Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

"Λοιπόν, ποια είναι τα αιτήματα; Και πού πάνε από εδώ και πέρα;", της Judith Butler




 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Από τότε που το κίνημα Occupy αναδύθηκε στο πολιτικό τοπίο, επικριτές και σκεπτικιστές ρωτούσαν, "λοιπόν, ποια είναι τα αιτήματα;". Και πιο πρόσφατα, οι σκεπτικιστές έχουν αναρωτηθεί μήπως το κίνημα έχει χάσει δυναμική, δεδομένου ότι πολλοί από τους δημόσιους χώρους που είχαν καταληφθεί έχουν εκκαθαριστεί από την αστυνομική δύναμη υπό τις εντολές του κράτους. Ας εξετάσουμε πρώτα το θέμα των αιτημάτων, και στη συνέχεια, θα στραφούμε στο ερώτημα προς τα πού κινείται τώρα το κίνημα Occupy.

Αν σκεφτούμε αυτό το πρώτο ερώτημα, μπορούμε να διαπιστώσουμε πόσο σταθερά εδραιωμένη είναι η αντίληψη ότι τα πολιτικά κινήματα, για να χαρακτηριστούν «πολιτικά», πρέπει (α) να είναι οργανωμένα γύρω από ένα συγκεκριμένο και διακριτό κατάλογο αιτημάτων, και (β) να προσπαθούν να ικανοποιηθούν αυτά τα αιτήματα. Προς στιγμήν, ας εξετάσουμε τι είδος πολιτικής χαρακτηρίζεται από τέτοιες παραδοχές, και τι είδος όχι. Με άλλα λόγια, αν και θεωρούμε ως δεδομένο ότι η πολιτική πρέπει να προσκομίσει ένα κατάλογο αιτημάτων που μπορούν να ικανοποιηθούν, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε δίκιο να θεωρούμε αυτήν την εκδοχή της πολιτικής ως δεδομένη, όπως κάνουμε σαφώς ορισμένοι από εμάς. Ας σκεφτούμε, τότε, για τα συστατικά στοιχεία αυτού του σκεπτικιστικού ισχυρισμού, και ας δούμε ποια εκδοχή της πολιτικής υποτίθεται και προωθείται από αυτό το ερώτημα. Επιπλέον, ας εξετάσουμε αν το είδος της πολιτικής που το Occupy επιδιώκει όχι μόνο αποτυγχάνει -ή αρνείται- να συμμορφωθεί με αυτήν την ιδέα της πολιτικής, αλλά ενεργά προσπαθεί να δημιουργήσει μια άλλη. Ας ξεκινήσουμε με δύο από τα βασικά δομικά στοιχεία της σκεπτικιστικής θέσης: (1) αιτήματα που εμφανίζονται με τη μορφή ενός καταλόγου, (2) αιτήματα που μπορούν να ικανοποιηθούν.

1. Αιτήματα που θα πρέπει να λάβουν τη μορφή ενός καταλόγου.
Ας φανταστούμε ότι το κίνημα Occupy έλεγε ότι έχουμε τρία αιτήματα: (α) να σταματήσουν οι κατασχέσεις σπιτιών, (β) να διαγραφούν τα χρέη των φοιτητών, και (γ) να μειωθεί η ανεργία. Κατά
κάποιο τρόπο, καθένα από αυτά τα αιτήματα απηχεί σίγουρα το Occupy, και άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα θέματα έχουν σαφώς ενταχθεί στο Occupy και συμμετείχαν σε διαδηλώσεις ενάντια στις κατασχέσεις σπιτιών, για τη διαγραφή των χρεών των φοιτητών, και για τη μείωση της ανεργίας. Έτσι, ο κατάλογος των αιτημάτων σχετίζεται σαφώς με το Κίνημα Occupy, όμως θα είναι λάθος να πούμε ότι η πολιτική σημασία ή επίδραση του κινήματος Occupy μπορεί να κατανοηθεί πολύ καλά μέσω αυτών των αιτημάτων ή μιας πολύ μεγαλύτερης λίστας αιτημάτων. Ο πρώτος λόγος είναι ότι ένας ''κατάλογος'' είναι μια σειρά αιτημάτων. Αλλά ένας κατάλογος δεν εξηγεί πώς αυτά τα αιτήματα σχετίζονται το ένα με το άλλο.

Εάν ένα από τα κύρια πολιτικά σημεία του κινήματος πρέπει να επιστήσει την προσοχή, και να αντισταθεί, στις αυξανόμενες ανισότητες πλούτου, τότε αυτό είναι η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που διασχίζει όλα τα συγκεκριμένα αιτήματα που ένας τέτοιος κατάλογος μπορεί να περιλαμβάνει. Αλλά αυτό δεν θα μετρούσε πραγματικά ως ένα αίτημα μεταξύ πολλών άλλων. Με άλλα λόγια, μέσω ποιας γλώσσας και ποιας δράσης θα επιστήσουμε την προσοχή στην αυξανόμενη ανισότητα πλούτου, όπου οι πλούσιοι μονοπωλούν ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες του πλούτου και οι φτωχοί περιλαμβάνουν τώρα έναν αυξανόμενο αριθμό του πληθυσμού; Το σημείο αυτό γίνεται εμφανές από κάθε ένα από τα ειδικότερα ζητήματα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, έναν κατάλογο που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τον αποδεκατισμό των κοινωνικών υπηρεσιών, της δημόσιας υγείας, των συντάξεων, καθώς και την αύξηση της ''ευέλικτης'' εργασίας που μετατρέπει τους εργαζόμενους σε πληθυσμό μίας χρήσης, την καταστροφή της δημόσιας και οικονομικά προσιτής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τον συνωστισμό στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια σχολεία, τις φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους, την κατάπτωση των μισθών, και την αύξηση της κυβερνητικής στήριξης στη βιομηχανία των φυλακών. Μπορούμε να κάνουμε μια τέτοια λίστα, να προσθέσουμε σε αυτή, ακόμη και να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, αλλά κανένα στοιχείο στον κατάλογο αυτόν δεν μπορεί να μας βοηθήσει να εξηγήσουμε γιατί συγκεντρώνονται όλα αυτά τα στοιχεία μαζί σε έναν κατάλογο. Αν υποστηρίζουμε, ωστόσο, ότι οι αυξανόμενες διαφορές πλούτου και η ανισότητα που προκύπτουν άμεσα από τις σύγχρονες μορφές του καπιταλισμού γίνονται φανερές από κάθε ένα από αυτά τα θέματα, και ότι μαζί μπορούν να αποδείξουν τον ισχυρισμό ότι ο καπιταλισμός βασίζεται, και αναπαράγει, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες αυτού του είδους, τότε διατυπώνουμε έναν ισχυρισμό για το πώς λειτουργεί ένα σύστημα και, ειδικότερα, πώς το καπιταλιστικό σύστημα λειτουργεί τώρα: οι ανισότητες γίνονται όλο και μεγαλύτερες, λαμβάνοντας νέες και καταστροφικές μορφές, και αυτή η επιταχυνόμενη διαδικασία της ανισότητας παραμένει ανεξέλεγκτη από το κράτος και τις παγκόσμιες αρχές που έχουν συμφέρον να κάνουν τον καπιταλισμό να λειτουργεί.

Ο σκεπτικιστής ενδέχεται να εξακολουθήσει να απαντά ως εξής: ''αλλά δεν πρέπει να εργαζόμαστε σε κάθε ένα από αυτά τα ζητήματα ξεχωριστά, προκειμένου να υπάρξει οποιαδήποτε πραγματική διαφορά στις ζωές των ανθρώπων; Εάν όλοι μας αναλαμβάναμε κάποιο θέμα, θα μπορούσαμε να ανοίξουμε το δρόμο, βρίσκοντας πρακτικές λύσεις για κάθε ζήτημα του καταλόγου''. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας άποψης, ωστόσο, σημαίνει ότι επιμένουμε πως τα ζητήματα μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Αλλά αν χρειαζόμαστε να ξέρουμε τι συνδέει τα ζητήματα μεταξύ τους προκειμένου να δώσουμε λύση στο πρόβλημα αυτό, τότε η πολιτική μας εξαρτάται από τη διερώτησή μας για το συστημικό και ιστορικό χαρακτήρα του ίδιου του οικονομικού συστήματος.

Πράγματι, αν καταλαβαίνουμε πως οι αυξανόμενες διαφορές πλούτου (και η συσσώρευση περισσότερου πλούτου από όλο και λιγότερους ανθρώπους, και η επέκταση της φτώχειας και της απόρριψης σε ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων) προκύπτουν από μια συγκεκριμένη οικονομική οργάνωση της κοινωνίας, που είναι προσανατολισμένη στο να παράγει όλο και πιο οξείες εκδοχές αυτής της ανισότητας, τότε, προκειμένου να αντιμετωπιστούν κάποια από τα ζητήματα αυτού του καταλόγου, πρέπει να καταλάβουμε την ευρύτερη δομή της ανισότητας την οποία κάθε ζήτημα καταδεικνύει, και πρέπει να σκεφτούμε τρόπους εναντίωσης σε αυτό το οικονομικό καθεστώς, αντί να προσπαθούμε να κάνουμε μικρές διορθώσεις στη λειτουργία του. Πράγματι, αν ''επιδιορθώσουμε'' κάθε πρόβλημα του καταλόγου χωρίς αντιμετώπιση της αναπαραγωγής της ανισότητας, και αν αυτή η ανισότητα αναπαράγεται με ολοένα και πιο οξείς τρόπους, τότε ο κατάλογος απλώς γίνεται μεγαλύτερος, ακόμη κι αν επιδιώξουμε να αφαιρέσουμε ένα συγκεκριμένο ζήτημα από αυτόν.

Δεν μπορούμε να διορθώσουμε μια μορφή της ανισότητας χωρίς κατανόηση των ευρύτερων τάσεων της ανισότητας που επιδιώκουμε να υπερβούμε. Νομίζοντας ότι όλα τα ζητήματα πρέπει να διαχωρίζονται, χάνουμε το στόχο μας και περιορίζουμε το όραμά μας για κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη. Φυσικά, μπορεί κανείς να εργαστεί σε οποιοδήποτε από αυτά τα ζητήματα, την ίδια στιγμή που κάποιος αγωνίζεται για το τέλος της δομικής αναπαραγωγής της ανισότητας. Αλλά αυτό σημαίνει ότι κάποια ομάδα, κάποια πολιτική συνάρθρωση, πρέπει να κρατήσει την προσοχή στο πρόβλημα της δομικής ανισότητας. Αν νομίζουμε ότι υπάρχουν επαρκή μέσα στο πλαίσιο του ισχύοντος οικονομικού καθεστώτος για τη διόρθωση αυτών των προβλημάτων, τότε κάνουμε μια αλλόκοτη υπόθεση. Υποθέτουμε ότι το ίδιο το σύστημα που έχει παραγάγει την ανισότητα που χαρακτηρίζει όλα τα ζητήματα που περιλαμβάνει ο κατάλογος μπορεί να χρησιμεύσει ως αποδέκτης των αιτημάτων μας. Αυτό με οδηγεί στη δεύτερη υπόθεση που προκύπτει από την ερώτηση του σκεπτικιστή.

2. Τα αιτήματα θα πρέπει να μπορούν να ικανοποιηθούν.
Αυτό σίγουρα φαίνεται ένα λογικό σημείο. Αλλά όποιος ισχυρίζεται ότι τα αιτήματα πρέπει να μπορούν να ικανοποιηθούν εικάζει ότι υπάρχει κάποιος ή κάποια υφιστάμενη θεσμική εξουσία όπου θα μπορούσε κανείς να προσφύγει για την ικανοποίηση των αιτημάτων του. Στις διαπραγματεύσεις των σωματείων που υποστηρίζονται από την απειλή των απεργιών, συνήθως υπάρχει ένας κατάλογος των αιτημάτων των οποίων η ικανοποίηση θα αποτρέψει την απεργία, ή η μη ικανοποίηση θα οδηγήσει στην έναρξη ή παράταση της απεργίας. Αλλά όταν η εταιρεία, η ένωση, ή το κράτος δεν θεωρείται νόμιμος εταίρος για διαπραγματεύσεις, τότε δεν έχει νόημα να προσφύγεις στην εν λόγω αρχή για διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων. Στην πραγματικότητα, η προσφυγή σε αυτή την αρχή για την ικανοποίηση των αιτημάτων είναι ένας τρόπος απόδοσης νομιμότητας σε αυτή την αρχή. Έτσι, αρθρώνοντας αιτήματα που μπορούν να ικανοποιηθούν εξαρτάσαι ουσιαστικά από την απόδοση της νομιμότητας σε όσους έχουν την εξουσία να ικανοποιήσουν τα αιτήματα. Και όταν κάποιος παύει να απευθύνει τα αιτήματα σε αυτές τις αρχές, όπως συμβαίνει στη γενική απεργία, τότε είναι η παρανομία αυτών των αρχών που εκτίθεται. Αυτή είναι μία σημαντική επίπτωση της συμβολής της Gayatri Chakravorty Spivak στη θεωρία του Occupy.

Αλλά αν οι υπάρχοντες θεσμοί είναι συνένοχοι με το οικονομικό καθεστώς απ' το οποίο εξαρτώνται, και προάγουν την αναπαραγωγή της ανισότητας, τότε δεν μπορεί κανείς να απευθύνεται σε αυτούς για να θέσει τέρμα στις συνθήκες της ανισότητας. Μια τέτοια προσφυγή θα
διαψευστεί στην πορεία της άρθρωσής της. Με απλά λόγια, η προσφυγή ή απαίτηση που επιδιώκει να ικανοποιηθεί από το υφιστάμενο κράτος, τα παγκόσμια νομισματικά ιδρύματα, ή τις εταιρείες, εθνικές ή διεθνικές, δίνει μεγαλύτερη δύναμη ακριβώς στις πηγές της ανισότητας, και με αυτόν τον τρόπο υποβοηθά και συνεργεί στην αναπαραγωγή της ίδιας της ανισότητας. Ως εκ τούτου, ένα άλλο σύνολο στρατηγικών απαιτούνται, και αυτό που βλέπουμε τώρα στο κίνημα Occupy είναι ακριβώς η ανάπτυξη μιας σειράς στρατηγικών που εφιστούν την προσοχή, και αντιτάσσονται, στην αναπαραγωγή της ανισότητας.

Ίσως για τον σκεπτικιστή, η ιδέα της δημιουργίας "αδύνατων αιτημάτων" είναι ισοδύναμη με την εκκένωση του πεδίου της ίδιας της πολιτικής. Αλλά αυτή η αντίδραση θα πρέπει να επιστήσει την προσοχή μας στον τρόπο που το πεδίο της πολιτικής έχει συσταθεί έτσι ώστε τα ικανοποιήσιμα αιτήματα να είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κατανόησής του. Με άλλα λόγια, γιατί πρέπει να δεχτούμε ότι η μόνη πολιτική που έχει νόημα είναι αυτή όπου μια σειρά αιτημάτων δημιουργούνται για τις αρχές, και όπου τα αιτήματα απομονώνουν τις μορφές ανισότητας και αδικίας τη μια από την άλλη, χωρίς να βλέπουν ή να διαγράφουν κάποιους συνδέσμους μεταξύ τους; Μπορεί να δει κανείς ότι ο περιορισμός της πολιτικής σε έναν κατάλογο αιτημάτων που μπορούν να ικανοποιηθούν κρατά το πεδίο της πολιτικής περιορισμένο στα σύγχρονα εκλογικά συστήματα που λειτουργούν με την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε ριζική αλλαγή στο οικονομικό καθεστώς είναι μη διαπραγματεύσιμη. Έτσι, ό,τι είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, όποιο αίτημα ικανοποιείται, δεν αγγίζει ό,τι είναι μη διαπραγματεύσιμο, δηλαδή, την αναπαραγωγή ενός οικονομικού καθεστώτος που αναγεννά ανισότητες σε ανησυχητική κλίμακα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συγκεκριμένη πολιτική που ορίζει την πρακτική και κατανοητή πολιτική ως παραγωγή και ικανοποίηση ενός καταλόγου διακριτών αιτημάτων είναι δεσμευμένη εκ των προτέρων στη νομιμότητα των υφιστάμενων οικονομικών και πολιτικών δομών, και στην άρνηση του συστημικού χαρακτήρα της ανισότητας.

Όπως μπορούμε να δούμε, ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους τα υφιστάμενα καθεστώτα εξουσίας διατηρούν τη νομιμοποίησή τους είναι καταρρίπτοντας και απορρίπτοντας όλες τις μορφές λαϊκής πολιτικής αντίστασης που θέτουν τη δική τους νομιμότητα υπό αμφισβήτηση. Έχουν ισχυρούς ιδιοτελείς λόγους για να απορρίψουν το κίνημα Occupy ως ''απολιτικό''. Αυτή τη στιγμή προσπαθούν να διατηρήσουν το μονοπώλιο του πολιτικού λόγου, προσπαθώντας, με άλλα λόγια, να ορίσουν και να ελέγξουν τη δύναμη του λόγου που καθορίζει ποιος θα δημιουργεί έννοιες, ποιων οι δράσεις είναι πραγματικά πολιτικές, και ποιος είναι ''παράλογος", "αποπροσανατολισμένος" και "μη πρακτικός".

Η εξέγερση που θέτει υπό αμφισβήτηση αυτές τις στρατηγικές αυτο-νομιμοποίησης μας θυμίζει ότι
μία μορφή διακυβέρνησης ή εξουσίας που είναι δημοκρατική εξαρτάται από τη λαϊκή βούληση του
δήμου, τους ανθρώπους. Τι διέξοδο έχουν οι άνθρωποι όταν τα θεσμικά όργανα που υποτίθεται ότι τους αντιπροσωπεύουν ισότιμα, δημιουργούν όρους για βιώσιμη εργασία, διασφαλίζουν τη βασική υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση, και τιμούν τα βασικά δικαιώματα της ισότητας, καταλήγουν να διανέμουν όλα αυτά τα βασικά μέσα και δικαιώματα διαφοροποιημένα και παράλογα; Σε μια τέτοια στιγμή, υπάρχουν άλλοι τρόποι να θεσπιστεί η ισότητα, εμφανιζόμενοι όλοι μαζί στο δρόμο ή στο διαδίκτυο, δημιουργώντας συνεργασίες που καταδεικνύουν το συντονισμό, την αλληλεπικάλυψη, και τις ευρύτερες συνδέσεις μεταξύ όλων αυτών των ζητημάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της σύγχρονης αδικίας.

Κανένα πολιτικό ή οικονομικό καθεστώς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι δημοκρατικό όταν αποτυγχάνει να αντιπροσωπεύει τα άτομα ισότιμα. Και όταν η ανισότητα γίνεται διάχυτη, και αντιμετωπίζεται ως ένα αμετάκλητο γεγονός της οικονομικής ζωής, τότε οι άνθρωποι που υποφέρουν από αυτή την ανισότητα δρουν συνεργαζόμενοι, θεσπίζοντας και απαιτώντας την ισότητα. Μερικοί θα μπορούσαν να αντιτάξουν ότι η ριζική ισότητα είναι αδύνατη. Ακόμη και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο -και δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει δεκτός αυτός ο ισχυρισμός ως αξιόπιστος- δεν θα ήταν δυνατόν να σκεφτούμε τη δημοκρατία χωρίς το ιδανικό της ριζικής ισότητας. Έτσι, η ριζική ισότητα είναι μια απαίτηση, αλλά δεν απευθύνεται σε εκείνους τους θεσμούς που αναπαράγουν την ανισότητα. Απευθύνεται στους ίδιους τους ανθρώπους των οποίων το ιστορικό έργο είναι η κατασκευή των νέων θεσμών. Η έκκληση είναι προς τους εαυτούς μας, και αυτό είναι το νέο "εμείς" που σχηματίζεται, επεισοδιακά και παγκόσμια, σε κάθε δράση και διαδήλωση. Τέτοιες ενέργειες δεν είναι κατά καμία έννοια ''απολιτικές". Έχουν στόχο τις πολιτικές που προσφέρουν πρακτικές λύσεις σε βάρος της αντιμετώπισης της δομικής ανισότητας. Και μας θυμίζουν ότι κάθε μορφή πολιτικής κερδίζει ή χάνει τη νομιμοποίησή της ανάλογα με το αν αποδίδει ισότητα στους ανθρώπους που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει. Διαφορετικά, αποτυγχάνει να αντιπροσωπεύει, και έτσι καταστρέφει τη δική της νομιμοποίηση στα μάτια του λαού. Διαδηλώνοντας, δρώντας, οι άνθρωποι φτάνουν να αντιπροσωπεύουν τους εαυτούς τους, ενσωματώνοντας και ξαναζωντανεύοντας τις αρχές της ισότητας που έχουν αποδεκατιστεί. Εγκαταλελειμμένοι από τους υπάρχοντες θεσμούς, συγκεντρώνονται στο όνομα της κοινωνικής και πολιτικής ισότητας, δίνοντας φωνή, σώμα, κίνηση, και ορατότητα στην ιδέα ενός "λαού" μονίμως διαιρεμένου και καταργημένου από την υπάρχουσα εξουσία.

Λοιπόν, προς τα που πάει το κίνημα Occupy τώρα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ρωτήσουμε πρώτα ποιος θέτει αυτό το ερώτημα; Και πρέπει να ρωτήσουμε με ποια μορφή αυτό το ερώτημα εμφανίζεται; Ένα σημείο είναι σαφές από την αρχή: δεν είναι στα καθήκοντα των διανοουμένων να θέσουν και να απαντήσουν αυτό το ερώτημα. Ένας λόγος είναι ότι οι διανοούμενοι δεν έχουν προφητικές δυνάμεις και η θεωρία δεν μπορεί να έχει το ρόλο της συνταγογράφησης σε όσους ασχολούνται κατά κύριο λόγο ως ακτιβιστές. Πράγματι, ας κάνουμε πέρα αυτή τη διάκριση, δεδομένου ότι οι ακτιβιστές είναι πολύ συχνά θεωρητικοί και οι θεωρητικοί μερικές φορές, επίσης, ασχολούνται με μορφές ακτιβισμού που δεν αφορούν κατά κύριο λόγο τη θεωρία. Το καλύτερο που μπορεί να κάνει ο καθένας από εμάς είναι να παρακολουθεί ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, πώς κινούνται οι άνθρωποι, και τι επιπτώσεις έχει αυτό. Και αυτό που βλέπουμε ακριβώς τώρα, πιστεύω, είναι ότι το κίνημα Occupy έχει αρκετά κέντρα, οι δημόσιες δράσεις του είναι επεισοδιακές, και ότι οι νέες μορφές της αποτελεσματικότητας είναι σε αυξανόμενο βαθμό εμφανείς. Με τον όρο ''αποτελεσματικότητα'' δεν εννοώ ότι αιτήματα είναι διαμορφωμένα και εκπληρωμένα, αλλά ότι οι κινητοποιήσεις είναι αυξανόμενες σε μέγεθος και εμφανίζονται σε νέες γεωπολιτικέ τοποθεσίες. Καθώς οι εκλογές στις ΗΠΑ κυριαρχούν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού καταλαβαίνει ότι οι ανησυχίες τους δεν εξετάζονται από την εκλογική πολιτική. Έτσι, το κίνημα Occupy συνεχίζει να σκιαγραφεί τον τρόπο που η λαϊκή βούληση θέλει ένα πολιτικό κίνημα που υπερβαίνει την εκλογική πολιτική. Στο πλαίσιο αυτό, η αξίωση ''αντιπροσώπευσης'' της εκλογικής πολιτικής είναι αυτή που οδήγησε σε μεγαλύτερη κρίση. Λίγα επιτεύγματα θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικά από την κατάδειξη ότι η εκλογική πολιτική όπως είναι σήμερα οργανωμένη δεν αντιπροσωπεύει τη λαϊκή βούληση - και ότι η ίδια η νομιμοποίησή της τίθεται σε κρίση από αυτή την απόκλιση της δημοκρατικής βούλησης από τους εκλογικούς θεσμούς.

Ίσως το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι το κίνημα Occupy αμφισβητεί τη δομική ανισότητα, τον καπιταλισμό, και τους ειδικούς χώρους και πρακτικές που εξηγούν τη σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δομική ανισότητα. Εάν το κίνημα Occupy έχει επιστήσει την προσοχή σε μορφές της δομικής ανισότητας που επηρεάζουν εταιρείες και κρατικούς θεσμούς, και επηρεάζουν αρνητικά τον γενικό πληθυσμό καθώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες της ζωής (στέγαση, τροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, απασχόληση), τότε σίγουρα επέστησε την προσοχή στο γενικό οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην ανισότητα και την παράγει με αυξανόμενη ένταση. Μπορούμε να συζητήσουμε αν ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα, ένας ιστορικός σχηματισμός, εάν οι νεοφιλελεύθερες εκδοχές του είναι ουσιωδώς διαφορετικές από τον καπιταλισμό που επέκρινε ο Μαρξ τον 19ο αιώνα. Αυτές είναι σημαντικές συζητήσεις, και οι ακαδημαϊκοί θα πρέπει να σκεφτούν να εστιάσουν την προσοχή τους εκεί. Αλλά παραμένει το ζήτημα του ιστορικού παρόντος του καπιταλισμού, και ο Μαρξ ο ίδιος μας λέει ότι πρέπει να παίρνουμε ως σημείο εκκίνησης το ιστορικό παρόν. Ποια είναι τα συγκεκριμένα δημόσια όργανα και υπηρεσίες που βυθίζουν όλο και περισσότερους ανθρώπους σε συνθήκες επισφάλειας, οι εταιρείες των οποίων οι εκμεταλλευτικές πρακτικές έχουν αποδεκατίσει τον εργασιακό βίο, οι όμιλοι υγείας που κερδίζουν από την ασθένεια και αρνούνται να προσφέρουν επαρκείς υπηρεσίες υγείας, τα δημόσια ιδρύματα που είτε αποδεκατίζονται είτε υπάγονται σε εταιρικές λογικές και στον υπολογισμό του κέρδους; Παραδόξως, όμως επειγόντως, το κίνημα Occupy πρέπει να στοχεύσει και να εκθέσει τους χώρους της ανισότητας, βρίσκοντας τη δημόσια όψη τους, ''αρπάζοντας'' ή διακόπτοντας εκείνες τις διαδικασίες με τις οποίες η ανισότητα και η αυξανόμενη επισφάλεια αναπαράγεται.

Έτσι, δεν νομίζω ότι έχουμε μόνο να πενθήσουμε την απώλεια του πάρκου Zucotti ή άλλων δημόσιων χώρων όπου το Occupy είχε βρει κατοικία. Ίσως το έργο είναι η κατάληψη ως μια μορφή δημόσιας διαμαρτυρίας, ακόμη κι αν είναι μόνο επεισοδιακή και στοχευμένη. Παραδόξως, μπορεί κανείς να επιστήσει την προσοχή στη ριζική ανισότητα μόνο εκθέτοντας τους χώρους όπου η ανισότητα αναπαράγεται. Αυτό πρέπει να γίνει σε σχέση με τα κέντρα εταιρικής και κρατικής εξουσίας, αλλά επίσης στους χώρους "παροχής υπηρεσιών" - εταιρείες υγειονομικής περίθαλψης που δεν παρέχουν υπηρεσίες, τράπεζες που εκμεταλλεύονται όσους τοποθετούν τα χρήματά τους εκεί, πανεπιστήμια που γίνονται εργαλεία για εταιρικά κέρδη. Αυτά είναι μόνο μερικά. Αλλά αν το Occupy είναι επεισοδιακό, τότε ο στόχος του δεν είναι γνωστός εκ των προτέρων. Και αν στοχεύει την ανεργία σε ένα μέρος, την απρόσιτη στέγαση σε άλλο, και την απώλεια των δημόσιων υπηρεσιών σε ένα τρίτο, τότε συγκεντρώνει με την πάροδο του χρόνου μια αίσθηση του πώς ο καπιταλισμός βρίσκεται σε συγκεκριμένα ιδρύματα και τόπους. Όσο κι αν τοποθετούμαστε ενάντια στη δομική ανισότητα και στο "σύστημα" που κερδίζει από την αναπαραγωγή του, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου η ανισότητα λαμβάνει χώρα. Έτσι, αν δεν μείνουμε στο ίδιο μέρος, δεν πρέπει να θρηνούμε. Αν είμαστε σε κίνηση, τότε είμαστε σε συλλογικές μορφές, παρακολουθώντας τους τόπους της αδικίας και της ανισότητας, και το ίχνος μας γίνεται ο νέος χάρτης της ριζικής αλλαγής.


*Η Judith Butler είναι αμερικανίδα φιλόσοφος και κοινωνιολόγος. Είναι καθηγήτρια στο τμήμα Ρητορικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, Berkeley. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο 2o τεύχος (Μάρτιος 2012) του περιοδικού Tidal, θεωρητικό έτυπο του κινήματος Occupy Wall Street.
 
 
πηγή: εφημερίδα Δράση: 
http://efimeridadrasi.blogspot.com/2012/03/blog-post_24.html
 
Μετάφραση: Δ.Κ.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

"ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ"




   
   Μετά από τρεις αιώνες καπιταλισμού μία παγκόσμια ελίτ έχει συσωρεύσει το πλούτο σε τέτοιο βαθμό που δανείζει μικρά και μεγάλα κράτη, καθορίζοντας μονομερώς το ύψος των επιτοκίων και υπαγορεύοντας πολιτικο-οικονομικά μέτρα σαν προϋπόθεση για τον δανεισμό. Επειδή στην κοινωνία μας σχεδόν όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες σκοπεύουν στο κέρδος, δηλαδή στο χρήμα, κάθε φορά που οι κεφαλαιοκράτες αποσύρουν τεράστιες ποσότητες χρήματος και τις αποθηκεύουν, η οικονομική δραστηριότητα παραλύει, χάνουμε τις δουλειές μας ή στην καλύτερη περίπτωση μας πετσοκόβουν τους μισθούς λόγω «οικονομικής κρίσης».
     Το παράδοξο είναι ότι ενώ υπάρχουν τα παραγωγικά μέσα και οι εργαζόμενοι είμαστε ικανοί να δουλεύουμε, η παράλυση και τα λουκέτα εξαπλώνονται διαρκώς. Μέσω της ροής χρήματος (δανεισμού) οι κεφαλαιοκράτες ελέγχουν την κρατική πολιτική, την οικονομική δραστηριότητα και το βιοτικό επίπεδο όλων μας. Βρισκόμαστε πλέον σε ένα μεγάλο αδιέξοδο. Οι κυρίαρχοι μας οδηγούν σε δραματικές συνθήκες επιβίωσης. Από το ξέφρενο καταναλωτισμό, την υλική ευμάρεια και το πλαστικό όνειρο μας πηγαίνουν τώρα στο άλλο άκρο, δυσκολευόμαστε να αποκτήσουμε ακόμα και τα βασικά αγαθά: υγεία, στέγη, ποιοτική τροφή, ενέργεια...
     Όσο αναπαράγουμε αυτό το οικονομικό σύστημα, που για χάρη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο λειτουργεί με χρήμα, θα είμαστε έρμαιοι των εκάστοτε εξουσιαστών. Σε καιρούς «ανάπτυξης» η σκλαβιά επί μισθώσει θα είναι η μοίρα μας, ενώ σε καιρούς «κρίσης» η ανεργία και η φτώχεια. Το χρήμα είναι εμφανέστατα πια το κύριο εργαλείο για την υποταγή των κοινωνιών στους λίγους. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για ευρώ ή δραχμές, ίδιο είναι το αποτέλεσμα.
     Μπορεί το καπιταλιστικό σύστημα να λειτουργήσει χωρίς χρήμα; Βεβαίως όχι, γιατί εξ' ορισμού καπιταλισμός σημαίνει κυριαρχία του χρήματος. Μπορούν οι τράπεζες να υπάρχουν χωρίς χρήμα; Εννοείται πως όχι. Μπορούμε όμως οι άνθρωποι να παράγουμε για όλη τη κοινωνία, χωρίς να αποκλείσουμε κανέναν, και να το κάνουμε χωρίς χρηματικές συναλλαγές; Αναμφίβολα μπορούμε.
     Στον ελλαδικό χώρο έχουμε άφθονο φυσικό πλούτο, ικανούς ανθρώπους και τεχνικά μέσα για να παράγουμε και να καλύψουμε τις πραγματικές ανάγκες όλων μας. Ας απελευθερώσουμε τις σκέψεις μας από το στενό κορσέ της κυρίαρχης ιδεολογίας που λέει ότι το χρήμα είναι απαραίτητο στοιχείο για την παραγωγή, διανομή, και απόκτηση των υλικών και πνευματικών αγαθών σε μια κοινωνία. Παραδείγματος χάριν οι ανθρακωρύχοι μπορούν να εξορύσσουν τον λιγνίτη και να τον δώσουν τζάμπα στους φορτηγατζήδες για να το μεταφέρουν τζάμπα στη ΔΕΗ. Με τη σειρά τους οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ θα παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και θα την μοιράσουν τζάμπα και ισομερώς σε όλους τους κατοίκους του ελλαδικού χώρου και σε όσες υπηρεσίες και παραγωγικές δραστηριότητες είναι απαραίτητες για την ευημερία της κοινωνίας. Το ίδιο μπορούν να κάνουν και οι εργάτες της χαλυβουργίας, με τις πρώτες ύλες και το ρεύμα που θα διαθέτουν θα παράγουν και θα διανέμουν χάλυβα εκεί που χρειάζεται. Φυσικά και στις δύο αυτές περιπτώσεις, των λυγνιτωρύχων και των χαλυβουργών, αφού η δουλειά τους είναι βαριά και ανθυγιεινή οι άνεργοι θα ενισχύσουμε την προσπάθεια αυτή έτσι ώστε να δουλεύουμε πολλά άτομα από λίγες ώρες ο καθένας, δίωρο αντί οχτάωρο, ας πούμε.
     Στον τομέα της διατροφής τα πράγματα είναι εξίσου πολύ απλά εάν πραγματικά θέλουμε ποιοτική τροφή για όλους ανεξαιρέτως. Έχουμε σε αυτήν την όμορφη χώρα τεράστιες γόνιμες εκτάσεις όπου απαλλαγμένες από τα βιομηχανικά λιπάσματα μπορούμε να εφαρμόσουμε την βιολογική καλλιέργεια. Η ενασχόληση με την γεωργία και την κτηνοτροφία θα βοηθήσει στην αποσυμφόρηση των πόλεων και στην επιστροφή του ανθρώπου στη φύση. Ο σκοπός των παραγωγών δεν θα είναι το κέρδος, αλλά η μοιρασιά των αγαθών ανάμεσα στον πληθυσμό ανεξαρτήτου χρώματος, θρησκεύματος, κουλτούρας, γλώσσας και λοιπά.
     Στα διάφορα μαγαζιά θα βρούμε ότι χρειαζόμαστε, θα τα πάρουμε και θα φύγουμε χωρίς καμία πληρωμή. Τα ράφια λογικά δεν θα είναι γεμάτα με ποικίλα και παρεμφερή βιομηχανικά προϊόντα. Από το ουσιώδες τίποτα δεν θα μας λείψει όπως: παπούτσια, σαπούνια, εσώρουχα, φαγητά, ποτά... Βέβαια όποιος θέλει εισαγόμενη μόδα από Μιλάνο, αρώματα από Παρίσι και άλλες life style ψευτοαπολαύσεις να ξέρει ότι αυτά πάνε πακέτο με την παγκοσμιοποιημένη αγορά, με το μνημόνιο, το ευρώ, την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, τα εξουσιαστικά μούτρα των πολιτικών, την κρατική καταστολή, τα εγκλήματα των ακροδεξιών συμμοριών και με μια κοινωνία σκλάβων.
     Το κράτος πρόνοιας πέθανε από έλλειψη χρηματοδότησης, και μαζί του πέθανε και η σοσιαλδημοκρατία. Εκτός από καταγγελίες τα κόμματα της αριστεράς αδυνατούν να σχεδιάσουν κάποιο πρόγραμμα διεξόδου από την μόνιμη κρίση στην οποία μας έχουν καταδικάσει οι κυρίαρχοι. Μιλάνε για κατάργηση των αντιλαϊκών μέτρων και προστασία μισθών και συντάξεων, για στάση πληρωμών και κρατικοποίηση τραπεζών, για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιστροφή στην δραχμή. Όλα αυτά πιθανόν ακούγονται ωραία στα αυτιά μιας μεγάλης μερίδας της κοινωνίας γιατί μας υπόσχονται ότι έτσι θα γυρίσουμε σε παλιές «καλές» εποχές. Γίνεται όμως; Με τίποτα. Εάν με τις κρατικοποιήσεις το κράτος αναλάβει τον ρόλο των τραπεζών με σκοπό να δανείζει ευρώ ή δραχμές με χαμηλό επιτόκιο θα πρέπει να βασίζεται στα διαθέσιμα κεφάλαια που ακόμα παραμένουν στη χώρα (μην ξεχάσουμε ότι οι κεφαλαιοκράτες φρόντιζαν από καιρό να τα βγάλουν στο εξωτερικό). Αυτό σημαίνει ότι τα διαθέσιμα ευρώ για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις θα είναι περιορισμένα. Εάν από την άλλη η κυβέρνηση κόβει δραχμές, όσες περισσότερες κόψει μικρότερη αξία θα έχουν. Με λίγα λόγια, οι συλλογικές συμβάσεις και οι κατακτήσεις των εργαζομένων θα ισχύουν μόνο στα χαρτιά γιατί δεν θα υπάρχει τρόπος να βρεθούν τα λεφτά (με πραγματική αγοραστική δύναμη) για να ανέβουν οι μισθοί.
     Αυτό το αδιέξοδο δεν είναι δικό μας αλλά εκείνων που πάσει θυσία θέλουν να προστατέψουν τον καπιταλισμό και την σκλαβιά επί μισθώσει και δεν διαθέτουν το απαραίτητο χρήμα για να αποσπούν την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση. Εκβιαστικά διλλήματα όπως «άτακτη χρεωκοπία» ή «κινεζοποίηση» δεν μας αφορούν καθόλου. Αλλού είναι το ζήτημα: ή καπιταλιστική βαρβαρότητα ή επανάσταση. Aπό το κραχ του 1929 μέχρι την δεύτερη παγκόσμια ανθρωποσφαγή μεσολάβησε μία ολόκληρη δεκαετία. Σε ποιό σημείο της ιστορίας θέλουμε να είμαστε σε δέκα χρόνια; Θα ακολουθήσουμε σαν πρόβατα αυτό το μονόδρομο που μας χάραξαν οι ιθύνοντες και οδηγεί με βεβαιότητα στον ολοκληρωτισμό και την καταστροφή;
Ας οργανωθούμε λοιπόν από τώρα για να μην μας «οργανώσουν» οι απο πάνω. Να σκεφτόμαστε, να φανταζόμαστε, να μελετάμε τις παραγωγικές δυνατότητες της κοινωνίας μας. Να συζητήσουμε τις εναλλακτικές λύσεις στα πραγματικά προβλήματα όπως είναι η εξάρτησή μας από την φαρμακοβιομηχανία και το πετρέλαιο. Εμείς δεν έχουμε άμεσες λύσεις. Αντιλαμβανόμαστε όμως ότι για να πυροδοτήσουμε μια γενικευμένη και νικηφόρα εξέγερση πρέπει να οπλίσουμε την οργή μας με ένα ξεκάθαρο και επαναστατικό όραμα: μια κοινωνία που θα παράγει χωρίς χρήμα.
 

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

"Η Απόλαυση να Σκέφτεσαι Για τον Εαυτό Σου / Ελάχιστος Ορισμός της Ευφυίας", από την ομάδα For Ourselves




















Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τα μέλη της καταστασιακής ομάδας For Ourselves με αρχικό τίτλο ‘Ελάχιστος Ορισμός της Ευφυίας: Θέσεις για τη Δημιουργία μιας Αυτοθεωρίας’ (The Minimum Definition of Intelligence: Theses on the Construction of one’s Own Self-Theory). Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1975 στην επιθεώρηση The Spectacle (East Lansing, Michigan ΗΠΑ) μαζί με έναν σχετικό πρόλογο της ομάδας και υπό τον νέο τίτλο ‘Αυτοθεωρία: Η Απόλαυση να Σκέφτεσαι Για τον Εαυτό σου’ (Self-Theory: The Pleasure of Thinking For Yourself). Το 1985, το κείμενο αναδημοσιεύτηκε (χωρίς τον πρόλογο και τις τελικές σημειώσεις) στην επιθεώρηση Spectacular Times με τον τίτλο ‘Επαναστατική Αυτοθεωρία: Εγχειρίδιο για Αρχάριους’ (Revolutionary Self-Theory: A Beginner's Guide). Οι διαδοχικές ανατυπώσεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια παρεξέκλιναν ολοένα περισσότερο από το αρχικό κείμενο. Η ελληνική μετάφραση που κυκλοφορεί στην αγορά έχει βασιστεί ακριβώς σε κάποια από αυτές τις μεταγενέστερες ανατυπώσεις και αποτελεί χυδαία διαστρέβλωση της αυθεντικής εκδοχής.

Η παρούσα μετάφραση  βασίζεται στην ηλεκτρονική επανέκδοση του αυθεντικού κειμένου, η οποία έγινε τον Απρίλη του 2008 (http://www.lust-for-life.org).

Η ομάδα For Ourselves δημιουργήθηκε το 1974 στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια από πρώην μέλη της καταστασιακής ομάδας Negation (1972-73). Στο σύντομο χρονικό διάστημα της ύπαρξής της, δημοσίευσε μεταξύ άλλων το γνωστό ‘Δικαίωμα στην Απληστία: Θέσεις για την Πρακτική Αναγκαιότητα να Απαιτείς τα Πάντα’.  Μετά τη διάλυση της ομάδας, μερικά πρώην μέλη της δημιούργησαν τη συλλογικότητα Capitalist Crisis Studies, η οποία δημοσίευσε μια σειρά σημαντικών κειμένων αναφορικά με την οικολογική κρίση. Άλλα μέλη της ομάδας For Ourselves ήταν ο Bruce Gardner (aka Feanor) και ο Adam Cornford (aka Louis Michaelson), ο οποίος συμμετείχε αργότερα στην έκδοση της επιθεώρησης Processed World.


Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Φεβρουάριος 2009



Ελάχιστος Ορισμός της Ευφυίας
Θέσεις για τη Δημιουργία μιας Αυτοθεωρίας

(Αυτοθεωρία: Η Απόλαυση να Σκέφτεσαι Για τον Εαυτό Σου)

For Ourselves – Συμβούλιο για τη Γενικευμένη Αυτοδιεύθυνση
Για επικοινωνία:
P.O. Box 754 — Berkeley, CA 94701
P.O. Box 1503 — Palo Alto, CA 94302
P.O. Box 6461 — San Francisco, CA 94101


Αυτή η μπροσούρα απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους. Αν είσαι ευτυχισμένος με την τωρινή ύπαρξή σου, δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα μαζί σου. Ωστόσο, αν κουράστηκες να περιμένεις την αλλαγή της ζωής σου...

Αν κουράστηκες να περιμένεις την αυθεντική κοινότητα, την αγάπη και την περιπέτεια...
Αν κουράστηκες να περιμένεις το τέλος του χρήματος και της αναγκαστικής εργασίας...
Αν κουράστηκες να αναζητάς νέους περασμένους καιρούς για να περνάς τον καιρό σου...
Αν κουράστηκες να περιμένεις μια πλούσια, οργιώδη ύπαρξη...
Αν κουράστηκες να περιμένεις μια κατάσταση στην οποία θα μπορέσεις να πραγματοποιήσεις όλες τις επιθυμίες σου...
Αν κουράστηκες να περιμένεις το τέλος όλων των εξουσιών, των αλλοτριώσεων, των ιδεολογιών και των ηθικολογιών...

...τότε νομίζουμε ότι θα βρεις αρκετά εύχρηστα όσα ακολουθούν.


Ι

Ένα από τα μεγάλα μυστικά της άθλιας αλλά δυνητικά θαυμάσιας εποχής μας είναι ότι η σκέψη μπορεί να είναι μια απόλαυση. Αυτό είναι ένα εγχειρίδιο για τη δημιουργία της δικής σου αυτοθεωρίας. Η δημιουργία της αυτοθεωρίας σου είναι μια επαναστατική απόλαυση, είναι η απόλαυση της δημιουργίας τής αυτοθεωρίας σου για την επανάσταση.

Η κατασκευή τής αυτοθεωρίας σου είναι μια καταστροφική/δημιουργική απόλαυση, διότι κατασκευάζεις μια θεωρία-της-πρακτικής για τον καταστροφικό/δημιουργικό μετασχηματισμό αυτής της κοινωνίας.

Η αυτοθεωρία είναι μια θεωρία της περιπέτειας. Είναι εξίσου ερωτική και εύθυμη όσο και μια αυθεντική επανάσταση.

Η αλλοτρίωση που γίνεται αισθητή ως αποτέλεσμα της διενέργειας της σκέψης σου από τις ιδεολογίες των ημερών μας μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση της απολαυστικής άρνησης αυτής της αλλοτρίωσης: τη σκέψη για τον εαυτό σου. Πρόκειται για την απόλαυση της οικειοποίησης της διάνοιάς σου.

Η αυτοθεωρία είναι το σώμα της κριτικής σκέψης που δημιουργείς για δική σου χρήση. Την κατασκευάζεις και την χρησιμοποιείς όταν αναλύεις γιατί η ζωή σου είναι όπως είναι, γιατί ο κόσμος είναι όπως είναι (η ‘σκέψη’ και η ‘αίσθηση’ είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους, διότι η σκέψη προέρχεται από την υποκειμενική, συγκινησιακή εμπειρία). Κατασκευάζεις την αυτοθεωρία σου όταν αναπτύσσεις μια θεωρία της πρακτικής – μια θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο θα φτάσεις σε αυτό που επιθυμείς για τη ζωή σου.

Η θεωρία θα είναι μια πρακτική θεωρία – μια θεωρία της επαναστατικής πρακτικής – ή δε θα είναι τίποτα...τίποτα εκτός από ένα ενυδρείο ιδεών, μια ενατενιστική ερμηνεία του κόσμου. Το βασίλειο των ιδεωδών είναι η αιώνια αίθουσα αναμονής της μη-πραγματοποιημένης επιθυμίας.

Εκείνοι που υποθέτουν (συνήθως ασυνείδητα) ότι είναι αδύνατη η πραγματοποίηση των επιθυμιών της ζωής τους – και επομένως ότι είναι αδύνατο να παλέψουν για τον εαυτό τους – καταλήγουν συνήθως, αντίθετα, να παλεύουν για ένα ιδεώδες ή για ένα Σκοπό (δηλαδή έχουν την ψευδαίσθηση της αυτενέργειας ή της αυτο-πρακτικής). Εκείνοι που γνωρίζουν ότι αυτή η κατάληξη αποτελεί αποδοχή της αλλοτρίωσης θα γνωρίζουν τώρα ότι όλα τα ιδεώδη και όλοι οι Σκοποί είναι ιδεολογίες. 

ΙΙ

Όταν ένα σύστημα ιδεών διαρθρώνεται με μια αφαίρεση στο κέντρο του – αναθέτοντάς σου ένα ρόλο ή κάποια καθήκοντα για χάρη αυτής της αφαίρεσης – αυτό το σύστημα είναι μια ιδεολογία. Μια ιδεολογία είναι ένα σύστημα ψευδούς συνείδησης εντός του οποίου δε λειτουργείς πλέον ως υποκείμενο στη σχέση σου με τον κόσμο.

Οι διάφορες μορφές ιδεολογίας διαρθρώνονται γύρω από διαφορετικές αφαιρέσεις, αλλά εξυπηρετούν όλες τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης τάξης (ή μιας τάξης που φιλοδοξεί να γίνει κυρίαρχη) δίνοντας μια αίσθηση σκοπού στη θυσία, στον πόνο και στην υποταγή σου.

Η θρησκευτική ιδεολογία είναι το αρχαιότερο παράδειγμα: η φανταστική προβολή που αποκαλείται ‘Θεός’ είναι το Υπέρτατο Υποκείμενο του κόσμου, το οποίο επενεργεί σε κάθε ανθρώπινο ον ως το υποκείμενό ‘Του’.

Στις ‘επιστημονικές’ και ‘δημοκρατικές’ ιδεολογίες της αστικής επιχείρησης, η επένδυση του κεφαλαίου είναι το ‘παραγωγικό’ υποκείμενο που διευθύνει την παγκόσμια ιστορία – το ‘αόρατο χέρι’ που καθοδηγεί την ανθρώπινη ανάπτυξη. Η αστική τάξη χρειάστηκε να επιτεθεί και να αποδυναμώσει την ισχύ που κατείχε κάποτε η θρησκευτική ιδεολογία. Εξέθεσε τη μυστικοποίηση του θρησκευτικού κόσμου με την τεχνολογική έρευνά της, διευρύνοντας το βασίλειο των πραγμάτων και των μεθόδων από τις οποίες μπορούσε να αποκομίσει κέρδος.

Τα διάφορα είδη λενινισμού αποτελούν ‘επαναστατικές’ ιδεολογίες όπου το Κόμμα είναι το υποκείμενο που νομιμοποιείται να υπαγορεύσει την παγκόσμια ιστορία, καθοδηγώντας το αντικείμενό του – το προλεταριάτο – με στόχο να αντικαταστήσει τον αστικό μηχανισμό με έναν λενινιστικό μηχανισμό.

Μπορεί κανείς να δει καθημερινά πολλές άλλες μορφές ιδεολογιών. Η ανάδυση των νέων θρησκευτικών μυστικισμών εξυπηρετεί πλαγίως την κυρίαρχη διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων. Αυτοί οι μυστικισμοί παρέχουν μια κομψή μορφή με την οποία μπορεί να συγκαλύπτεται η κενότητα της καθημερινής ζωής και – όπως συμβαίνει  και με τα ναρκωτικά – να γίνεται ευκολότερο για κάποιον να ζήσει με αυτήν την κενότητα. Ο εθελοντισμός (βάλε πλάτη) και ο ντετερμινισμός (όλα θα γίνουν) μάς εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε την πραγματική θέση μας στη λειτουργία του κόσμου. Στην ιδεολογία της πρωτοπορίας, εκείνο που έχει σημασία είναι η καινοτομία αυτούσια και από μόνη της. Στον επιβιοτισμό, η υποκειμενικότητα αποκλείεται – λόγω του φόβου – με την επίκληση της εικόνας μιας επικείμενης καταστροφής του κόσμου.

Όταν αποδεχόμαστε μια ιδεολογία, αποδεχόμαστε την αντιστροφή υποκειμένου και αντικειμένου· τα πράγματα αποκτούν ανθρώπινη ισχύ και βούληση, ενώ τα ανθρώπινα όντα παίρνουν τη θέση πραγμάτων. Η ιδεολογία είναι η αντιστραμμένη θεωρία. Αποδεχόμαστε το διαχωρισμό ανάμεσα στη ρηχή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής μας και στην εικόνα μιας παγκόσμιας ολότητας που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Η ιδεολογία μάς προσφέρει μονάχα μια ηδονοβλεπτική σχέση με την ολότητα.

Με αυτόν το διαχωρισμό, και με αυτή την αποδοχή της θυσίας για χάρη του Σκοπού, κάθε ιδεολογία εξυπηρετεί την προστασία της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Οι εξουσίες των οποίων η ισχύς εξαρτάται από το διαχωρισμό πρέπει να αρνηθούν την υποκειμενικότητά μας για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Αυτή η άρνηση παίρνει τη μορφή της απαίτησης θυσιών ‘για το κοινό καλό’, ‘για το εθνικό συμφέρον’, ‘για την πολεμική προσπάθεια’, ‘για την επανάσταση’...

ΙΙΙ

Ξεφορτωνόμαστε τις παρωπίδες της ιδεολογίας ρωτώντας διαρκώς τον εαυτό μας...Πώς αισθάνομαι;

Απολαμβάνω τον εαυτό μου;
Πώς είναι η ζωή μου;
Παίρνω αυτό που θέλω;
Γιατί όχι;
Τι με εμποδίζει να πάρω αυτό που θέλω;

Αυτό σημαίνει να έχεις συνείδηση της καθημερινότητας, να έχεις επίγνωση της καθημερινής ρουτίνας. Το γεγονός ότι η Καθημερινή Ζωή – η πραγματική ζωή – υπάρχει είναι ένα δημόσιο μυστικό που γίνεται κάθε μέρα λιγότερο μυστικό, καθώς η φτώχεια της καθημερινής ζωής γίνεται ολοένα πιο ορατή.

IV

Η δημιουργία της αυτοθεωρίας βασίζεται στη σκέψη για τον εαυτό σου, στην πλήρη συνείδηση των επιθυμιών σου και της εγκυρότητας αυτών των επιθυμιών. Είναι η δημιουργία της ριζικής υποκειμενικότητας.

Η αυθεντική “εξύψωση της συνείδησης” μπορεί να είναι μονάχα η “εξύψωση” της σκέψης των ανθρώπων στο επίπεδο της θετικής (μη-ενοχικής) αυτοσυνείδησης, η ανάπτυξη της βασικής υποκειμενικότητας, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε μορφής ιδεολογία και επιβεβλημένη ηθικότητα.

Η ουσία αυτού που πολλοί αριστεριστές, έμποροι θεραπειών, εκγυμναστές της αντιρατσιστικής συναίσθησης και  αδελφοποιητές ορίζουν ως “εξύψωση της συνείδησης” είναι η πρακτική τους να σφυροκοπούν τους ανθρώπους με ιδεολογικά ρόπαλα ώστε να περιέλθουν στην ασυνειδησία.

Ο δρόμος που οδηγεί από την ιδεολογία (αυτοάρνηση) στη ριζική υποκειμενικότητα (αυτοεπικύρωση) περνάει από το Σημείο Μηδέν, την πρωτεύουσα του μηδενισμού. Ο μηδενισμός είναι το ακίνητο σημείο που σαρώνεται από τους ανέμους μέσα στον κοινωνικό χωροχρόνο...είναι η μεταβατική κοινωνική κατάσταση (limbo) στην οποία κάποιος αναγνωρίζει ότι το παρόν στερείται ζωής· ότι δεν υπάρχει ζωή στην καθημερινή ύπαρξη. Ο μηδενιστής γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην επιβίωση και τη ζωή.

Οι μηδενιστές διέρχονται από μια αντιστροφή προοπτικής σε σχέση με τη ζωή τους και τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι αληθινό γι’ αυτούς εκτός από τις επιθυμίες τους, εκτός από τη θέλησή τους να υπάρξουν. Αρνούνται κάθε ιδεολογία με το μίσος τους για τις άθλιες κοινωνικές σχέσεις στη σύγχρονη παγκόσμια-καπιταλιστική κοινωνία. Από αυτή την αντιστραμμένη οπτική βλέπουν με μια καινούρια διαύγεια τον αντιστραμμένο κόσμο της πραγμοποίησης, την αντιστροφή του υποκειμένου και του αντικειμένου, την αντιστροφή του αφηρημένου και του συγκεκριμένου. Αυτός ο κόσμος είναι το θεατρικό τοπίο των φετιχοποιημένων εμπορευμάτων, των διανοητικών προβολών, των διαχωρισμών και των ιδεολογιών: τέχνη, Θεός, πολεοδομία, ηθική, κουμπιά που έχουν πάνω τους ζωγραφισμένα χαμόγελα, ραδιοφωνικοί σταθμοί που ισχυρίζονται ότι σε αγαπάνε και απορρυπαντικά που νιώθουν συμπόνοια για τα χέρια σου.

Οι καθημερινές συζητήσεις προσφέρουν καταπραϋντικά όπως ότι: «Δεν μπορείς να έχεις πάντα αυτό που θέλεις», «Η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω της», και άλλα δόγματα της κοσμικής θρησκείας τής επιβίωσης. Η “κοινή λογική” δεν είναι παρά η ανοησία της κοινής αλλοτρίωσης. Κάθε μέρα οι άνθρωποι στερούνται την αυθεντική ζωή ενώ τους διατίθεται προς πώληση η αναπαράστασή της.

Οι μηδενιστές νιώθουν διαρκώς την έντονη επιθυμία να καταστρέψουν το σύστημα που τους καταστρέφει καθημερινά. Δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι, το μυαλό τους είναι πυρακτωμένο. Πολύ σύντομα βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανάγκη να εφεύρουν ένα συνεκτικό σύνολο τακτικών οι οποίες θα έχουν πρακτική επίδραση στον κόσμο.

Αλλά αν ένας μηδενιστής δε γνωρίζει την ιστορική δυνατότητα για το μετασχηματισμό του κόσμου, η υποκειμενική οργή του θα αποκρυσταλλωθεί σε ένα ρόλο: το ρόλο της αυτοκτονίας, του μοναχικού δολοφόνου, του κακοποιού ή του νεαρού βάνδαλου, του νεο-ντανταϊστή, του επαγγελματία ψυχοπαθούς... όλοι αυτοί οι ρόλοι επιζητούν αποζημίωση για μια ζωή που αποτελείται από νεκρό χρόνο.

Το λάθος των μηδενιστών είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι είναι επίσης μηδενιστές. Κατά συνέπεια, υποθέτουν ότι η επικοινωνία και η κοινή συμμετοχή σε ένα σχέδιο αυτοπραγμάτωσης είναι ανέφικτες.

V

H κατοχή ενός “πολιτικού” προσανατολισμού στη ζωή σου είναι απλώς η επίγνωση ότι μπορείς να αλλάξεις τη ζωή σου μονάχα αλλάζοντας την ίδια τη φύση της ζωής διαμέσου του μετασχηματισμού του κόσμου – και ότι αυτός ο μετασχηματισμός του κόσμου απαιτεί συλλογική προσπάθεια.

Το σχέδιο της συλλογικής αυτοπραγμάτωσης μπορεί ορθά να ονομαστεί πολιτική. Ωστόσο, η “πολιτική” έχει μετατραπεί σε μια μυστικοποιημένη, διαχωρισμένη κατηγορία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Μαζί με όλους τους υπόλοιπους κοινωνικά επιβεβλημένους διαχωρισμούς της ανθρώπινης δραστηριότητας, η “πολιτική” έχει γίνει απλώς ένα ακόμα ενδιαφέρον. Έχει ακόμα και τους ειδικούς της – είτε αυτοί είναι πολιτικοί είτε ηγέτες ενός κινήματος (politicos). Αντίστοιχα, μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται (ή όχι) για το ποδόσφαιρο, για τη συλλογή γραμματοσήμων, για την ντίσκο μουσική ή τη μόδα. Αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν ως πολιτική σήμερα είναι η κοινωνική διαστρέβλωση του σχεδίου της συλλογικής αυτοπραγμάτωσης – και τούτο ισχύει εξίσου για εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία. 

Η συλλογική αυτοπραγμάτωση είναι το επαναστατικό σχέδιο. Είναι η συλλογική οικειοποίηση της ολότητας της φύσης και των κοινωνικών σχέσεων και ο μετασχηματισμός τους σύμφωνα με τη συνειδητή επιθυμία.

Η αυθεντική θεραπεία είναι η αλλαγή της ζωής του καθενός διαμέσου της αλλαγής της φύσης της κοινωνικής ζωής. Η θεραπεία πρέπει να είναι κοινωνική για να έχει πραγματικές συνέπειες. Η κοινωνική θεραπεία (η θεραπεία της κοινωνίας) και η ατομική θεραπεία (η θεραπεία του ατόμου) είναι αλληλένδετες: η καθεμιά απαιτεί την άλλη, η καθεμιά αποτελεί αναγκαίο μέρος της άλλης.

Για παράδειγμα: στη θεαματική κοινωνία αναμένεται από εμάς να καταπιέζουμε τα πραγματικά αισθήματά μας και να παίζουμε ένα ρόλο. Αυτό σημαίνει να “παίζεις ένα ρόλο στην κοινωνία” (πόσο αποκαλυπτική είναι αυτή η φράση!). Τα άτομα φοράνε την πανοπλία του χαρακτήρα – ένα ατσάλινο κοστούμι για την υπόδυση ενός ρόλου συνδέεται άμεσα με το τέλος της υπόδυσης του κοινωνικού ρόλου.

VI

Να σκέφτεσαι υποκειμενικά σημαίνει να χρησιμοποιείς τη ζωή σου – όπως είναι τώρα και όπως θέλεις να είναι – ως επίκεντρο της σκέψης σου. Αυτή η θετική αυτο-επικέντρωση επιτυγχάνεται μέσω της συνεχούς επίθεσης ενάντια στα επιφαινόμενα: ενάντια σε όλα τα ψευδή ζητήματα, τις ψευδείς συγκρούσεις, τα ψευδή προβλήματα, τις ψευδείς ταυτότητες και τις ψευδείς διχοτομήσεις.

Η ανάλυση της ολότητας της καθημερινής ύπαρξης από τους ανθρώπους παρεμποδίζεται στο βαθμό που ρωτάται η γνώμη τους για την κάθε λεπτομέρεια: για όλα τα θεαματικά μικροπράγματα, τις πλαστές αντιπαραθέσεις και τα ψευδή σκάνδαλα. Είσαι υπέρ ή εναντίον των συνδικάτων, των πυραύλων χαμηλής πτήσης, των δελτίων ταυτότητας... Ποια είναι η γνώμη σου για τα μαλακά ναρκωτικά, για το τζόκινγκ, για τα UFO, για την προοδευτική φορολογία;

Αυτά είναι ψευδή ζητήματα. Το μόνο ζήτημα για μας είναι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε.

Υπάρχει ένα παλιό εβραϊκό ρητό που λέει: “Αν έχεις μονάχα δύο εναλλακτικές λύσεις, τότε διάλεξε την τρίτη”. Αυτό το ρητό προτείνει μια διαδρομή που οδηγεί το υποκείμενο να αναζητήσει μια νέα αντίληψη του προβλήματος. Μπορούμε να διαψεύσουμε και τις δύο πλευρές μιας ψευδούς σύγκρουσης επιλέγοντας την “τρίτη εναλλακτική λύση” μας – δηλαδή θεωρώντας την κατάσταση από την οπτική της ριζικής υποκειμενικότητας.

Η συνείδηση της τρίτης επιλογής ισοδυναμεί με την άρνηση να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο δήθεν αντίθετους (αλλά στην πραγματικότητα όμοιους) πόλους που προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν ως η ολότητα μιας κατάστασης. Στην πιο απλή μορφή της, αυτή η συνείδηση εκφράζεται από τον εργάτη που δικάζεται για ένοπλη ληστεία και, όταν ρωτάται «Δηλώνεις ένοχος ή αθώος», απαντά «Είμαι άνεργος». Ένα πιο θεωρητικό αλλά εξίσου κλασικό παράδειγμα είναι η άρνηση να αναγνωρίσουμε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις εταιρικές-καπιταλιστικές κυρίαρχες τάξεις της “Δύσης” και τις κρατικές-καπιταλιστικές κυρίαρχες τάξεις της “Ανατολής”. Αρκεί να δούμε τις βασικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στις ΗΠΑ και την Ευρώπη από τη μια πλευρά και στην ΕΣΣΔ και την Κίνα από την άλλη, για να διαπιστώσουμε ότι είναι ουσιαστικά ίδιες: εκεί, όπως κι εδώ, η τεράστια πλειονότητα των ανθρώπων αναγκάζονται να εργαστούν για ένα μισθό, παραδίδοντας ως αντάλλαγμα τον έλεγχο επί των μέσων παραγωγής και επί των προϊόντων που παράγονται (τα οποία στη συνέχεια πωλούνται πάλι σε αυτούς με τη μορφή εμπορευμάτων).

Στην περίπτωση της ‘Δύσης’, η υπεραξία (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στη συνολική παραγόμενη αξία και την αξία των εργατικών μισθών) αποτελεί ιδιοκτησία των εταιρικών διευθύνσεων, οι οποίες διατηρούν ένα θέαμα εγχώριου ανταγωνισμού. Στην ‘Ανατολή’, η υπεραξία αποτελεί ιδιοκτησία της κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία δεν επιτρέπει τον εγχώριο ανταγωνισμό αλλά επιδίδεται στο διεθνή ανταγωνισμό εξίσου μανιωδώς όπως και κάθε άλλο καπιταλιστικό έθνος. Σπουδαία διαφορά.

Ένα παράδειγμα ψευδούς προβλήματος είναι εκείνο το ανόητο ερώτημα που τίθεται σε μια συζήτηση: «Ποια είναι η φιλοσοφία σου για τη ζωή;». Θέτει προς συζήτηση μια αφηρημένη αντίληψη για τη ‘Ζωή’ που, παρά τη συνεχή εμφάνιση της λέξης στη σχετική συνομιλία, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική ζωή δότι αγνοεί το γεγονός ότι η ‘ζωή’ είναι αυτό που κάνουμε την παρούσα στιγμή.

Καθώς απουσιάζει η αληθινή κοινότητα, οι άνθρωποι γαντζώνονται στις διάφορες μορφές πλαστών κοινωνικών ταυτοτήτων που αντιστοιχούν στον ατομικό ρόλο τους μέσα στο Θέαμα (εντός του οποίου οι άνθρωποι ατενίζουν και καταναλώνουν εικόνες της ζωής, έτσι ώστε να ξεχάσουν να ζουν για τον εαυτό τους). Αυτές οι ταυτότητες μπορούν να είναι εθνικές (‘Ιταλός’), φυλετικές (‘Μαύρος’), οργανωτικές (‘συνδικαλιστής’), οικιστικές (‘Νεοϋρκέζος’), σεξουαλικές (‘γκέι’), πολιτιστικές (‘οπαδός των σπορ’), κ.ο.κ.: ωστόσο, όλες είναι ριζωμένες σε μια κοινή επιθυμία για σύνδεση, σε μια κοινή επιθυμία των ανθρώπων να ανήκουν κάπου.

Προφανώς, είναι πολύ πιο πραγματικό ως μέσο ταύτισης να είναι κάποιος ‘μαύρος’ παρά να είναι ‘οπαδός των σπορ’ αλλά, πέρα από ένα ορισμένο σημείο, όλες αυτές οι ταυτότητες εξυπηρετούν μονάχα τη συγκάλυψη της πραγματικής θέσης μας στην κοινωνία. Και πάλι, το μοναδικό ζήτημα για μας είναι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει να κατανοούμε τις αιτίες που εξηγούν τη φύση της ζωής μας στη σχέση μας με την κοινωνία συνολικά. Για να το πετύχει αυτό κάποιος πρέπει να αποτινάξει όλες τις ψευδείς ταυτότητες, όλες τις μερικές συνδέσεις, και να ξεκινήσει θέτοντας τον εαυτό του στο επίκεντρο. Από εκεί μπορεί να εξετάσει την υλική βάση της ζωής, απογυμνωμένη από κάθε μυστικοποίηση.

Για παράδειγμα, έστω ότι θέλω ένα ποτήρι καφέ από το μηχάνημα. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει το ίδιο το ποτήρι με τον καφέ: σε αυτό εμπλέκονται οι εργάτες στη φυτεία τού καφέ, οι εργάτες στις φυτείες ζάχαρης και στα διυλιστήρια, οι εργάτες στη χαρτοβιομηχανία, κ.ο.κ. Έπειτα έχουμε όλους τους εργάτες που κατασκεύασαν τα διάφορα μέρη του μηχανήματος και το συναρμολόγησαν. Έπειτα εκείνους που εξόρυξαν το σιδηρομετάλλευμα και το βωξίτη, εκείνους που ρευστοποίησαν το χάλυβα, εκείνους που διύλισαν το πετρέλαιο. Έπειτα όλους τους εργάτες που μετέφεραν τις πρώτες ύλες και τα εξαρτήματα περνώντας τρεις ηπείρους και δύο ωκεανούς. Έπειτα τους διοικητικούς υπαλλήλους, τους δακτυλογράφους και τους εργάτες στις τηλεπικοινωνίες, οι οποίοι συντονίζουν την παραγωγή και τη μεταφορά. Τέλος, έχουμε όλους τους εργάτες που παράγουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα τα οποία είναι απαραίτητα για να επιβιώσουν αυτοί που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αυτό σημαίνει ότι έχω μια άμεση υλική σχέση με πολλά εκατομμύρια ανθρώπους – στην πραγματικότητα, με την τεράστια πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτοί παράγουν τη ζωή μου, κι εγώ βοηθάω ώστε να παραχθεί η δική τους ζωή. Κάτω από αυτό το πρίσμα, όλες οι μερικές ομαδικές ταυτότητες και τα ιδιαίτερα συμφέροντα ξεθωριάζουν και γίνονται ασήμαντα. Φανταστείτε το δυνητικό εμπλουτισμό της ζωής κάθε ανθρώπου, που είναι καθηλωμένη σήμερα λόγω της ανεκπλήρωτης δημιουργικότητας αυτών των εκατομμυρίων εργατών η οποία συγκρατείται από παρωχημένες και εξουθενωτικές μεθόδους παραγωγής, καταπνίγεται από την αλλοτρίωση, διαστρέφεται από την παράφρονα λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης! Εδώ αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε μια πραγματική κοινωνική ταυτότητα: βρίσκουμε τον εαυτό μας στο πρόσωπο των ανθρώπων όλου του κόσμου που παλεύουν για να κερδίσουν πίσω τις ζωές τους.

Μας ζητάνε συνεχώς να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο πλευρές σε μια ψευδή σύγκρουση. Κυβερνήσεις, φιλανθρωπικά ιδρύματα και προπαγανδιστές όλων των ειδών αρέσκονται να μας παρουσιάζουν εναλλακτικές που δεν συνιστούν καν επιλογή (για παράδειγμα, η Κεντρική Επιτροπή Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας παρουσίασε το πυρηνικό πρόγραμμά της με το σύνθημα “Πυρηνική Εποχή ή Εποχή του Λίθου”. Η ΚΕΠΗΕ θα ήθελε να πιστέψουμε ότι αυτές είναι οι μοναδικές εναλλακτικές – έχουμε την ψευδαίσθηση της επιλογής, αλλά αφού εκείνοι ελέγχουν τις εναλλακτικές επιλογές που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως διαθέσιμες, ελέγχουν επίσης και το αποτέλεσμα).

Οι νέοι ηθικολόγοι αρέσκονται να λένε σε αυτούς που ζούνε στην πλούσια Δύση ότι “πρέπει να κάνουν θυσίες”, ότι “εκμεταλλεύονται τα λιμοκτονούντα παιδιά του Τρίτου Κόσμου”. H επιλογή που μας προσφέρεται είναι εκείνη ανάμεσα στον θυσιαστικό αλτρουισμό και τον στενό ατομικισμό (τα φιλανθρωπικά ιδρύματα εξαργυρώνουν την προκύπτουσα ενοχή προσφέροντάς μας την αίσθηση ότι κάνουμε κάτι, με αντάλλαγμα ένα νόμισμα στο κουτί όπου συγκεντρώνονται τα χρήματα). Ναι, ζώντας στην πλούσια Δύση εκμεταλλευόμαστε πράγματι τους φτωχούς τού Τρίτου Κόσμου – αλλά όχι προσωπικά, όχι εσκεμμένα. Μπορούμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, να συμμετάσχουμε σε ένα μποϊκοτάζ, να κάνουμε θυσίες, αλλά τα αποτελέσματα είναι οριακά. Αποκτάμε επίγνωση της ψευδούς σύγκρουσης που παρουσιάζεται ενώπιόν μας όταν αντιλαμβανόμαστε ότι κι εμείς, ως άτομα, είμαστε εξίσου εγκλωβισμένοι στον παγκόσμιο ρόλο μας ως ‘εκμεταλλευτές’ όσο οι άλλοι είναι εγκλωβισμένοι στον παγκόσμιο ρόλο τους ως εκμεταλλευόμενοι. Έχουμε ένα ρόλο στην κοινωνία, αλλά δεν έχουμε παρά ελάχιστη ή καθόλου εξουσία για να κάνουμε κάτι σε σχέση με αυτό. Απορρίπτουμε την ψευδή επιλογή μεταξύ ‘θυσίας και ατομισμού’ απευθύνοντας μια πρόσκληση για την καταστροφή του παγκόσμιου κοινωνικού συστήματος του οποίου η ύπαρξη επιβάλλει σε μας αυτή την απόφαση. Το ζήτημα δεν είναι να επισκευάσουμε λίγο το σύστημα, να προσφέρουμε τεκμήρια θυσίας ή να ζητήσουμε “λιγότερο εγωισμό”. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και οι μεταρρυθμιστές δε βγαίνουν ποτέ έξω από το πεδίο της ψευδούς επιλογής.

Εκείνοι που έχουν κατοχυρωμένα συμφέροντα από τη διατήρηση της παρούσας κατάστασης μάς τραβάνε συνεχώς πίσω στις ψευδείς επιλογές τους – δηλαδή σε όλες εκείνες τις επιλογές που διατηρούν ανέπαφη την εξουσία τους. Χρησιμοποιώντας μύθους όπως ότι “Αν μοιραζόμασταν τα πάντα δε θα επαρκούσαν για όλους”, προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξη άλλων επιλογών και να αποκρύψουν το γεγονός ότι οι υλικές προϋποθέσεις της κοινωνικής επανάστασης ήδη υπάρχουν.

VII

Κάθε ταξίδι προς την απομυστικοποίηση πρέπει να αποφύγει δύο τέλματα της χαμένης σκέψης – τον απολυτισμό (absolutism) και τον κυνισμό, αυτούς τους δίδυμους βάλτους που μεταμφιέζονται σε λειβάδια της υποκειμενικότητας.

Απολυτισμός είναι η καθολική αποδοχή ή απόρριψη όλων των στοιχείων που περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένες ιδεολογίες, θεάματα και πραγμοποιήσεις. Ο απολυτιστής δεν μπορεί να δει καμιά άλλη επιλογή εκτός από την πλήρη αποδοχή ή την πλήρη απόρριψη.

Ο απολυτιστής περιφέρεται στα ράφια του ιδεολογικού σουπερμάρκετ αναζητώντας το ιδεώδες εμπόρευμα, και στη συνέχεια το αγοράζει καθ’ ολοκληρία. Αλλά αυτό που ταιριάζει στο ιδεολογικό σουπερμάρκετ – όπως και σε κάθε σουπερμάρκετ – είναι μονάχα η λεηλασία. Είναι πιο παραγωγικό να μετακινούμαστε ανάμεσα στα ράφια, να ανοίγουμε τα πακέτα σκίζοντάς τα, να παίρνουμε αυτό που μοιάζει αυθεντικό και χρήσιμο και να πετάμε στα σκουπίδια το υπόλοιπο περιεχόμενο.

Ο κυνισμός είναι η αντίδραση σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την ιδεολογία και την ηθική. Απέναντι στις αντικρουόμενες ιδεολογίες, ο κυνικός λέει: “Πανούκλα να πέσει στα σπίτια και των δυο σας”. Ο κυνικός είναι καταναλωτής στον ίδιο ακριβώς βαθμό με τον απολυτιστή, αλλά έχει εγκαταλείψει την ελπίδα να βρει κάποτε το ιδεώδες εμπόρευμα.

VIII

Η μέθοδος της διαλεκτικής σκέψης είναι η δημιουργική σκέψη, μια διαδικασία συνεχούς σύνθεσης του υπάρχοντος σώματος της αυτοθεωρίας με νέες παρατηρήσεις και οικειοποιήσεις· είναι η επίλυση των αντιφάσεων ανάμεσα στο προηγούμενο σώμα της θεωρίας και τα καινούρια θεωρητικά στοιχεία. Η προκύπτουσα σύνθεση δεν είναι λοιπόν ένα ποσοτικό άθροισμα των προηγούμενων και των καινούριων στοιχείων αλλά η ποιοτική υπέρβασή τους, μια νέα ολότητα.

Αυτή η συνθετική/διαλεκτική μέθοδος για τη δημιουργία μιας θεωρίας αντιτίθεται στην εκλεκτική σχολή που συγκεντρώνει απλώς ένα συνονθύλευμα από προτιμώμενα τμήματα προτιμώμενων ιδεολογιών χωρίς ποτέ να αντιμετωπίζει τις προκύπτουσες αντιφάσεις. Σύγχρονα παραδείγματα του εκλεκτικού στυλ περιλαμβάνουν τον ελευθεριακό καπιταλισμό, τον χριστιανικό μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό εν γένει.

Εάν έχουμε διαρκώς συνείδηση του τρόπου με τον οποίο θέλουμε να ζήσουμε, μπορούμε να οικειοποιηθούμε στοιχεία από παντού για τη δημιουργία της αυτοθεωρίας μας: από ιδεολογίες, από κριτικούς της κουλτούρας, από τεχνοκράτες ειδικούς, από κοινωνιολογικές μελέτες, από μυστικιστές κ.ο.κ. Όλα τα σκουπίδια του παλιού κόσμου μπορούν να καθαριστούν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ορισμένα στοιχεία ως χρήσιμο υλικό από αυτούς που επιθυμούν να αναδημιουργήσουν τον κόσμο.

ΙΧ

Η φύση της σύγχρονης κοινωνίας, η παγκόσμια-καπιταλιστική ενότητά της, υποδεικνύει σε μας την αναγκαιότητα να δημιουργήσουμε την αυτοθεωρία μας ως ενιαία κριτική. Με αυτό εννοούμε μια κριτική που αφορά όλες τις γεωγραφικές περιοχές όπου υπάρχουν οι διάφορες μορφές κοινωνικο-οικονομικής κυριαρχίας (δηλαδή μια κριτική τόσο του καπιταλισμού τού ‘ελεύθερου’ κόσμου όσο και του κρατικού καπιταλισμού τού ‘κομμουνιστικού’ κόσμου), καθώς επίσης μια κριτική όλων των αλλοτριώσεων (σεξουαλική αθλιότητα, επιβεβλημένη επιβίωση, πολεοδομία, κ.λ.π.). Με άλλα λόγια, εννοούμε μια κριτική της ολότητας της καθημερινής ύπαρξης παντού, από την άποψη της ολότητας των επιθυμιών μας.

Παραταγμένοι ενάντια σε αυτό το σχέδιο είναι όλοι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, οι ιεροκήρυκες και οι γκουρού, οι πολεοδόμοι και οι αστυνομικοί, οι μεταρρυθμιστές και οι μιλιτάντες, οι κεντρικές επιτροπές και οι ηγέτες των συνδικάτων, οι οπαδοί της αρσενικής ανωτερότητας και οι ιδεολόγοι του φεμινισμού, οι ψυχο-κοινωνιολόγοι και οι οικολογικά ευαίσθητοι καπιταλιστές, που εργάζονται για να καθυποτάξουν την ατομική επιθυμία σε ένα πραγμοποιημένο “κοινό καλό” το οποίο υποτίθεται ότι επέλεξε αυτούς ως αντιπροσώπους του. Όλοι τους αποτελούν δυνάμεις του παλιού κόσμου, όλα τα αφεντικά, οι παπάδες και οι λακέδες που έχουν κάτι να χάσουν αν οι άνθρωποι επεκτείνουν το παιχνίδι τής επανοικειοποίησης της διάνοιάς τους μέχρι την επανοικειοποίηση της ζωής τους.

Η επαναστατική θεωρία και η επαναστατική ιδεολογία είναι εχθροί μεταξύ τους – και το ξέρουν.

Χ

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι η αυτο-απομυστικοποίηση και η δημιουργία της δικής μας επαναστατικής θεωρίας δεν εξαλείφει την αλλοτρίωσή μας: ‘ο κόσμος’ (το κεφάλαιο και το Θέαμα) συνεχίζει να αναπαράγεται κάθε μέρα. Μολονότι αυτή η μπροσούρα επικεντρώθηκε στη δημιουργία της αυτοθεωρίας, δεν ήταν ποτέ πρόθεσή μας να υπαινιχθούμε ότι η επαναστατική θεωρία μπορεί να υπάρξει διαχωρισμένη από την επαναστατική πρακτική. Για να έχει κάποια σημασία – ουσιαστικά για να αναδημιουργήσει τον κόσμο – η πρακτική πρέπει να αναζητήσει τη θεωρία της, και η θεωρία πρέπει να εκπληρωθεί στην πράξη. Η επαναστατική προοπτική της αποαλλοτρίωσης και ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων απαιτούν από τη θεωρία μας να είναι μια θεωρία της πρακτικής, μια θεωρία αυτού που κάνουμε και του τρόπου με τον οποίο ζούμε. Διαφορετικά, η θεωρία θα εκφυλιστεί σε μια ανίσχυρη ενατένιση του κόσμου και τελικά σε μια ιδεολογία της επιβίωσης – προβολή μιας πνευματικής ομίχλης, στατικό σώμα της πραγμοποιημένης σκέψης, της διανοητικής πανοπλίας, το οποίο ενεργεί ως ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στον καθημερινό κόσμο και τον εαυτό μας. Και όταν η επαναστατική πρακτική δεν είναι η πρακτική της επαναστατικής θεωρίας, τότε εκφυλίζεται σε αλτρουιστικό μιλιταντισμό, σε ‘επαναστατική’ δραστηριότητα ως κοινωνικό καθήκον.

Δεν παλεύουμε για μια συνεκτική θεωρία ως αυτοσκοπό. Για μας, η πρακτική αξία χρήσης της συνοχής είναι ότι η κατοχή μιας συνεκτικής αυτοθεωρίας καθιστά ευκολότερο για κάποιον να σκέφτεται. Για παράδειγμα, είναι ευκολότερο να πραγματευτείς τις μελλοντικές εξελίξεις στο πεδίο του κοινωνικού ελέγχου εφόσον διαθέτεις μια συνεκτική κατανόηση των σύγχρονων ιδεολογιών και τεχνικών κοινωνικού ελέγχου που υπάρχουν μέχρι τώρα.

Η κατοχή μιας συνεκτικής θεωρίας καθιστά ευκολότερη τη σύλληψη της θεωρητικής πρακτικής για την πραγμάτωση των επιθυμιών της ζωής σου.

XI

Στη διαδικασία δημιουργίας της αυτοθεωρίας, οι τελευταίες ιδεολογίες με τις οποίες πρέπει κανείς να παλέψει και τις οποίες πρέπει να καθηλώσει είναι εκείνες που μοιάζουν περισσότερο με την επαναστατική θεωρία. Αυτές οι τελευταίες μυστικοποιήσεις είναι α) ο καταστασισμός (situationism) και β) ο συμβουλισμός (councilism).

H Καταστασιακή Διεθνής (1958-1971) ήταν μια διεθνής επαναστατική οργάνωση με τεράστια συμβολή στην επαναστατική θεωρία. Η καταστασιακή θεωρία είναι ένα σώμα κριτικής θεωρίας την οποία μπορεί κάποιος να οικειοποιηθεί για την αυτοθεωρία του, και τίποτα παραπάνω. Οτιδήποτε παραπάνω αποτελεί μια ιδεολογική κατάχρηση η οποία είναι γνωστή ως καταστασισμός.

Για εκείνους που μόλις την έχουν ανακαλύψει, η θεωρία της ΚΔ μοιάζει με ‘την απάντηση που αναζητούσαν εδώ και χρόνια’, την απάντηση στο γρίφο της κενής ζωής τους. Αλλά σε αυτό ακριβώς το σημείο καθίσταται αναγκαία μια νέα εγρήγορση και αυτοκυριότητα. Ο καταστασισμός μπορεί να γίνει η τέλεια ιδεολογία της επιβίωσης, ένας μηχανισμός άμυνας ενάντια στη φθορά τής καθημερινής ζωής. Στην ιδεολογία αυτή συμπεριλαμβάνεται το θεαματικό εμπόρευμα-ρόλος εκείνου που υποδύεται ‘έναν καταστασιακό’, δηλαδή εκείνου που στην πραγματικότητα είναι ένα ριζοσπαστικό ψοφίμι και ένας φλογερός εσωτεριστής.

Ο συμβουλισμός (γνωστός επίσης ως ‘Εργατικός Έλεγχος’ ή ‘[αναρχο-] Συνδικαλισμός’) προτείνει την αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής από την ‘αυτοδιεύθυνση’.

Η πραγματική αυτοδιεύθυνση είναι η άμεση διεύθυνση (που δε μεσολαβείται από οποιαδήποτε διαχωρισμένη ηγεσία) της κοινωνικής παραγωγής, της διανομής και της επικοινωνίας από τους εργάτες και τις κοινότητές τους. Το κίνημα για την αυτοδιεύθυνση παρουσιάστηκε επανειλημμένα σε ολόκληρο τον κόσμο στην πορεία της κοινωνικής επανάστασης. Στη Ρωσία το 1905 και το 1917-21, στην Ισπανία το 1936-37, στην Ουγγαρία το 1956, στην Αλγερία το 1960, στη Χιλή το 1972 και στην Πορτογαλία το 1975. Η μορφή οργάνωσης που δημιουργήθηκε τις περισσότερες φορές στην πρακτική της αυτοδιεύθυνσης είναι τα εργατικά συμβούλια: κυρίαρχες γενικές συνελεύσεις των παραγωγών και των γειτονιών που εκλέγουν εντολοδόχους εκπροσώπους για να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους. Αυτοί οι εντολοδόχοι δεν είναι αντιπρόσωποι αλλά εφαρμόζουν αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί από τις συνελεύσεις τους. Οι εντολοδόχοι μπορούν να ανακληθούν οποιαδήποτε στιγμή, εάν η γενική συνέλευση θεωρήσει ότι οι αποφάσεις της δεν εφαρμόζονται με ακρίβεια.

Ο συμβουλισμός είναι αυτή η ιστορική πρακτική και θεωρία της αυτοδιεύθυνσης που μεταστρέφεται σε ιδεολογία. Ενώ οι συμμετέχοντες σε αυτές τις εξεγέρσεις ζούσαν μια κριτική της κοινωνικής ολότητας – ξεκινώντας με την κριτική της μισθωτής εργασίας, της εμπορευματικής οικονομίας και της ανταλλακτικής αξίας – ο συμβουλισμός διεξάγει μονάχα μια μερική κριτική: δεν επιζητά τον αυτοδιευθυνόμενο, συνεχή και ποιοτικό μετασχηματισμό ολόκληρου του κόσμου αλλά τη στατική, ποσοτική αυτοδιεύθυνση του κόσμου όπως είναι. Επομένως, η οικονομία παραμένει ένα διαχωρισμένο βασίλειο, συνεχίζει να είναι αποκομμένη από τα υπόλοιπα πεδία της καθημερινής ζωής και να κυριαρχεί πάνω σε αυτά. Από την άλλη πλευρά, το κίνημα για τη γενικευμένη αυτοδιεύθυνση επιδιώκει το μετασχηματισμό όλων των τομέων της κοινωνικής ζωής και όλων των κοινωνικών σχέσεων (παραγωγή, σεξουαλικότητα, στέγαση, υπηρεσίες, επικοινωνίες, κ.λ.π.), ενώ ο συμβουλισμός θεωρεί ότι το μόνο που έχει σημασία είναι η αυτοδιευθυνόμενη οικονομία. Του διαφεύγει, κυριολεκτικά, όλη η ουσία: η υποκειμενικότητα και η επιθυμία να μετασχηματίσει το σύνολο της ζωής. Το πρόβλημα με τον εργατικό έλεγχο είναι ότι ελέγχει μονάχα την εργασία.

Ο κόσμος μπορεί να στραφεί προς τη σωστή κατεύθυνση μόνο μέσω της συνειδητής συλλογικής δραστηριότητας εκείνων που δημιουργούν μια θεωρία η οποία εξηγεί γιατί ο κόσμος είναι αντεστραμμένος. Η αυθόρμητη ανταρσία και η εξεγερσιακή υποκειμενικότητα δεν αρκούν από μόνες τους. Η αυθεντική επανάσταση μπορεί να συντελεστεί μονάχα στο πλαίσιο μιας πρακτικής κίνησης με την οποία σαρώνονται συνειδητά όλες οι μυστικοποιήσεις του παρελθόντος.


Τελικές Σημειώσεις

Αυτή η μπροσούρα αποτελεί μέρος της συλλογικής αυτοθεωρίας των μελών της οργάνωσής μας. Είναι η έκθεσή μας γι’ αυτό που αποκαλούμε μετα-θεωρία μας, τη θεωρία μας για την πρακτική της δημιουργίας θεωρίας.

Η προετοιμασία και διάδοση του Ελάχιστου Ορισμού της Ευφυίας γίνεται για τον ίδιο λόγο για τον οποίο κάνουμε καθετί άλλο: επειδή θέλουμε να επιταχύνουμε μια κοινωνική επανάσταση που θα μετασχηματίσει την τωρινή στατική διάταξη της αλλοτρίωσης σε ένα κινούμενο τοπίο εκπληρωμένων ονείρων. Γνωρίζουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε τις ζωές που επιθυμούμε μονάχα στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας με την οποία ο καθένας δημιουργεί τη ζωή που επιθυμεί. Είμαστε επαναστάτες διότι η πραγματοποίηση των επιθυμιών μας προϋποθέτει μια κοινωνική επανάσταση.

Ο κόσμος μπορεί να στραφεί προς τη σωστή κατεύθυνση μόνο μέσω της συνειδητής συλλογικής δραστηριότητας εκείνων που δημιουργούν μια θεωρία η οποία εξηγεί γιατί ο κόσμος είναι αντιστραμμένος. Η αυθόρμητη ανταρσία και η εξεγερσιακή υποκειμενικότητα δεν αρκούν από μόνες τους. Η αυθεντική επανάσταση μπορεί να συντελεστεί μονάχα στο πλαίσιο μιας πρακτικής κίνησης με την οποία σαρώνονται συνειδητά όλες οι μυστικοποιήσεις του παρελθόντος.