιότερων κυρίως καιρών και γενεών, εξακολουθούν ν’ ασκούν καθοριστική επιρροή σε αναρίθμητα μυαλά του σήμερα: Πατρίς, Θρησκεία, Τιμή, Γη, Παράδοση, Προγονολατρεία, Αρχαίο Μεγαλείο και πολλά άλλα αποτελούν κανονιστικό πλαίσιο για τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων (και μ’ αυτή την έννοια είναι πολλά τα χρόνια που «χτυπούν» μέσα στο εκάστοτε τρέχον).
Δε θα κρίνουμε εδώ αν αυτό είναι καλό ή κακό γενικότερα. Για το θέμα που πραγματευόμαστε όμως, μας ενδιαφέρει η πτυχή της προσήλωσης στις παραπάνω αξίες, που οδηγεί τη συνείδηση να ζει σε μια χρονικότητα ευρισκόμενη σε απόλυτη ασυμβατότητα με τη χρονικότητα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτό γιατί οι κυρίαρχες αξίες της τελευταίας είναι εντελώς άλλης κατηγορίας: το κεφάλαιο, το κέρδος, η ιδιοτέλεια, ο αχαλίνωτος ανταγωνισμός, η εκλογίκευση των πάντων κοκ., δε γνωρίζουν ούτε θρησκείες, ούτε πατρίδες και σύνορα, ούτε παραδόσεις και μπέσα, Συντάγματα και νόμους. Αν το να προσανατολίζεις τη ζωή σου με οδηγό το άστρο της Θρησκείας και της Τιμής ήταν κάτι λογικό στις μεσαιωνικές κοινωνίες, όπου κυρίαρχη αξία γενικά δεν ήταν η οικονομία και το άτομο αλλά η αγιοσύνη, η ιπποσύνη, η κοινότητα, η αφοσίωση στον ευγενή – φεουδάρχη κλπ, στο σημερινό κοινωνικό μοντέλο η υποκειμενική υιοθέτηση αυτών των αξιών ως πυξίδας οδηγεί σε στάσεις αναντίστοιχες με κείνες που υπαγορεύουν οι νόμοι κίνησης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Έτσι, γεννά αδυναμία προσαρμογής, κρίσεις ταυτότητας, αντιφατικές πεποιθήσεις και συμπεριφορές.

Όταν τώρα οι κυρίαρχες τάξεις κρίνουν πως ήρθε η ώρα να επιτεθούν σαρωτικά στα κεκτημένα, όπως συμβαίνει σήμερα, τότε ο ανθρωπάκος που ακόμα ζει και πορεύεται νομίζοντας πως κορωνίδα του κόσμου είναι π.χ. η Θρησκεία και η Πατρίδα, ο Νόμος και η Τάξη, η εντιμότητα στις συναλλαγές (αυτή όχι πάντα…), ο προγραμματισμός και η αποταμίευση, χάνει τον κόσμο κάτω απ’ τα πόδια του, αδυνατεί να κατανοήσει τους λόγους και τους μηχανισμούς εξαιτίας των οποίων ξαφνικά κατέρρευσε ο κόσμος του. Επιπλέον, η ασυγχρονία (δηλαδή η καθυστέρηση) ανάμεσα στη συνείδησή του και τις ιλιγγιώδεις εξελίξεις, τον μπερδεύει ακόμα περισσότερο όταν ενισχυθεί από τις παράλογες χρονικότητες αυτού του συστήματος: δούλεψε 35 χρόνια για να πάρει μια αξιοπρεπή σύνταξη, αλλά έχασε σε 2 μέρες τις αποταμιεύσεις του, γιατί «κούρεψαν» τα ομόλογα που τις είχε επενδύσει. Οργίζεται κι αγανακτά, όμως και πάλι αυτές οι παλιές δυνάμεις που διαφεντεύουν το μυαλό του, στέκονται ανάμεσα σ’ αυτόν και στο υπαίτιο σύστημα σαν προπέτασμα καπνού. Είναι η στιγμή που, αν δε βρεθεί ένας κοινωνικός πόλος, ένα κίνημα που θα του δώσει ένα νέο όραμα για το αύριο, θ’ αγκιστρωθεί με ακόμα μεγαλύτερο φανατισμό στα κατάλοιπα του παρελθόντος που διέπουν τη σκέψη του. Αυτά τα κατ’ ουσίαν προκαπιταλιστικά αποθέματα είναι τα μόνα που γνωρίζει για να στηριχτεί, και γι’ αυτό αναβιώνουν δυναμικά μέσα στη συνείδησή του, τη συνείδηση μιας ολόκληρης τάξης που βουλιάζει. Σ’ αυτή την κρίσιμη φάση, στην οποία ταυτόχρονα ονειροπολεί για την επάνοδο στην πρότερη, γαλήνια ομαλότητα, αν απ’ την άλλη βρεθεί ένας «Μακρυγιάννης», που θα είναι ταυτόχρονα οργισμένος και μέτριος, αντιφατικός και ρομαντικός όπως εκείνος, μα φλογερός κήρυκας της αναβίωσης ενός μεγαλειώδους παρελθόντος, τότε ο μέχρι σήμερα αφόρητα κοινότοπος ανθρωπάκος μας μπορεί κάλλιστα να γίνει φανατικός οπαδός του, άσχετα από τη μισαλλοδοξία και τον αγριανθρωπισμό που μπορεί να χαρακτηρίζουν τις ιδέες και τις προτάσεις του: ο ανθρωπάκος θα εθελοτυφλεί μπροστά στο προφανές, για να ανακουφιστεί από το δυσβάσταχτο.

2. «Βλέπω γύρω μου παντού μικρούς ξεπεσμένους θεούς…»

Η δεύτερη αιτία της έφεσης ή της ευπιστίας των ανθρώπων απέναντι σε μύθους που συσκοτίζουν την πραγματικότητα είναι οι μετάπλασή τους σε μάζες. Σε σύνολα δηλαδή ανθρώπων χωρίς πραγματικούς ή με ελάχιστους κοινωνικούς δεσμούς, ομογενοποιημένα σε ένα εύπλαστο πολτό που προήλθε από τη διάλυση των ποικίλων κοινοτήτων (εργασιακών, χωροταξικών, πολιτιστικών) μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αποκτούσαν αναγνωρίσιμη ταυτότητα ως ιδιαίτερα και διακριτά πρόσωπα και ως εκ τούτου αυτοσεβασμό και προσανατολισμό.
Η διάλυση αυτή δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της εδραίωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας με όλους τους μέχρι σήμερα τροπισμούς της: την αποθέωση του ατόμου ως μεμονωμένης μονάδας με ξέχωρο, αδήριτα ανταγωνιστικό συμφέρον απέναντι σε όλα τα άλλα άτομα, θεού – κυρίαρχου πάνω στους άλλους και στο φυσικό περιβάλλον, πολίτη – ψηφοφόρου χωρίς συμμετοχή στις αποφάσεις, καταναλωτή και φετιχιστή της επιτυχίας, ψυχρού υπολογιστή με βάση την τεχνοεπιστημονική γνώση κλπ.
Μόνο που για όλους αυτούς τους λόγους η «μεμονωμένη μονάδα» έγινε ταυτόχρονα και…μοναχή. «Ειδήμονες χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά…»(4), τα άτομα της νέας κοινωνικής οργάνωσης έχασαν τις ρίζες που νοηματοδοτούσαν τη ζωή τους και συνδέθηκαν πια με τα υπόλοιπα μόνο μέσω του στυλ, της κατοχής πλούτου ή του θεάματος. Εφήμερα, επιφανειακά και εξ αποστάσεως. Μέσα τους άρχισε να χάσκει ένα πρωτόγνωρο κενό: το κύριο χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου της μάζας δεν είναι απαραίτητα η αποκτήνωση ή η πνευματική καθυστέρηση, όσο η απομόνωση και η έλλειψη αληθινών κοινωνικών σχέσεων. Μια αίσθηση ανασφάλειας και μετεωρισμού χωρίς έρμα τον κάνουν (ως εκ τούτου)…έρμαιο του φόβου και της χειραγώγησης – ειδικά σε συνθήκες όπως οι σημερινές, όπου χάνει ακόμα και τα λίγα υπάρχοντα στα οποία βάσισε τόσο την επιβίωση όσο και την καταξίωσή του, ή και τη δουλειά του, και συνεπώς αισθάνεται άχρηστος και ταπεινωμένος. Τίποτα δεν άλλαξε στον κόσμο και συνεπώς και μέσα του, σε σχέση με τους «προγόνους» του της κρίσης του ’30, που για διάφορους λόγους έτυχε να ‘ναι γερμανοί. Τηρουμένων των αναλογιών, «Το Άουσβιτς μπορεί να ξανασυμβεί», όπως έγραφε κάποτε ο Πρίμο Λέβι. Ένα τέτοιο ανθρώπινο υποκείμενο είναι, υπό προϋποθέσεις, πάντα έτοιμο να βρει το χαμένο νόημα μέσα σε οποιαδήποτε μυθική αφήγηση (εθνοπατριωτική, φυλετική, θρησκευτική κλπ) που θα του προσφέρει μια αίσθηση υπερηφάνειας, χρησιμότητας και κοινότητας, έστω κι απ’ τη διεστραμμένη όσο και αντεστραμμένη σκοπιά του να μισεί τους Διαφορετικούς ως μέρος κάποιων Άλλων: έλληνας, σουδανός ή χιλιανός εθνικιστής, ζηλωτής θρησκευτικής πίστης, «άριος» λευκός, οπαδός ποδοσφαιρικής ομάδας, μέλος συνοικιακής συμμορίας…ανικανοποίητος οικονομικά, συναισθηματικά και σεξουαλικά, μπορεί να μισεί χωρίς τελειωμό και δεν ανέχεται καμία χαλάρωση, ακριβώς γιατί δε γνωρίζει καμία εκπλήρωση.

3. Μια απαραίτητη παρένθεση

Αν όλα τα παραπάνω παίρνουν σήμερα στην ελλάδα μια πολύ επικίνδυνη τροπή μέσα στο μυαλό του πανικόβλητου ανθρωπάκου, αυτή έχει δύο διαστάσεις: η μία είναι ο πατριωτικός φανατισμός ενάντια σε ξένους και έλληνες «κατακτητές» και «δοσίλογους», που υποδεικνύει ως εχθρό το μνημόνιο και όχι το σύνολο του οικονομικού συστήματος που το παρήγαγε, τις εθνικότητες και τα πρόσωπα και όχι τις τάξεις και τις ιεραρχίες. Η άλλη είναι ο οξυμμένος ρατσισμός ενάντια στους μετανάστες, που θέλει να αγνοεί πως ΚΑΙ αυτοί όπως ΚΑΙ οι φτωχοί, ξεπεσμένοι έλληνες, είναι απόβλητα του ίδιου αυτού πολιτικοοικονομικού συστήματος.

Οι πολιτικοί έχουν όλα τα πανίσχυρα μέσα για να στρέψουν την προσοχή και την οργή στους μετανάστες (κι αν δεν υπήρχαν αυτοί, θα την έστρεφαν σε κάποια άλλη κοινωνική ομάδα, υποδεέστερη απέναντι στην κυρίαρχη, μα καταπιεσμένη εθνική).
Το ζήτημα εδώ είναι ότι, αν επιμείνουμε να επισημαίνουμε μόνο όσα αναφέρθηκαν στις ενότητες (1) και (2) ως αιτίες του αυξανόμενου ρατσισμού, θα δώσουμε μια μονοδιάστατη, αντιδιαλεκτική ερμηνεία του φαινομένου: δεν είναι μόνο η άνοδος του άλογου στοιχείου του φόβου, που ευνοεί τη θυματοποίηση των μεταναστών – είναι και οι αντικειμενικές οικονομικές συνθήκες.
Στα προηγούμενα χρόνια, τ’ αφεντικά πριμοδοτούσαν τον πάντα υποβόσκοντα ρατσισμό, ώστε να εκδηλώνεται μ’ ένα ελεγχόμενο τρόπο, σε ένα ωφέλιμο γι’ αυτά επίπεδο. Ήταν η εποχή που οι μετανάστες τους βόλευαν όλους: χονδρικά, τα μεγάλα αφεντικά έβρισκαν πάμφθηνο εργατικό δυναμικό και ταυτόχρονα πίεζαν προς τα κάτω τους μισθούς αυξάνοντας τα κέρδη, τα δε μικρά αφεντικά γίνονταν τέτοια αφήνοντας τις μέχρι τότε (χειρωνακτικές) εργασίες τους στους «κακομοίρηδες» για να γίνουν (υπ)εργολάβοι, να εισπράττουν επιδοτήσεις και ν’ αποφεύγουν τις ασφαλιστικές εισφορές. Εποχή της «ανάπτυξης», της δάνειας ευμάρειας, του ασφαλούς μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, των μεγάλων (ολυμπιακών) έργων και της οικονομικής κατάκτησης των Βαλκανίων.
…Τώρα; τώρα οι μετανάστες δεν μπορούν πια να παίξουν το ζωτικό ρόλο που έπαιζαν στην καπιταλιστική οικονομία: τα μεγάλα αφεντικά αναδιπλώνονται και δεν επενδύουν, ενώ τη βρωμοδουλειά της υποτίμησης του εργατικού κόστους την κάνει απροσχημάτιστα πια ο εκτελεστικός τους βραχίονας, η κυβέρνηση, με τους νόμους, τους δικαστές και τους μπάτσους. Τα δε μικρά χρεοκοπούν και γυρνάνε (όσα έχουν) στις πρότερες «υποτιμητικές» εργασίες τους, κάνοντάς τες με τα δικά τους χέρια. Ένα κάποιο επίπεδο ανοχής που υπήρχε και οι ανάλογες νομοθετικές θεσμίσεις (π.χ. για τη νομιμοποίηση ενός ποσοστού μεταναστών), έλαβαν χώρα γιατί εξυπηρετούσαν ως μέσα παραγωγικής αξιοποίησης του πλούτου για τα κάθε είδους αφεντικά. Τώρα που οι συνθήκες άλλαξαν άρδην, τυπικές θεσμίσεις και άτυπες ανεκτικές συμπεριφορές έχασαν των ωφελιμιστικό τους χαρακτήρα. Οι μετανάστες «περισσεύουν». Έγινε ό,τι και με τους Εβραίους στη Γερμανία του ’30: όσο υπήρχαν οι συνθήκες της «ελεύθερης αγοράς» και των αυτοματισμών της χρηματικής οικονομίας, το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο και η κατοχή κεφαλαίου τους έκανε αποδεκτούς ως μοχλούς ανάπτυξης κι επέκτασης της οικονομίας. Όταν ξέσπασε η κρίση, ζόρισαν τα πράγματα και η λύση δόθηκε μέσα από τον ολοκληρωτισμό, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η συγχώνευση κράτους και οικονομίας, έχασαν τη δύναμή τους ως παράγοντες της εμπορευματικής κυκλοφορίας γιατί οι νέοι εξουσιαστές ανέλαβαν μόνοι τους να φέρουν εις πέρας αυτή τη λειτουργία.
Ανάμεσα σε άλλους λόγους, ήταν ώρα για να τους ξεφορτωθούν…ήταν ώρα για ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ.

4. Ουτοπία ενάντια στην Πανούκλα

«Αν χάσαμε για ένα λόγο την ιδεολογική μάχη ενάντια στον εθνικοσοσιαλισμό, ήταν γιατί αφήσαμε αφύλαχτες τις πύλες του ονείρου…»
Ερνστ Μπλοχ

Με την παραπάνω αποστροφή, ο γερμανός αντιναζιστής φιλόσοφος προσπάθησε να εξηγήσει τη λαϊκή βάση του ναζισμού. Αν και απομένει ακόμα να δείξει, δυστυχώς η σκέψη του είναι πια επίκαιρη στην ελλάδα του σήμερα. Οι τάσεις εκφασισμού της κοινωνίας για τις οποίες έγινε λόγος στην αρχή αυτού του κειμένου, όπως εκφράζονται μέσα από την άνοδο της ακροδεξιάς και ειδικά της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, είναι εμφανείς και πρέπει να δούμε τι ανάχωμα θα προβάλουμε.
Η ακροδεξιά ρητορεία και ιδεολογία, ανάμεσα σε άλλα, ήταν πάντα βασισμένη σ’ αυτές τις μυθικές κατασκευές στις οποίες ρέπει το μυαλό του ανθρωπάκου, ο οποίος δυνητικά μπορεί να στελεχώσει κινηματικά τα φασιστικά μορφώματα. Τόσο ο Μπλοχ όσο και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αντιτάχτηκαν στη στενά ορθολογική αντιμετώπιση των «επιχειρημάτων» των φασιστών. Σε αντίθεση με την καταστροφική μονολιθική θεώρηση της αριστεράς για το φασισμό ως το «τελευταίο καταφύγιο του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού», οι δύο διανοητές διέκριναν μέσα στο ακατάληπτο συνονθύλευμα των φασιστικών ή φασιζουσών πεποιθήσεων ενότητες αντιθέτων που περιέχουν ταυτόχρονα κυνικά αλλά και ουτοπικά στοιχεία, ζοφερές χειραγωγήσεις αλλά και ανεκπλήρωτες προσδοκίες, ποταπότητα αλλά και άκρατη ονειροπόληση.
Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζουμε πως δεν αρκεί η επίκληση στατιστικών στοιχείων, φριχτών ιστορικών επιπτώσεων και λογικών επιχειρημάτων για την αντιμετώπιση της φασίζουσας σκέψης. Τα υγειονομικά και εγκληματολογικά στοιχεία που δείχνουν ανάγλυφα πως ο «κίνδυνος» των μεταναστών δεν είναι τόσο μεγάλος όσο τον παρουσιάζουν, οι εικόνες από το Άουσβιτς, το ότι το κράτος έφτιαξε το έθνος, γενικότερα ο υλισμός και η κυριολεξία είναι επιχειρήματα σκόπιμα μα ανεπαρκή, γιατί «για κάθε ανορθολογική, δηλαδή μυθική σκέψη, το πρόβλημα της αλήθειας δεν υφίσταται πια», όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν. Ούτε η επίκληση αξιών είναι από μόνη της ικανή να εμποδίσει την πανούκλα: αν πεις στον φασίστα «ντροπή σου που είσαι ρατσιστής», θα απαντήσει το γνωστό «αν η υπεράσπιση της πατρίδας μου είναι ρατσισμός, τότε τιμή μου που είμαι ρατσιστής» – Λόγος που βρίσκει ευήκοα ώτα. Παράλληλα λοιπόν μ’ αυτά, ο ταξικός αγώνας πρέπει σε επίπεδο Λόγου να καταδυθεί και στον πυθμένα του πόθου, της επιθυμίας, της προσδοκίας και του ονείρου, και να οικειοποιηθεί τις έννοιες που αξιοποιούν οι φασίστες, δίνοντάς τους άλλο περιεχόμενο στο πλαίσιο της επίκλησης ενός οράματος. Αν το «αίμα» είναι αξία, είναι γιατί αδελφοποιεί τους λαούς – τ’ αδέλφια προέρχονται πάντα από τη μίξη του. Κι αν είναι κόκκινο, «κόκκινο» θα είναι και το μέλλον. Αν η «Λαϊκή Ενότητα» είναι αξία, μπορεί να έχει υπόσταση μόνο αν ως «λαός» θεωρηθεί όλη η ανθρωπότητα, υπό συνθήκες ισότητας, ελευθερίας και απόλαυσης για όλους/ες.
Κι αν η δικιά μας Ουτοπία μπορεί να πάρει ένα επιδραστικό χαρακτήρα μέσα στα ανορθολογικά μυαλά, μπορεί να το κάνει μόνο με την υπόδειξη πρακτικών παραγωγής, διανομής, διαβίωσης, αλληλεγγύης και γενικά λύσεων καθημερινών προβλημάτων, που ήδη υφίστανται διάχυτα, σπερματικά αλλά χειροπιαστά μέσα στη σημερινή ιστορική κίνηση και αναδίδουν το άρωμα ενός άλλου, ευτυχέστερου κόσμου. «Η αντίσταση στις ακροδεξιές δυνάμεις μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν φαίνεται εφικτή μια γνήσια πολιτική εναλλακτική λύση», όπως γράφει ο Saoul Newman (5). Μια λύση που μεταξύ άλλων θα αναδεικνύει μέσα από όλες τις λειτουργίες της τη δυνατότητα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης που θα βρίσκεται κάτω από το συνειδητό έλεγχο των ανθρώπων, θα εκφράζει λογικές σχέσεις έμπλεες νοήματος ανάμεσα στους ανθρώπους και τη Φύση και θα ‘χει τη μορφή μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας ελεύθερων και ίσων.
Το αντίθετο του μύθου δεν είναι τόσο ένα λογικό επιχείρημα, αλλά η οικοδόμηση στο Σήμερα των θεσμών και των σχέσεων ενός τέτοιου απελευθερωμένου, Ωραίου κόσμου. Γιατί όταν το δυσβάσταχτο και άσχημο μετατρέπεται σε Ωραίο, τότε ο μύθος ραγίζει: πρώτη φθορά του, είναι το Κάλλος.

Ανέστιος

Σημειώσεις:

1 «Κρίση» αποκαλούμε τη γενικευμένη επίθεση των κυρίαρχων τάξεων ενάντια στο σύνολο της ζωής μας (κεκτημένα, δικαιώματα, ελευθερίες κλπ) ως καταπιεσμένων, με στόχο να αντισταθμίσουν τις ζημιές από τις πολιτικές τους και να επωφεληθούν για να επεκτείνουν τα κέρδη και τα προνόμιά τους

2 Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως το πρόσωπο του οποίου τα λόγια βάλαμε στην προμετωπίδα του editorial 12 (ο γνωστός «λαϊκός» στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος) ως ενδεικτικά μιας καθυστερημένης συνείδησης, σήμερα εκφέρει ανοιχτά ρατσιστικό λόγο ενάντια στους μετανάστες, ζητώντας στρατόπεδα συγκέντρωσης παρέα με όλο τον ακροδεξιό συρφετό

3 Εννοούμε βέβαια τη Χρυσή Αυγή

4 Ο χαρακτηρισμός του Μαξ Βέμπερ για τον αναδυόμενο τύπο Ανθρώπου της νεωτερικής αστικής κοινωνίας

5 «Ευτοπία», τεύχος 20, Οκτώβριος 2011

πηγή:

και