Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Κερατέα ώρα μηδέν! Τα ψέματα τελείωσαν.






















Ώρα με την ώρα αποδεικνύεται περίτρανα ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν έχει υποχωρήσει ούτε σπιθαμή από την ειλημμένη απόφασή της να κατασκευάσει χωματερή στην αρχαιολογική περιοχή του Οβριόκαστρου. Όλα τα άλλα ωραία περί δήθεν συναινετικής λύσης και ειλικρινούς διαλόγου των κατοίκων με την πολιτεία, είναι στάχτη στα μάτια των «ιθαγενών» της Λαυρεωτικής, για να κάμψουν την αγωνιστικότητά τους και να κοιμίσουν όλους όσοι έδωσαν το αίμα και την ψυχή τους για να αποτρέψουν την ολοκληρωτική καταστροφή του τόπου μας. Το είχαμε πει σε ανύποπτο χρόνο και το ξαναλέμε πλέον ανοιχτά χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη. Η πολιτεία υποχώρησε ατάκτως στην περίπτωση της Κερατέας, όχι γιατί πραγματικά δείλιασε, αλλά γιατί ο αγώνας των κατοίκων της Λαυρεωτικής, είχε πάρει εμβληματικό χαρακτήρα, ήταν σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Ελλάδα και όχι μόνο. Ήταν το χειρότερο παράδειγμα αγώνα και αντίστασης για μια κυβέρνηση πολιτικών απατεώνων, που ήθελαν μια ολόκληρη κοινωνία από τον Έβρο και το Καστελόριζο έως την Κέρκυρα και την Κρήτη, να καθυποτάξουν με το «δόγμα του σοκ» στα δεσμά του μνημονίου. Ήθελαν τους Έλληνες αποχαυνωμένους, ζαλισμένους, μουδιασμένους και δειλούς από τα απανωτά χτυπήματα της προπαγάνδας για την απειλή της επερχόμενης χρεοκοπίας που ζούμε μήνα με το μήνα, μέρα με τη μέρα. Ήθελαν τους Έλληνες πειθήνια όργανα για να υποταχθούν στην πολιτική της οικονομικής εξαθλίωσης και η Κερατέα, ήταν τρανταχτό παράδειγμα προς αποφυγήν, για το πώς αντιμετωπίζει μια ενωμένη κοινωνία την αδικία, το προκλητικό ψέμα, την πολιτική υπεροψία, την απάτη και την φασιστική πολιτική του αποφασίζομεν και διατάσσομεν.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Μεγάλο Αφιέρωμα : 140 Χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα // περιλαμβάνει κείμενο: Η Παρισινή Κομμούνα του Πιότρ Κροπόκτιν // Κινηματογραφική ταινία : Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ (LA COMMUNE) του Πίτερ Γουόκινς (2000)












































Η Παρισινή Κομμούνα του Πιότρ Κροπόκτιν

A. Η θέση της Κομμούνας στην σοσιαλιστική εξέλιξη

Στις 18 Μαρτίου του 1871, ο λαός του Παρισιού ξεσηκώθηκε εναντίον μιας μισητής και απεχθούς κυβέρνησης και κήρυξε την πόλη ανεξάρτητη, ελεύθερη και κυρία της μοίρας της.

Αυτή η ανατροπή της κεντρικής εξουσίας έγινε δίχως να κάνουν την εμφάνιση τους τα συνήθη φαινόμενα μιας επανάστασης: την ημέρα εκείνη ούτε πυροβολισμοί έπεσαν, ούτε αίμα χύθηκε στα οδοφράγματα. Όταν ο ένοπλος λαός βγήκε στους δρόμους, οι κυβερνώντες τράπηκαν σε φυγή: ο στρατός έφυγε από την πόλη και οι γραφειοκράτες κατέφυγαν εσπευσμένα στις Βερσαλλίες, παίρνοντας μαζί τους ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν. Η κυβέρνηση εξατμίστηκε σαν τα λιμνάζοντα νερά ενός βάλτου από το φύσημα της ανοιξιάτικης αύρας και στις 18 Μαρτίου η μεγάλη πόλη του Παρισιού απαλλάχτηκε από το μίασμα που την κηλίδωνε δίχως τα παιδιά της να έχουν χύσει έστω και μία σταγόνα αίμα.

Ωστόσο, η επανάσταση, που έγινε με αυτόν τον τρόπο, εγκαινίασε μια νέα εποχή στην αλληλουχία των επαναστάσεων, μέσω των οποίων οι λαοί πορεύονται από τη δουλεία προς την ελευθερία. Μια νέα ιδέα γεννήθηκε με το όνομα Παρισινή Κομμούνα, για ν' αποτελέσει το σημείο εκκίνησης των μελλοντικών επαναστάσεων.

Όπως συμβαίνει πάντα με τις μεγάλες ιδέες, έτσι κι αυτή δεν ήταν καρπός της σκέψης ενός φιλοσόφου ή ενός ατόμου: γεννήθηκε από το συλλογικό πνεύμα, ξεπήδησε από την καρδιά ενός ολόκληρου λαού. Όμως, στην αρχή η ιδέα αυτή ήταν συγκεχυμένη και πολλοί από αυτούς που την έθεσαν σε εφαρμογή και που έδωσαν τη ζωή τους για αυτήν δεν τη φαντάστηκαν αρχικώς έτσι όπως την εννοούμε εμείς σήμερα-δεν είχαν συνειδητοποιήσει το όλο εύρος της επανάστασης που εγκαινίαζαν, της γονιμότητας της νέας αρχής που προσπαθούσαν να την κάνουν πράξη. Μόνον όταν άρχισαν να θέτουν σε εφαρμογή αυτή τη νέα αρχή έγινε σιγά—σιγά αντιληπτή από αυτούς η σημασία της για το μέλλον μόνον όταν άρχισαν να την επεξεργάζονται θεωρητικά απέκτησε αυτή η νέα αρχή συγκεκριμένο και ακριβές περιεχόμενο και έγινε αντιληπτή σε όλη της τη διαύγεια, την ομορφιά, τη δικαιοσύνη και τη σημασία των συνεπειών της.

Από τον καιρό που ο σοσιαλισμός έκανε ένα νέο άλμα προς τα εμπρός στη διάρκεια των πέντε-έξη χρόνων που προηγήθηκαν της Κομμούνας, ένα προπάντων ζήτημα απασχολούσε όσους πραγματεύονταν την επικείμενη κοινωνική επανάσταση. Ήταν το ζήτημα να βρεθεί η μορφή της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών που ευνοεί περισσότερο αυτή τη μεγάλη οικονομική επανάσταση, την οποία επιβάλλει στη γενιά μας η σημερινή βιομηχανική ανάπτυξη, και που πρέπει να οδηγήσει στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και στην κοινή κατοχή όλου του κεφαλαίου που συσσώρευσαν οι προηγούμενες γενιές.

Η Διεθνής Ένωση Εργαζομένων έδωσε την εξής απάντηση: η οργάνωση, είπε, δεν πρέπει να περιοριστεί σε ένα μόνον έθνος· πρέπει να υπερβεί τα τεχνητά σύνορα. Και σύντομα αυτή η μεγάλη ιδέα μπήκε στην καρδιά των ανθρώπων και κυρίευσε το πνεύμα τους. Και παρότι δέχθηκε έκτοτε ανηλεή επίθεση από τις συνδυασμένες προσπάθειες όλων των αντιδραστικών, επέζησε· και όταν οι κραυγές του εξεγερμένου λαού συντρίψουν ό,τι εμποδίζει την ανάπτυξη της θα επανεμφανιστεί δυνατότερη από κάθε άλλη φορά.

Έμενε όμως ακόμη να μάθουμε ποια θα ήταν τα συστατικά μέρη αυτής της τεράστιας Ένωσης.

Σε αυτό το ερώτημα δόθηκαν δύο απαντήσεις, κάθε μια από τις οποίες αποτελούσε έκφραση ενός ξεχωριστού ρεύματος σκέψης: το λαϊκό κράτος, έλεγε το ένα, η αναρχία, έλεγε το άλλο.

Σύμφωνα με τους γερμανούς σοσιαλιστές, το κράτος θα έπρεπε να πάρει υπό την κατοχήν του όλον το συσσωρευμένο πλούτο και να το δώσει στις εργατικές ενώσεις, και, ακόμη περισσότερο, να οργανώσει την παραγωγή και την ανταλλαγή, και να μεριμνήσει εν γένει για τη ζωή και τη λειτουργία της κοινωνίας.

Σε αυτό, η πλειονότητα των λατίνων σοσιαλιστών, οι οποίοι έχουν μεγάλη πείρα, απάντησαν ότι ένα τέτοιο κράτος —ακόμη κι αν δεχθούμε ότι είναι ποτέ δυνατό να υπάρξει— θα ήταν η χειρότερη μορφή τυραννίας, και αντιπαρέθεταν σε αυτό το ιδεώδες, που αποτελούσε αντίγραφο του παρελθόντος, ένα νέο ιδεώδες, την αν-αρχία, δηλαδή την πλήρη κατάργηση των Κρατών και την οργάνωση από το απλό στο σύνθετο διαμέσου της ελεύθερης ομοσπονδιοποίησης των λαϊκών δυνάμεων —των παραγωγών και των καταναλωτών.

Έγινε σύντομα αποδεκτό από πολλούς, ακόμη κι από ορισμένους «Κρατιστές» που ήσαν λιγότερο διαποτισμένοι από κυβερνητικές προλήψεις, ότι η Αναρχία αντιπροσωπεύει μια οργάνωση κατά πολύ ανώτερη από αυτήν στην οποία προσέβλεπε το λαϊκό Κράτος· ωστόσο, έλεγαν ότι το αναρχικό ιδεώδες βρίσκεται τόσο μακριά μας, ώστε δε θα έπρεπε να ασχολούμαστε προς το παρόν με αυτό. Από την άλλη μεριά, η αναρχική θεωρία εστερείτο μιας μεστής και συνάμα απλής διατύπωσης που να δείχνει ξεκάθαρα τις αφετηρίες της, να μορφοποιεί τις έννοιες της και να καταδεικνύει ότι υποστηρίζεται από μια πραγματικά υπαρκτή τάση ανάμεσα στους ανθρώπους. Η ομοσπονδία των ενώσεων των εργατών και των καταναλωτών, πέρα από σύνορα και ανεξάρτητα από τα τωρινά κράτη, φαινόταν ακόμη πολύ συγκεχυμένη· και την ίδια στιγμή γινόταν εύκολα αντιληπτό ότι η ομοσπονδία αυτή δεν μπορούσε να αντιληφθεί όλη την ποικιλία των ανθρωπίνων εκφάνσεων. Απαιτείτο μια διατύπωση διαυγέστερη, πιο κατανοητή και γερά ριζωμένη στην αντικειμενική πραγματικότητα.

Αν επρόκειτο απλώς για την επεξεργασία μιας θεωρίας θα τους λέγαμε ότι οι θεωρίες, ως θεωρίες, δεν έχουν και μεγάλη σημασία! Στο μέτρο όμως που μια νέα ιδέα δεν έχει βρει μια σαφή και συγκεκριμένη έκφραση που να πηγάζει από την πραγματικότητα, δεν μπορεί και να κυριεύσει το πνεύμα των ανθρώπων, να τους εμπνεύσει ώστε να ριχτούν σε έναν αποφασιστικό αγώνα. Οι άνθρωποι δε ρίχνονται στην αναζήτηση του άγνωστου αν δεν έχουν μια θετική και σαφώς διαμορφωμένη ιδέα που να τους χρησιμεύει ως εφαλτήριο, ας πούμε, για τα πρώτα τους βήματα.

Και είναι η ίδια η ζωή που θα υποδείξει αυτά τα πρώτα βήματα.

Για πέντε ολόκληρους μήνες το Παρίσι, αποκομμένο λόγω της πολιορκίας, έζησε τη δική του ζωή και γνώρισε τον τεράστιο οικονομικό, διανοητικό και ηθικό πλούτο που διέθετε-είδε και κατάλαβε τη δύναμη της ανάληψης πρωτοβουλιών. Είδε συνάμα ότι η συμμορία των πολυλογάδων που κατέλαβε την εξουσία δεν είχε ιδέα πώς να οργανώσει είτε την άμυνα της Γαλλίας, είτε την εσωτερική ανάπτυξη. Είδε την κεντρική κυβέρνηση να στρέφεται ενάντια σε κάθε εκδήλωση του πνεύματος μιας μεγάλης πόλης. Κατάλαβε κάτι ακόμη: την αδυναμία κάθε κυβέρνησης να αποτρέψει μεγάλες καταστροφές ή να διευκολύνει την πορεία μιας ραγδαίας εξέλιξης. Στη διάρκεια της πολιορκίας έζησε σε συνθήκες τρομερής στέρησης, στέρησης των εργατών και των υπερασπιστών της πόλης, δίπλα στην προκλητική πολυτέλεια των αργόσχολων,1 και είδε να αποτυγχάνουν —εξ αιτίας της κεντρικής εξουσίας— όλες του οι προσπάθειες να βάλει τέλος σε αυτό το σκανδαλώδες καθεστώς. Όποτε ο λαός ήθελε να κάνει ένα άλμα εμπρός, η κυβέρνηση βάρυνε τις αλυσίδες του, δένοντας του μια σιδερένια μπάλα στα πόδια-γεννήθηκε έτσι αβίαστα η ιδέα ότι το Παρίσι έπρεπε να συγκροτηθεί σε ανεξάρτητη Κομμούνα, ικανή να υλοποιήσει εντός των τειχών του αυτό που υπαγόρευε το πνεύμα του λαού!

Αυτή η λέξη, Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ, βγήκε τότε από κάθε στόμα.

Η Κομμούνα του 1871 δε μπορούσε να είναι τίποτε περισσότερο από μια πρώτη προσπάθεια. Γεννημένη στο τέλος ενός πολέμου, κυκλωμένη από δύο στρατούς έτοιμους να συνεργαστούν για να συντρίψουν το λαό, δεν τόλμησε να βαδίσει αταλάντευτα στο μονοπάτι της οικονομικής επανάστασης-δεν αυτοανακηρύχτηκε θαρραλέα σοσιαλιστική, ούτε προέβη στην απαλλοτρίωση των κεφαλαίων ή στην αναδιοργάνωση της εργασίας, ούτε καν κατέγραψε το συνολικό πλούτο της πόλης. Δε διέρρηξε τους δεσμούς της με την παράδοση του Κράτους, της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, και δεν επεδίωξε να εδραιώσει εντός της εκείνη την οργάνωση από το απλό στο σύνθετο, την οποία εγκαινίασε όταν ανακήρυξε την ανεξαρτησία και την ελεύθερη ομοσπονδία των Κομμούνων. Ωστόσο, είναι σίγουρο ότι αν η Παρισινή Κομμούνα διαρκούσε λίγους μήνες ακόμη θα είχε αναπόφευκτα οδηγηθεί εκ των πραγμάτων να κάνει τις δύο αυτές επαναστάσεις. Ας μη λησμονούμε ότι η αστική τάξη χρειάστηκε μια επαναστατική περίοδο τεσσάρων ετών για ν' αντικαταστήσει μια μετριοπαθή μοναρχία με μια αστική δημοκρατία, και δε θα έπρεπε να μας ξαφνιάζει που ο λαός του Παρισιού δεν κάλυψε με ένα μόνο βήμα την απόσταση που χώριζε την αναρχική Κομμούνα από την κυβέρνηση των ληστών. Ας μη λησμονούμε επίσης ότι η επικείμενη επανάσταση, η οποία στη Γαλλία αλλά και στην Ισπανία θα είναι κοινοτιστική, θα συνεχίσει το έργο της Παρισινής Κομμούνας από το σημείο εκείνο που το σταμάτησαν οι σφαγές του στρατού των Βερσαλλιών.

Η Κομμούνα υπέκυψε και γνωρίζουμε πώς εκδικήθηκε η αστική τάξη για το φόβο που της προκάλεσε ο λαός όταν ξέφυγε από τον ζυγό των κυβερνώντων. Αποδείχτηκε ότι στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο μόνο τάξεις: από τη μια μεριά οι άνθρωποι που εργάζονται, που δίνουν στον αστό πάνω από το μισό από ό,τι παράγουν, και που μολαταύτα συγχωρούν πολύ εύκολα τα εγκλήματα των αφεντικών τους-από την άλλη, οι αργόσχολοι, οι χορτάτοι, παρακινούμενοι από τα ένστικτα άγριου θηρίου, μισούν τους σκλάβους τους κι είναι έτοιμοι να τους σφάξουν σα να είναι θηράματα.

Μόλις περικύκλωσαν το λαό του Παρισιού και μόλις έφραξαν κάθε οδό διαφυγής, αμόλησαν τους αποκτηνωμένους από τη στρατώνα και το κρασί στρατιώτες και τους είπαν δημόσια στο κοινοβούλιο: «Σκοτώστε αυτούς τους λύκους, τις λύκαινες και τα λυκόπουλα!»

Και στο λαό είπαν:

Ό,τι κι αν κάνεις, θα χαθείς! Αν σε πιάσουμε με όπλα στα χέρια - θάνατος! Αν παραδώσεις τα όπλα - θάνατος! Αν τα χρησιμοποιήσεις - θάνατος! Αν ζητήσεις έλεος - θάνατος! Όπου κι αν στραφείς, δεξιά, αριστερά, εμπρός, πίσω, πάνω, κάτω - θάνατος! Δεν είσαι μόνο εκτός νόμου αλλά και εκτός ανθρωπότητας. Ούτε η ηλικία, ούτε το φύλο θα σώσουν εσένα ή τους δικούς σου. Θα πεθάνεις, αλλά πρώτα θα γευτείς το ψυχορράγημα της γυναίκας σου, της αδερφής σου, της μάνας σου, της κόρης σου, τον γιου σου, ακόμη και του νεογέννητου σου! Θα βγάλουμε ενώπιον σου τον πληγωμένο από το ασθενοφόρο, θα τον λιανίσουμε με την ξιφολόγχη και θα τον τσακίσουμε με τον υποκόπανο. Θα τον αρπάξουμε από το σπασμένο του πόδι ή από το χέρι του που αιμορραγεί, ενόσω θα έχει τις αισθήσεις του, και θα τον πετάξουμε στο χαντάκι σαν ένα σάκο απορριμμάτων που ουρλιάζει κι υποφέρει. Θάνατος! Θάνατος! Θάνατος!2

Κι ύστερα, μετά το φρενιασμένο όργιο πάνω στους σωρούς των πτωμάτων, μετά τη μαζική εξολόθρευση, ακολούθησε η πιο βάρβαρη και μικρόψυχη εκδίκηση, που διαρκεί ακόμη —η «γάτα με τις εννιά ουρές», οι δακτυλήθρες, το αλυσόδεμα στα αμπάρια των πλοίων, οι μαστιγώσεις και τα δια ροπάλου κτυπήματα των δεσμοφυλάκων, οι προσβολές, η πείνα, όλες οι εξεζητημένες βαρβαρότητες.Θα λησμονήσει άραγε ποτέ ο κόσμος αυτά τα σπουδαία κατορθώματα;...

«Νικημένη αλλά όχι υποταγμένη», η Κομμούνα ξαναγεννιέται σήμερα. Και δεν είναι πια μόνον ένα όνειρο των συντριμμένων, που θωπεύει στη φαντασία τους μια όμορφη απατηλή ελπίδα. Όχι! Η «Κομμούνα» έχει γίνει σήμερα ο ορατός και συγκεκριμένος στόχος της Επανάστασης, η οποία βρυχάται δίπλα μας. Η ιδέα αυτή διαπνέει τις μάζες, τους παρέχει ένα λάβαρο, και υπολογίζουμε μετά βεβαιότητος ότι η τωρινή γενιά θα κάνει την κοινωνική επανάσταση μέσα στην Κομμούνα, θα θέσει τέρμα στην ποταπή εκμετάλλευση από τους αστούς, θα απελευθερώσει το λαό από το ζυγό του Κράτους και θα εγκαινιάσει στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους μια νέα περίοδο ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης.

B. Πώς η Κομμούνα απέτυχε να υλοποιήσει τον αληθινό της σκοπό, προβάλλοντάς τον, ωστόσο, ενώπιον όλου του κόσμου

Μας χωρίζει ήδη μία δεκαετία από την ημέρα που ο λαός του Παρισιού, ανατρέποντας την προδοτική κυβέρνηση που είχε καταλάβει την εξουσία μετά την πτώση του Αυτοκρατορικού καθεστώτος, συγκροτήθηκε σε Κομμούνα και διακήρυξε την απόλυτη ανεξαρτησία του. Κι ωστόσο, εξακολουθούμε να στρέφουμε το βλέμμα μας προς τις 18 Μαρτίου του 1871, και από αυτή την ημέρα έχουμε τις καλύτερες αναμνήσεις μας· το προλεταριάτο των δύο κόσμων θα γιορτάσει πανηγυρικά την επέτειο αυτής της αξέχαστης ημέρας και αύριο βράδυ εκατοντάδες χιλιάδες καρδιές εργατών θα χτυπήσουν συντονισμένα, αδελφωμένες, πέρα από σύνορα κι ωκεανούς, στην Ευρώπη, στις Η.Π.Α. και τη Νότιο Αμερική, σε ανάμνηση της εξέγερσης του παρισινού προλεταριάτου.

Γεγονός είναι ότι η ιδέα για την οποία έχυσε το αίμα του στο Παρίσι το γαλλικό προλεταριάτο και για την οποία υπέφερε στις ακτές της Νέας Καληδονίας, είναι μία από αυτές τις ιδέες που εμπεριέχουν οι ίδιες μια ολόκληρη επανάσταση, μια γενική ιδέα που μπορεί να σκεπάσει με τις πτυχές της σημαίας της όλες τις επαναστατικές τάσεις των λαών που πορεύονται προς τη χειραφέτηση τους.

Αν περιοριστούμε να παρατηρήσουμε μόνο τα συγκεκριμένα και απτά επιτεύγματα της Παρισινής Κομμούνας, θα πρέπει ασφαλώς να πούμε ότι αυτή η ιδέα δεν είχε αρκετό εύρος, ότι περιελάμβανε ένα πολύ μικρό μόνο τμήμα του επαναστατικού προγράμματος. Αν όμως, αντιθέτως, παρατηρήσουμε το πνεύμα που ενέπνεε τις λαϊκές μάζες του κινήματος της 18ης Μαρτίου, τις τάσεις που προσπαθούσαν να βγουν στην επιφάνεια και που δεν πρόλαβαν να πραγματοποιηθούν γιατί είχαν ήδη θαφτεί κάτω από τους σωρούς των πτωμάτων πριν ακόμη ανθίσουν, τότε θα καταλάβουμε την όλη σημασία του κινήματος και τη συμπάθεια που εμπνέει στην ψυχή των εργατικών μαζών και των δύο κόσμων. Η Κομμούνα συναρπάζει τις καρδιές όχι με ό,τι έκανε αλλά με ό,τι υπόσχεται να κάνει κάποια ημέρα.

Από πού πηγάζει αυτή η ακαταμάχητη δύναμη που έλκει τη συμπάθεια όλων των καταπιεσμένων μαζών για το κίνημα του 1871; Ποια ιδέα αντιπροσωπεύει η Παρισινή Κομμούνα; Και γιατί η ιδέα αυτή είναι τόσο ελκυστική στους προλετάριους όλων των χωρών και όλων των εθνικοτήτων;

Η απάντηση είναι απλή. Η επανάσταση του 1871 ήταν ένα κατεξοχήν λαϊκό κίνημα. Έγινε από τον ίδιο το λαό, ξεπήδησε αυθόρμητα από τους κόλπους των μαζών και μέσα σε αυτή τη μεγάλη λαϊκή μάζα βρήκε τους υποστηρικτές της, τους ήρωες της και τους μάρτυρες της —κι αυτόν ακριβώς τον «οχλοκρατικό» χαρακτήρα της δε θα της συγχωρέσει ποτέ η αστική τάξη. Και συγχρόνως, η κινητήριος ιδέα αυτής της επανάστασης —συγκεχυμένη, είναι αλήθεια, ασυνειδητοποίητη ίσως, αλλά εν τούτοις μια ιδέα εκδηλωμένη, που διαπερνούσε κάθε της πράξη— είναι η ιδέα της κοινωνικής επανάστασης, η οποία προσπαθεί εν τέλει να εγκαθιδρύσει έπειτα από τόσους πολλούς αιώνες αγώνων την αληθινή ελευθερία και την αληθινή ισότητα όλων των ανθρώπων.

Ήταν η επανάσταση του «όχλου», που βάδιζε προς την κατάκτηση των δικαιωμάτων του.

Είναι αλήθεια ότι προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμη να διαστρεβλώσουν το αληθινό νόημα αυτής της επανάστασης και να την παρουσιάσουν σα μια απλή απόπειρα να ανακτήσει το Παρίσι την ανεξαρτησία του και να συγκροτηθεί έτσι ένα μικρό Κράτος εντός της Γαλλίας. Τίποτε όμως δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Το Παρίσι δεν προσπάθησε ν' απομονωθεί από την υπόλοιπη Γαλλία, και πολύ περισσότερο να την καταλάβει με τη δύναμη των όπλων δεν ήθελε να κλειστεί στα τείχη του σαν τον Βενεδικτίνο στο μοναστήρι του· δεν εμπνεόταν από ένα πνεύμα στενά τοπικιστικό. Αν διεκδίκησε την ανεξαρτησία του, αν θέλησε να εμποδίσει την επέμβαση κάθε κεντρικής εξουσίας στις υποθέσεις του, το έκανε γιατί έβλεπε αυτήν την ανεξαρτησία ως μέσον που θα του επέτρεπε να επεξεργαστεί ήσυχα τις βάσεις της μελλοντικής οργάνωσης και να πραγματοποιήσει εντός του την κοινωνική επανάσταση —μια επανάσταση που θα μετασχημάτιζε πλήρως το όλο σύστημα παραγωγής και ανταλλαγής, θεμελιώνοντας το στη δικαιοσύνη· που θα τροποποιούσε ολότελα τις ανθρώπινες σχέσεις, εδραιώνοντας τες στην ισότητα· και που θα έπλαθε εκ νέου την ηθική της κοινωνίας μας βάσει των αρχών της ισοτιμίας και της αλληλεγγύης.

Για το λαό του Παρισιού η ανεξαρτησία της Κομμούνας δεν ήταν παρά ένα μέσον, και σκοπός ήταν η κοινωνική επανάσταση.

Αυτός ο σκοπός θα είχε ασφαλώς επιτευχθεί αν η επανάσταση της 18ης Μαρτίου είχε καταφέρει να ακολουθήσει ελεύθερα την πορεία της κι αν οι φονιάδες των Βερσαλλιών δεν είχαν πετσοκόψει, μαχαιρώσει, πυροβολήσει και ξεκοιλιάσει το λαό του Παρισιού. Από τις πρώτες ήδη ημέρες της ανεξαρτησίας του, ο λαός του Παρισιού είχε ως μέλημα του να βρει μια ξεκάθαρη και κατανοητή από όλους ιδέα, η οποία θα συνόψιζε σε λίγες λέξεις αυτό που έπρεπε να γίνει για να επιτευχθεί η επανάσταση. Όμως μια μεγάλη ιδέα δε βλασταίνει σε μία ημέρα, όσο γρήγορα κι αν γίνεται η επεξεργασία και η προπαγάνδιση των ιδεών στη διάρκεια των επαναστατικών περιόδων. Απαιτείται πάντοτε ένας κάποιος χρόνος για ν' αναπτυχθούν, να διεισδύσουν στις μάζες και να γίνουν πράξη, κι αυτόν το χρόνο τον στερήθηκε η Παρισινή Κομμούνα.

Και δε στερήθηκε μόνον αυτό, γιατί τα τελευταία δέκα χρόνια οι ιδέες του σύγχρονου σοσιαλισμού διέρχονταν οι ίδιες μια μεταβατική περίοδο. Η Κομμούνα γεννήθηκε στο μεσοδιάστημα, ας πούμε, δύο περιόδων ανάπτυξης του σύγχρονου σοσιαλισμού. Το 1871 ο εξουσιαστικός, κυβερνητικός και λίγο-πολύ θρησκευτικός κομμουνισμός του 1848 δεν επηρέαζε πια τα πρακτικά και ελευθεριακά πνεύματα της εποχής μας. Πού να βρεθεί σήμερα παριζιάνος που να κλειστεί εκουσίως σε ένα φαλανστήριο-στρατώνα; Από την άλλη μεριά, ο κολλεκτιβισμός, που θέλησε να ζεύξει στο ίδιο άρμα το σύστημα της μισθωτής εργασίας και τη συλλογική ιδιοκτησία, παρέμενε ακατανόητος, μη ελκυστικός και με μεγάλα προβλήματα όσον αφορά την πρακτική του εφαρμογή. Και ο ελεύθερος κομμουνισμός, ο αναρχοκομμουνισμός, μόλις που άρχιζε ν' ανατέλλει και δεν τολμούσε ακόμη να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των υμνητών του κυβερνητικού συστήματος.

Στα πνεύματα κυριαρχούσε η αναποφασιστικότητα, κι οι ίδιοι οι σοσιαλιστές, επειδή δεν είχαν μπροστά τους έναν καθορισμένο στόχο, δεν ήσαν αρκετά θαρραλέοι για να προχωρήσουν στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Αφέθηκαν έτσι να ξεγελαστούν από το επιχείρημα που επί αιώνες επαναλαμβάνουν οι απατεώνες: «Ας εξασφαλίσουμε πρώτα τη νίκη και μετά βλέπουμε τι μπορεί να γίνει.»

Να εξασφαλίσουμε πρώτα τη νίκη! Λες και υπήρχε τρόπος να εγκαθιδρυθεί μια ελεύθερη Κομμούνα δίχως να θιχτεί η ιδιοκτησία! Λες και υπήρχε τρόπος να νικηθεί ο εχθρός δίχως η μεγάλη μάζα του λαού να ενδιαφερθεί άμεσα για το θρίαμβο της επανάστασης, αντιλαμβανόμενη ότι αυτή η επανάσταση θα φέρει την υλική, πνευματική και ηθική ευημερία για όλους!

Προσπάθησαν πρώτα να εδραιώσουν την Κομμούνα, αφήνοντας για αργότερα την κοινωνική επανάσταση, ενώ ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουν ήταν να εδραιώσουν την Κομμούνα με την κοινωνική επανάσταση!

Το ίδιο έγινε και με την αρχή της διακυβέρνησης. Ανακηρύσσοντας την ελεύθερη Κομμούνα, ο λαός του Παρισιού διακήρυττε μια ουσιαστικά αναρχική αρχή· όμως, αφού την εποχή εκείνη η αναρχική ιδέα είχε ελάχιστα διαπεράσει το πνεύμα των ανθρώπων, ο λαός σταμάτησε στα μισά του δρόμου, και μέσα στην Κομμούνα τασσόταν ακόμη υπέρ της παλαιάς εξουσιαστικής αρχής, ορίζοντας ένα Συμβούλιο της Κομμούνας που ήταν αντίγραφο των δημοτικών συμβουλίων.

Αν πράγματι δεχόμαστε ότι μια κεντρική κυβέρνηση είναι τελείως άχρηστη για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των Κομμούνων, τότε γιατί θα έπρεπε να δεχτούμε ότι είναι απαραίτητη η ύπαρξη της για τη ρύθμιση των αμοιβαίων σχέσεων των ομάδων που συγκροτούν την Κομμούνα; Κι αν αναθέτουμε στην ελεύθερη πρωτοβουλία των Κομμούνων το έργο της μεταξύ τους συνεννόησης για δραστηριότητες που θα αφορούν πολλές ταυτόχρονα πόλεις, τότε γιατί ν' αρνηθούμε αυτή την ίδια πρωτοβουλία στις ομάδες που αποτελούν μια Κομμούνα; Η ύπαρξη μιας κυβέρνησης εντός της Κομμούνας είναι εξίσου αδικαιολόγητη με την ύπαρξη μιας κυβέρνησης επί της Κομμούνας.

Όμως το 1871, ο λαός του Παρισιού, ο οποίος έχει ανατρέψει τόσες και τόσες κυβερνήσεις, έκανε μόλις την πρώτη του απόπειρα εξέγερσης ενάντια σε αυτό καθαυτό το κυβερνητικό σύστημα· αφέθηκε επομένως να παρασυρθεί από τον κυβερνητικό φετιχισμό και όρισε μια κυβέρνηση. Οι συνέπειες είναι γνωστές σε όλους. Ο λαός έστειλε τα αφοσιωμένα του παιδιά στο Δημαρχείο. Εκεί, πελαγωμένα από τη χαρτούρα, αναγκασμένα να κυβερνήσουν τη στιγμή που το ένστικτο τους τους υπαγόρευε να είναι και να κινούνται μαζί με το λαό, αναγκασμένα να συζητούν τη στιγμή που ήταν αναγκαίο να δράσουν, και έχοντας χάσει την έμπνευση που απορρέει από τη συνεχή επαφή με τις μάζες, οδηγήθηκαν στην απραξία. Παραλυμένα λόγω της απομάκρυνσης τους από την πηγή της επανάστασης, το λαό, παρέλυσαν με την σειρά τους τη λαϊκή πρωτοβουλία.

Έχοντας γεννηθεί σε μια μεταβατική περίοδο, τότε που οι ιδέες του σοσιαλισμού και της εξουσίας τροποποιούνταν βαθιά και έχοντας προκύψει από έναν πόλεμο, μέσα σε απομόνωση και υπό την απειλή πρωσικών κανονιών, η Παρισινή Κομμούνα ήταν αναπόφευκτο να υποκύψει.

Πάντως, λόγω του εξαιρετικά λαϊκού της χαρακτήρα, εγκαινίασε μια νέα εποχή στην αλληλουχία των επαναστάσεων, και με τις ιδέες της αποτέλεσε τον προάγγελο της μεγάλης κοινωνικής επανάστασης. Οι ανήκουστες, θρασύδειλες και άγριες σφαγές, με τις οποίες η αστική τάξη γιόρτασε την πτώση της, η φρικτή εκδικητική συμπεριφορά που επί εννιά χρόνια έδειχναν οι βασανιστές στους φυλακισμένους τους, αυτά τα καννιβαλιστικά όργια δημιούργησαν ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο ένα χάσμα που ποτέ δε θα γεφυρωθεί. Στην επόμενη επανάσταση ο λαός θα ξέρει τι πρέπει να κάνει· θα γνωρίζει τι τον περιμένει αν δεν καταφέρει να πετύχει μια αποφασιστική νίκη και θα πράξει αναλόγως.

Πράγματι, γνωρίζουμε τώρα ότι την ημέρα που στη Γαλλία θα ξεπηδούν παντού εξεγερμένες Κομμούνες, ο λαός δε θα πρέπει να ορίσει μια κυβέρνηση κι ούτε θα πρέπει να περιμένει από αυτήν την κυβέρνηση να πάρει επαναστατικά μέτΠώς η Κομμούνα απέτυχε να υλοποιήσει τον αληθινό της σκοπόρα. Μόλις σαρώσει τα παράσιτα που τον απομυζούν θα πάρει ο ίδιος υπό την κατοχή του όλον τον κοινωνικό πλούτο για να τον καταστήσει κτήμα όλων σύμφωνα με τις αρχές του αναρχοκομμουνισμού. Και μόλις θα 'χει καταργήσει πλήρως την ιδιοκτησία, την κυβέρνηση και το Κράτος θα συγκροτηθεί ο ίδιος ελεύθερα βάσει των αναγκών που του υπαγορεύει η ίδια η ζωή. Σπάζοντας τις αλυσίδες της και ανατρέποντας τα είδωλα της, η ανθρωπότητα θα βαδίσει προς ένα καλύτερο μέλλον, όπου δε θα υπάρχουν ούτε αφεντικά ούτε σκλάβοι και όπου θα τιμούνται μόνον οι υψηλόφρονες μάρτυρες, που πλήρωσαν με το αίμα τους και με τα όσα υπέφεραν γι! αυτές τις πρώτες απόπειρες χειραφέτησης, οι οποίες μας φωτίζουν στην πορεία μας προς την κατάκτηση της ελευθερίας.

Γ. Τα διδάγματα της Κομμούνας για τον σύγχρονο σοσιαλισμό

Οι γιορτές και οι δημόσιες συγκεντρώσεις που οργανώνονται στις 18 Μαρτίου σε όλες τις πόλεις όπου υπάρχουν συγκροτημένες σοσιαλιστικές ομάδες αξίζουν όλης μας της προσοχής, όχι μόνο γιατί αποτελούν εκδηλώσεις της στρατιάς των προλετάριων αλλά και γιατί αποτελούν έκφραση των αισθημάτων που εμπνέουν τους σοσιαλιστές των δύο κόσμων. Με αυτόν τον τρόπο ψηφίζουν πολύ καλύτερα από ό,τι με κάθε λογής ψήφο που μπορεί κανείς να φανταστεί και διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους με πλήρη ελευθερία, δίχως να αφήνονται να επηρεαστούν από τις εκλογικές τακτικές.

Πράγματι, σε αυτές τις συγκεντρώσεις οι προλετάριοι δεν αρκούνται πια να εγκωμιάζουν τον ηρωισμό του Παρισινού προλεταριάτου ή να ζητούν εκδίκηση για τις σφαγές του Μαΐου. Αναζωογονούνται ενθυμούμενοι τον ηρωικό αγώνα του Παρισιού, προχωρούν όμως πιο πέρα. Συζητούν για τα διδάγματα που πρέπει ν' αντλήσουν από την Κομμούνα του 1871 για την επερχόμενη επανάσταση· διερωτώνται για τα λάθη της Κομμούνας, όχι για να επικρίνουν αυτούς που τα έκαναν αλλά για να αποκαλύψουν με ποιον τρόπο οι προλήψεις αναφορικά με την ιδιοκτησία και την εξουσία, προλήψεις που ήσαν κυρίαρχες τότε στις προλεταριακές οργανώσεις, εμπόδισαν την επαναστατική ιδέα να βλαστήσει, ν' αναπτυχθεί και να φωτίσει τον κόσμο όλον με τη ζωογόνο λάμψη της.

Τα διδάγματα του 1871 ωφέλησαν το προλεταριάτο όλου του κόσμου, και, συντρίβοντας τις παλιές τους προλήψεις, οι προλετάριοι έχουν ξεκάθαρα δηλώσει πώς εννοούν την δική τους επανάσταση.

Στο εξής είναι βέβαιο ότι η επόμενη εξέγερση των Κομμούνων δε θα συνιστά απλώς ένα κοινοτιστικό (communalist) κίνημα. Όσοι εξακολουθούν να νομίζουν ότι είναι απαραίτητο πρώτα να κηρυχθεί ανεξάρτητη η Κομμούνα και μετά να πραγματοποιηθούν εντός αυτής της Κομμούνας οικονομικές μεταρρυθμίσεις, έχουν ξεπεραστεί από την πρόοδο του λαϊκού πνεύματος. Οι Κομμούνες της επερχόμενης επανάστασης θα εξασφαλίσουν και θα συγκροτήσουν την ανεξαρτησία τους μέσω των επαναστατικών σοσιαλιστικών πράξεων και της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας.

Την ημέρα εκείνη που, ως συνέπεια της εκδίπλωσης της επαναστατικής κατάστασης, οι κυβερνήσεις θα σαρωθούν από το λαό και θ' αποσυντεθεί το στρατόπεδο της αστικής τάξης, το οποίο τώρα συντηρείται λόγω της προστασίας του Κράτους, εκείνη την ημέρα -που δεν απέχει πολύ-ο εξεγερμένος λαός δε θα περιμένει έως ότου κάποια κυβέρνηση θεσπίσει με τη θαυμαστή σοφία της κάποιες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Θα καταργήσει ο ίδιος την ατομική ιδιοκτησία με μια βίαιη απαλλοτρίωση, θέτοντας υπό την κατοχή του και στο όνομα ολόκληρου του λαού όλον τον κοινωνικό πλούτο που συσσωρεύθηκε από την εργασία των προηγούμενων γενεών. Δε θ' αρκεστεί ν' απαλλοτριώσει τους ιδιοκτήτες του κοινωνικού κεφαλαίου με ένα διάταγμα που θα έμενε νεκρό γράμμα: θα τον θέσει αμέσως υπό την κατοχή του και θα κατοχυρώσει τα δικαιώματα του χρησιμοποιώντας τον δίχως χρονοτριβή. Θ' αυτοοργανωθεί στα εργοστάσια για να συνεχίσει τη λειτουργία τους· θ' αντικαταστήσει το καλύβι του με την υγιεινή κατοικία του αστού-θα οργανωθεί για να χρησιμοποιήσει αμέσως όλον τον πλούτο που είναι αποθηκευμένος στις πόλεις· θα τον θέσει υπό την κατοχή του σα να μην του τον είχε κλέψει ποτέ η αστική τάξη. Μόλις εκδιωχθεί ο μεγαλοβιομήχανος, ο οποίος λεηλατεί τον εργάτη, η παραγωγή θα συνεχιστεί, τα εμπόδια που την παρακωλύουν θα παραμεριστούν, η κερδοσκοπία που την σκοτώνει και η αταξία που την αποδιοργανώνει θα καταργηθούν και θα μετασχηματιστεί αυτή σύμφωνα με τις ανάγκες της στιγμής, δια μέσου της ώθησης που θα της δώσει η ελεύθερη εργασία. «Ποτέ δεν εργάστηκε κανείς στη Γαλλία όσο το 1793, την πρώτη χρονιά που είχε αποσπαστεί η γη από τα χέρια των ευγενών», λέει ο Μισελέ. Ποτέ δεν έχουν εργαστεί οι άνθρωποι τόσο, όσο θα εργαστούν την ημέρα που η εργασία θα ελευθερωθεί και κάθε πρόοδος που θα κάνει ο εργαζόμενος θα αποτελεί πηγή ευημερίας για ολόκληρη την Κομμούνα.

Στο ζήτημα του κοινωνικού πλούτου αποπειράθηκαν να καθιερώσουν μια διάκριση και έφτασαν ακόμα και να διασπάσουν τη σοσιαλιστική παράταξη βάσει αυτής της διάκρισης. Η σχολή που σήμερα ονομάζεται κολλεκτιβιστική, υποκαθιστώντας τον κολλεκτιβισμό της παλαιάς Διεθνούς (ο οποίος ήταν απλώς αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός) με ένα είδος δογματικού κολλεκτιβισμού, προσπάθησε να καθιερώσει μια διάκριση ανάμεσα σε κεφάλαιο, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή, και σε πλούτο, που χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των αναγκών της ζωής. Από τη μια μεριά, οι μηχανές, τα εργοστάσια, οι πρώτες ύλες, οι μεταφορές και η γη· από την άλλη, οι κατοικίες, τα επεξεργασμένα προϊόντα, ο ρουχισμός, τα τρόφιμα. Τα πρώτα θα γίνουν συλλογική ιδιοκτησία-τα δεύτερα, σύμφωνα με τους πολυμαθείς εκπροσώπους αυτής της σχολής, προορίζονται να παραμείνουν ατομική ιδιοκτησία.

Αποπειράθηκαν να καθιερώσουν αυτή τη διάκριση. Όμως η υγιής αίσθηση του λαού αντελήφθη γρήγορα τι κρυβόταν πίσω απ' αυτήν. Γιατί κατάλαβε ότι μια τέτοια διάκριση είναι απατηλή και είναι αδύνατο να εφαρμοστεί. Είναι διάτρητη θεωρητικά και ανεπαρκής μπροστά στην πρακτική της ζωής. Οι εργαζόμενοι έχουν καταλάβει ότι το σπίτι που μας στεγάζει, το κάρβουνο και το γκάζι που καίμε, η τροφή που καίει η ανθρώπινη μηχανή για να διατηρεί τη ζωή, τα ρούχα που φορά ο άνθρωπος για να προφυλαχθεί, το βιβλίο που διαβάζει για να μορφωθεί, ακόμη και η ίδια η χαρά της ζωής, είναι τόσο αναπόσπαστα μέρη της ύπαρξης τους, τόσο αναγκαία για την επίτευξη της παραγωγής και για την προοδευτική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, όσο και οι μηχανές, τα εργοστάσια, οι πρώτες ύλες και οι άλλοι συντελεστές παραγωγής. Κατάλαβαν ότι η διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας γι' αυτό το είδος πλούτου σημαίνει τη διατήρηση της ανισότητας, της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης, την εκ των προτέρων αναίρεση των αποτελεσμάτων της μερικής απαλλοτρίωσης. Υπερπηδώντας τα εμπόδια που βάζει στο δρόμο τους ο κολλεκτιβισμός των θεωρητικών, προχωρούν κατευθείαν προς την απλούστερη και πρακτικότερη μορφή του αντιεξουσιαστικού κομμουνισμού.

Πράγματι, οι επαναστάτες προλετάριοι διακηρύσσουν ξεκάθαρα στις συγκεντρώσεις τους το δικαίωμα τους σε όλον τον κοινωνικό πλούτο καθώς και την αναγκαιότητα κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας τόσο για τα καταναλωτικά αγαθά όσο και για τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή. «Την ημέρα της Επανάστασης θα θέσουμε υπό την κατοχή μας όλον τον πλούτο, όλα τα αγαθά που είναι αποθηκευμένα στις πόλεις και θα τα καταστήσουμε κτήμα όλων», λένε οι εκφραστές των εργατικών μαζών, και οι ακροατές τους το επιβεβαιώνουν με την ομόφωνη επιδοκιμασία τους.

«Αφήστε τον καθένα να πάρει ό,τι χρειάζεται κι ας είμαστε σίγουροι ότι στις αποθήκες των πόλεων μας θα υπάρχουν αρκετά τρόφιμα για να θρέψουν τον καθένα μέχρι την ημέρα που η ελεύθερη παραγωγή θα κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Στα καταστήματα των πόλεων μας υπάρχουν αρκετά ρούχα για να ντυθεί όλος ο κόσμος, ενώ τώρα είναι στοιβαγμένα στα ράφια κι απούλητα, εν μέσω γενικής φτώχειας. Αρκετά είναι επίσης και τα αντικείμενα πολυτελείας, και μπορεί ο καθένας να διαλέξει σύμφωνα με τα γούστα του.»

Κρίνοντας από αυτά που λέγονται στις συγκεντρώσεις, να πώς η μάζα των προλετάριων ονειρεύεται την επανάσταση: άμεση εγκαθίδρυση του αναρχοκομμουνισμού και ελεύθερη οργάνωση της αναπαραγωγής. Αυτά τα δύο πράγματα έχουν καθοριστεί, και απ' αυτή την άποψη οι Κομμούνες της Επανάστασης, η οποία πλησιάζει, δε θα επαναλάβουν τα λάθη των προδρόμων τους, που, έχοντας χύσει τόσο γενναιόδωρα το αίμα τους, άνοιξαν το δρόμο για το μέλλον.

Δεν έχει όμως γίνει ακόμη μια παρόμοια συμφωνία -αν και φαίνεται ότι δε θα αργήσει να γίνειπάνω σε ένα άλλο, όχι λιγότερο σημαντικό ζήτημα, το ζήτημα της διακυβέρνησης.

Είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο αντιμέτωπες σχολές, που διαχωρίζονται πλήρως πάνω σε αυτό το ζήτημα. «Χρειάζεται», λέει η μία, «από την πρώτη μέρα της Επανάστασης να συγκροτηθεί μια κυβέρνηση για να αναλάβει την εξουσία. Αυτή η σθεναρή, ισχυρή και αποφασιστική κυβέρνηση θα κάνει την Επανάσταση με την έκδοση του α και β διατάγματος και με την επιβολή της υπακοής στα διατάγματα της.»

«Τι θλιβερή πλάνη!», λέει η άλλη. «Κάθε κεντρική κυβέρνηση, που θ' αναλάμβανε η ίδια τη διακυβέρνηση ενός έθνους, όντας αναπόφευκτα συγκροτημένη από ανόμοια στοιχεία, και όντας συντηρητική λόγω της φύσης της ως κυβέρνησης, θα είναι μόνον εμπόδιο στην επανάσταση. Το μόνο που θα κάνει, είναι να εμποδίσει την επανάσταση στις Κομμούνες που θα 'ναι έτοιμες να βαδίσουν προς τα εμπρός, ενώ δε θα 'ναι ικανή να εμφυσήσει το πνεύμα της επανάστασης στις αργοπορημένες Κομμούνες. Το ίδιο θα συμβεί και σε μια Κομμούνα ήδη εξεγερμένη. Είτε η κυβέρνηση της κομμούνας θα επικυρώνει απλώς τετελεσμένα γεγονότα και τότε θα 'ναι μόνον ένας άχρηστος και επικίνδυνος μηχανισμός, ή θα θελήσει να ηγηθεί: θα θεσπίσει κανόνες για καθετί που, ωστόσο, αν πρόκειται να είναι βιώσιμο θα πρέπει να το επεξεργαστεί ο ίδιος ο λαός ελεύθερα · θα εφαρμόσει θεωρίες εκεί όπου θα πρέπει ολόκληρη η κοινωνία να επεξεργαστεί νέες μορφές κοινοτικής ζωής, μ' αυτή τη δημιουργική δύναμη που πηγάζει από το κοινωνικό σώμα (social organism) όταν σπάζει τις αλυσίδες του και βλέπει ν' ανοίγονται μπροστά του νέοι και ευρύτεροι ορίζοντες. Αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία θα θέσουν φραγμούς σ' αυτόν τον ενθουσιασμό, δίχως να πραγματοποιήσουν τίποτε από αυτά που αυτοί οι ίδιοι θα ήταν ικανοί να κάνουν εάν, αντί να κλειστούν στα υπουργεία και να αναλώνονται σε ανώφελες λογομαχίες, έμεναν στους κόλπους του λαού και επεξεργάζονταν μαζί του τη νέα οργάνωση. Η κυβέρνηση θα 'ναι εμπόδιο και κίνδυνος-ανίκανη να κάνει το καλό, ικανότατη να κάνει το κακό· ποιος ο λόγος, λοιπόν, της ύπαρξης της;»

Όσο αβίαστο και σωστό κι αν είναι το επιχείρημα αυτό, σκοντάφτει ακόμη στις αιώνιες προλήψεις τις οποίες συσσώρευσαν και κατέστησαν αξιόπιστες εκείνοι που είχαν συμφέρον να διατηρηθεί η θρησκεία της κυβέρνησης δίπλα στη θρησκεία της ιδιοκτησίας και τη θρησκεία του Θεού.

Αυτή η πρόληψη - η τελευταία της σειράς: Θεός, Ιδιοκτησία, Κυβέρνηση - επιζεί ακόμη και αποτελεί κίνδυνο για την επερχόμενη επανάσταση. Μπορούμε όμως ήδη να πούμε ότι φθίνει. «Θα ρυθμίζουμε μόνοι μας τις υποθέσεις μας, δίχως να περιμένουμε διαταγές από καμιά κυβέρνηση και δε θα δίνουμε καμιά σημασία σε όσους θα προσπαθούσαν να μας επιβληθούν ως παπάδες, ιδιοκτήτες ή κυβερνήτες», λένε ήδη οι προλετάριοι. Ευελπιστούμε λοιπόν ότι, αν η αναρχική παράταξη εξακολουθήσει να μάχεται με σθένος κατά της θρησκείας του κυβερνητικού συστήματος κι αν δεν ξεφύγει από την πορεία της αναλωνόμενη σε αγώνες για εξουσία -ευελπιστούμε λοιπόν ότι, στα λίγα χρόνια που μας χωρίζουν από την Επανάσταση, η πρόληψη όσον αφορά την κυβέρνηση θα κλονιστεί σε βαθμό τέτοιο που δε θα είναι ικανή πλέον να οδηγήσει σε λάθος δρόμο τις προλεταριακές μάζες.

Υπάρχει ωστόσο μια θλιβερή παράλειψη στις λαϊκές συγκεντρώσεις, την οποία πρέπει να τονίσουμε. Έχει να κάνει με το ότι τίποτε, ή σχεδόν τίποτε δε γίνεται σχετικά με την ύπαιθρο. Όλα περιορίζονται στις πόλεις. Η ύπαιθρος φαίνεται να μην υπάρχει για τους εργάτες των πόλεων. Ακόμη κι εκείνοι (speakers) που μιλούν για το χαρακτήρα της επερχόμενης επανάστασης, αποφεύγουν ν' αναφερθούν στην ύπαιθρο και τη γη. Δεν γνωρίζουν το χωρικό ή τις επιθυμίες του και δε διακινδυνεύουν να μιλήσουν στο όνομα του. Χρειάζεται μήπως να επιμείνω περισσότερο για τους κινδύνους που κρύβει αυτή η κατάσταση; Η χειραφέτηση του προλεταριάτου δε θα 'ναι καν δυνατή αν το επαναστατικό κίνημα δε συμπεριλάβει τα χωριά. Οι εξεγερμένες Κομμούνες δε θα 'ναι ικανές ν' αντέξουν έστω κι ένα χρόνο αν δεν επεκταθεί ταυτοχρόνως η εξέγερση και στα χωριά. Μόλις καταργηθούν οι φόροι, οι υποθήκες και τα ενοίκια, μόλις συντριβούν οι θεσμοί που τα επιβάλλουν αυτά, είναι σίγουρο ότι τα χωριά θα καταλάβουν τα οφέλη που θα έχουν από αυτήν την επανάσταση. Οπωσδήποτε όμως, θα ήταν ανόητο να υπολογίζουμε στη διάδοση της επαναστατικής ιδέας από τις πόλεις στα χωριά, αν πρώτα δεν έχουμε επεξεργαστεί ανάλογες ιδέες. Πρέπει να γνωρίσουμε εδώ και τώρα τι θέλει ο χωρικός, πώς θα γίνει αντιληπτή η επανάσταση στα χωριά, πώς θα λυθεί το ακανθώδες πρόβλημα της εγγείου ιδιοκτησίας. Πρέπει να πούμε εξ αρχής στο χωρικό τι σκοπεύει να κάνει ο προλετάριος των πόλεων και οι σύμμαχοι του, και ότι δεν πρέπει να φοβάται πως θα ληφθούν μέτρα επιζήμια για το γεωργό. Ο εργάτης των πόλεων πρέπει, από τη μεριά του, να συνηθίσει να σέβεται το χωρικό και να προχωρεί σε συμφωνίες μαζί του.

Για να γίνει όμως αυτό πρέπει οι εργάτες ν' αναλάβουν το έργο της διάδοσης της προπαγάνδας προς τα χωριά. Είναι σημαντικό να υπάρχει σε κάθε πόλη μια μικρή ειδική οργάνωση, ένα παράρτημα της Αγροτικής Λίγκας, για να κάνει προπαγάνδα ανάμεσα στους χωρικούς. Είναι αναγκαίο η προπαγάνδα αυτή να θεωρηθεί καθήκον, όπως ακριβώς και η προπαγάνδα στα βιομηχανικά κέντρα.

Η αρχή θα 'ναι δύσκολη - ας θυμόμαστε, όμως, ότι διακυβεύεται η επιτυχία της Επανάστασης. Θα είναι δε αυτή νικηφόρος μόνο την ημέρα που ο βιομηχανικός εργάτης και ο καλλιεργητής γης θα βαδίσουν χέρι-χέρι προς την κατάκτηση της Ισότητας για όλους, φέρνοντας την ευτυχία τόσο στις αγροικίες όσο και στις κατοικίες που βρίσκονται στις μεγάλες βιομηχανικές περιοχές.

Σημειώσεις:

1 (σ.τ.μ.) Στο πολιορκημένο Παρίσι το 1870 φαγώθηκαν 1.200 σκύλοι, 5·000 γάτες, 65.000 άλογα, όλα τα ποντίκια της πόλης και όλα τα ζώα του τοπικού ζωολογικού κήπου.

2 Παίρνουμε το απόσπασμα αυτό από τη Λαϊκή και Κοινοβουλευτική Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, του Arthur Arnould, ένα έργο που με μεγάλη μας ευχαρίστηση θέτουμε υπ' όψιν των αναγνωστών μας.


κείμενο : Anarchy Archives  























Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ
LA COMMUNE (PARIS, 1871)
του Πίτερ Γουότκινς

Υπόθεση:
1870. Οι δυνάμεις των Πρώσων του Μπίσμαρκ κατανικούν τον Γαλλικό στρατό της Δεύτερης Δημοκρατίας. Η αποδυναμωμένη Γαλλική κυβέρνηση καταφεύγει στις Βερσαλλίες. Εργάτες και ριζοσπάστες διανοούμενοι ελέγχουν το Παρίσι, διενεργούν εκλογές, νομοθετούν και διοικούν την πόλη. qυο μήνες μετά (σε επτά ημέρες που έμειναν στην Ιστορία ως η «Ματωμένη Εβδομάδα», οι δυνάμεις του Μπίσμαρκ μαζί με τους Γάλλους κυβερνητικούς θα τους συντρίψουν. Χιλιάδες Κομμουνάροι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά σκοτώνονται στις οδομαχίες, ακόμα περισσότεροι καταδικάζονται, εκτελούνται, φυλακίζονται ή εξορίζονται.


Μέσα σε μια γιγαντιαία αποθήκη στα εργατικά Παρισινά προάστια (συμπτωματικά εκεί στεγάζονταν τα στούντιο του Ζωρζ Μελιές), ο Peter Watkins συγκεντρώνει 200 ερασιτέχνες (μεταξύ τους, πολλοί «άνθρωποι χωρίς χαρτιά» από την Αλγερία, την Τυνησία και το Μαρόκο). Μαζί θα προσπαθήσουν να ανασυνθέσουν τα γεγονότα της Άνοιξης του 1871, της ανόδου και της πτώσης της Παρισινής Κομμούνας.
Το έργο – ποταμός του Watkins ερευνά αυτή την ξακουστή, σύντομη, ρομαντική μα και τραγική περίοδο, τότε που οι φτωχοί Παριζιάνοι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στην αστική Γαλλική Κυβέρνηση η οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι και να εγκατασταθεί στις Βερσαλλίες. Οι δραματικές εξελίξεις «καλύπτονται» από δυο τηλεοπτικά συνεργεία: Η «Εθνική Τηλεόραση των Βερσαλλιών», παρουσιάζει την επίσημη εκδοχή των γεγονότων, η «Κομμούνα TV», μεταφέρει τις απόψεις των επαναστατημένων Κομμουνάρων. Το τολμηρό αριστούργημα του Watkins, επαναστατικό σε φόρμα και περιεχόμενο, κινείται ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν και μας υποχρεώνει να αντιπαρατεθούμε με τις όποιες εκ του ασφαλούς, αντικειμενικές αναγνώσεις της Ιστορίας και να αντιμετωπίσουμε τις αναπόφευκτες αντανακλάσεις της στο σήμερα.
Κανείς δεν μπορεί να μείνει ίδιος μετά την εμπειρία της «Κομμούνας».
Το έργο ζωής του πρωτοπόρου Peter Watkins (Punishment Park, Edvard Munch)
ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΙΛΜ, ΤΩΡΑ;
«Διανύουμε μια εξαιρετικά ζοφερή περίοδο της ανθρώπινης Ιστορίας. Ο συνδυασμός του μεταμοντέρνου κυνισμού (που αποκλείει κάθε ουμανιστική και κριτική σκέψη από το εκπαιδευτικό σύστημα), της καθαρής απληστίας που εκτρέφει η καταναλωτική κοινωνία και της ανθρωπιστικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής καταστροφής με την μορφή της παγκοσμιοποίησης, αύξησαν δραματικά τις συμφορές και την εκμετάλλευση των ανθρώπων που ανήκουν στον αποκαλούμενο «Τρίτο Κόσμο». Επίσης, ο αποβλακωτικός κομφορμισμός  και η προτυποποίηση που προκαλεί η κυριαρχία του οπτικοακουστικού στον πλανήτη, συνεργούν στη δημιουργία ενός κόσμου όπου η ηθική, οι αρχές, η συλλογικότητα και η αφοσίωση (εκτός αυτής προς τον οπορτουνισμό) θεωρούνται «παλιομοδίτικα». Η κατάχρηση και η οικονομική εκμετάλλευση αποτελούν πλέον τον κανόνα (ο οποίος διδάσκεται ακόμα και στα παιδιά). Σ’ έναν κόσμο σαν κι αυτόν, τα γεγονότα του 1871 στο Παρίσι, αντιπροσωπεύουν ακόμα την ιδέα της αφοσίωσης σε έναν αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, την ανάγκη για μια κάποια μορφή συλλογικής Ουτοπίας – κάτι που ΕΜΕΙΣ χρειαζόμαστε απελπισμένα όπως ο ημιθανής χρειάζεται αίμα. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη για ένα φιλμ που θα έδειχνε αυτή την αφοσίωση.» Peter Watkins
ΜΕΡΟΣ 1ον



ΜΕΡΟΣ 2ον

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Τι είναι οικοκοινότητα;





























Με τον όρο οικοκοινότητες (ecovillages ή ecomunicipallities) εννοούμε κοινότητες που παρουσιάζουν λόγω της κοινωνικής, οικονομικής και οικολογικής τους οργάνωσης (μεθόδους κατασκευής, λειτουργίας και των δηλωμένων τους στόχων) κάποια σημαντικά διαφοροποιά χαρακτηριστικά από το μέσο όρο των ανθρώπινων κοινοτήτων σε μία ευρύτερη περιοχή προς την κατεύθυνση της βιωσιμότητας.
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα τέτοιων κοινοτήτων που έχουν δομηθεί από την αρχή ή αναδομηθεί σε υπάρχουσα υποδομή, και τα οποία διατείνονται ότι λειτουργούν ως ισχυρά εναλλακτικά εργαλεία αειφορικής ανάπτυξης.
Σε πολλές περιπτώσεις η στάση και η φιλοσοφία τέτοιων κοινοτήτων έχει διατυπωθεί ως ο αντίποδας πολλών χαρακτηριστικών μίας σύνθετης πραγματικότητας όπως αυτής της σημερινής μορφής του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη και του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι κάτοικοι τέτοιων κοινοτήτων έχουν συνειδητές θέσεις σε σχέση με την υπερκατανάλωση αγαθών, τη διατροφική και ενεργειακή αυτονομία, την τοπικότητα και την παγκοσμιότητα, τον σεβασμό και την προστασία του περιβάλλοντος.
Οικοκοινότητες υπάρχουν πολλές σε όλα τα σημεία του πλανήτη, αλλά το κίνημα των οικοκοινοτήτων που αναπτύχθηκε κυρίως στη Βόρειο Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη, πρόσφατα γνωρίζει μία ραγδαία άνθηση κυρίως ως αντίδραση στις διεθνείς πολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές εξελίξεις.
Βάσει του αριθμού τους, τέτοιες προσπάθειες χωρίζονται σε «οικοκοινότητες» (έως 50 άτομα), «οικοχωριά» (50-150 άτομα) και «οικοδήμους» (150-2000+ άτομα).

Η οικοκοινότητα ως μια συνειδητή κοινότητα

Οι οικοκοινότητες είναι - κοινωνικά, οικονομικά και οικολογικά - βιώσιμες συνειδητές κοινότητες. Οι περισσότερες στοχεύουν σε 50-150 κατοίκους γιατί αυτός είναι ο αριθμός που θεωρείται ως μέγιστος για ένα υγιές κοινωνικό δίκτυο, σύμφωνα με τα ευρήματα της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας.
Μια οικοκοινότητα συνήθως αποτελείται από άτομα που έχουν επιλέξει να δοκιμάσουν μια εναλλακτική λύση απέναντι στον συγκεντρωτισμό και την κεντρική εξουσία. Κάποιοι άνθρωποι βλέπουν την παγκοσμιοποίηση, τον καταναλωτικό τρόπο ζωής, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, την αυξανόμενη επέκταση των αστικών κέντρων, τη βιομηχανική γεωργία και κτηνοτροφία καθώς και την υπερεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα ως τάσεις που πρέπει να αλλάξουν για να αποφευχθεί η οικολογική καταστροφή. Βλέπουν τις κοινότητες με μικρό αριθμό κατοίκων και με μικρό οικολογικό αντίκτυπο ως μια εναλλακτική πρόταση. Παρόλα αυτά, πολλές από αυτές τις κοινότητες δεν ασπάζονται κάποιο είδος αναχωρητισμού αλλά συνεργάζονται μεταξύ τους για τη δημιουργία ενός δικού τους δικτύου.
Ο όρος συνειδητή κοινότητα χρησιμοποιήθηκε επίσημα έπειτα από μια συνάντηση το 1948 στις ΗΠΑ ατόμων που ενδιαφέρονταν για την ίδρυση εναλλακτικών κοινοτήτων. Ο όρος «συνειδητή» εκφράζει τη συνειδητή θέληση των ατόμων να βρεθούν μεταξύ τους. Η FIC (Fellowship of Intentional Communities), που γεννήθηκε τότε, διέκρινε τις εξής κατηγορίες συνειδητών κοινοτήτων: οικοδομικοί συνεταιρισμοί, κοινοπραξίες γης (land trusts), κομμούνες, κιμπούτς, άσραμς και κοοπερατίβες σπιτιών.
Το 1991 ο Robert Gilman δημιούργησε έναν νέο όρο που τείνει να γίνει επίσημος: Τις οικοκοινότητες ή οικοχωριά. Έγινε ευρύτερα αποδεκτός ως μία ακόμα κατηγορία συνειδητής κοινότητας. Ο Gilman όρισε ένα οικοχωριό ως έναν οικισμό όπου:
  • Το πλήθος των κατοίκων επιτρέπει την υγιή κοινωνική και πολιτική δικτύωση (συνήθως έως 150 άτομα).
  • Υπάρχουν όλες οι βασικές και απαραίτητες δομές για να μπορεί να ζήσει κάποιος άνθρωπος.
  • Οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι ακίνδυνα ενσωματωμένες στον φυσικό κόσμο.
  • Είναι βιώσιμος, δηλαδή συντηρείται από μία υγιή ανθρώπινη ανάπτυξη η οποία μπορεί να συνεχίζεται επιτυχώς στο αόριστο μέλλον, χωρίς επιβλαβείς επιδράσεις στο περιβάλλον.
  • Πρέπει να έχει πολλαπλά κέντρα πρωτοβουλιών.
Οι αρχές στις οποίες βασίζονται οι οικοκοινότητες μπορούν να εφαρμοστούν σε αστικό και υπαίθριο περιβάλλον, όπως επίσης και σε «ανεπτυγμένες» όπως και σε «αναπτυσσόμενες» χώρες. Οι υποστηρικτές των οικοκοινοτήτων συνήθως αναζητούν δομική ανεξαρτησία και όσο το δυνατόν λιγότερο εμπόριο έξω από την οικοπεριοχή τους. Οι υπαίθριες οικοκοινότητες βασίζονται συνήθως σε βιολογική καλλιέργεια, μόνιμη καλλιέργεια (permaculture) καθώς και άλλες πρακτικές που λειτουργούν υπέρ του οικοσυστήματος και της βιοποικιλότητας.
Μια οικοκοινότητα βασίζεται συνήθως σε:
  • «Πράσινο» κεφάλαιο υποδομής.
  • Αυτόνομες κατοικίες για την ελαχιστοποίηση του οικολογικού ίχνους.
  • Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
  • Μόνιμη καλλιέργεια (permaculture).
  • Διάφορες μορφές υποστηρικτικής κοινότητας και κοινοτικών πρακτικών.
  • Ο κεντρικός σκοπός πολλών οικοκοινοτήτων είναι να αποτελέσουν παράδειγμα βιώσιμου οικισμού, δηλαδή τα περισσότερα πράγματα που χρειάζονται να παράγονται εκεί επί μονίμου βάσεως.
Η οργάνωση μιας οικοκοινότητας στηρίζεται σε έναν ελάχιστο «κώδικα ηθικής» και το τελικό αποτέλεσμα έχει χαρακτηρισθεί ως οικοαναρχισμός (ή οικολογική αναρχία):
  • Αγορά από τα ίδια τα μέλη ώστε να ενισχυθεί η τοπική οικονομία.
  • Τοπική παραγωγή και διάθεση του φαγητού.
  • Περιορισμός της υπερκατανάλωσης αγαθών.
  • Συναινετική λήψη αποφάσεων.
  • Σεβασμός της διαφορετικότητας του κάθε ατόμου.   








κείμενο : “Eagainst.com – Autonomy against Barbarism” (Αυτονομία ενάντια στη Βαρβαρότητα)

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

"Σχολείο, παιδεία, αυτόνομη κοινωνία", από την Πολιτική Ομάδα Lieux Communs (Κοινοί Τόποι)























Το σχολείο βρίσκεται σε κρίση. Όποιος το αγνοεί αυτό πρέπει να είναι μάλλον τυφλός ή κουφός, δεδομένης της μεγάλης προβολής που έχει λάβει το ζήτημα μέσα από δημοσιεύματα, κοινωνιολογικές μελέτες και εξειδικευμένα περιοδικά: «πτώση του επιπέδου», «τέλος της αυθεντίας», «ανεπαρκή κίνητρα», «βία» κ.λπ. Αυτή η συσσώρευση θεαματικών συμπτωμάτων, τα οποία εκτείνονται σε ολόκληρη την κοινωνία, συντηρεί την απόγνωση και εμποδίζει την κατανόηση των μηχανισμών κατάρρευσης που βρίσκονται επί το έργον. Μπροστά σε αυτήν, οι ψευδοϋπεύθυνοι επιβάλλουν σωρηδόν μέτρα που χειροτερεύουν την κατάσταση: κατασταλτική λογική, περικοπές κονδυλίων, επιχειρηματικού τύπου «αξιολόγηση», παιδαγωγικός επιστημονισμός, πολλαπλασιασμός των εκπαιδευτικών βαθμίδων και των γραφειοκρατικών στιβάδων κ.λπ.
Ιστορικά, η εκπαίδευση επιτελεί δύο διακριτές λειτουργίες, που αντιστοιχούν στις δύο θεμελιώδεις τάσεις της Δύσης: διαρκής αύξηση της οικονομικής ισχύος, από τη μεριά, και ατομική και συλλογική χειραφέτηση, από την άλλη. Η πρώτη λειτουργία, που έχει χαρακτήρα ωφελιμιστικό, συνίσταται στην εκπαίδευση με τη στενή έννοια του όρου: τα παιδιά πρέπει να αποκτήσουν ορισμένες ειδικές γνώσεις που θα τους επιτρέψουν την ένταξη στη σφαίρα της παραγωγής. Η δεύτερη λειτουργία, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε ανθρωπιστική (ουμανιστική), αποσκοπεί στη γενική πνευματική καλλιέργεια των μαθητών μέσω της εξοικείωσής τους με την πολιτιστική κληρονομιά της εκάστοτε δοσμένης κοινωνίας (με τα μεγάλα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, καλλιτεχνικά κ.λπ. έργα της). Φυσικά η πολιτιστική πλευρά έχει καταλήξει να θεωρείται δευτερεύουσα ενώ στην πραγματικότητα είναι η πρωταρχική: είναι αυτή που επιτρέπει στον καθένα να αναπτύξει τη ιδιαίτερη προσωπικότητά του στους κόλπους της ανθρωπότητας αλλά και ένα είδος πάθους για γνώση γενικώς, το οποίο αποτελεί απαραίτητη βάση ακόμα και για την κατανόηση και την οικοδόμηση εξειδικευμένων γνώσεων.
Όμως αυτές οι δύο λειτουργίες, που υποτίθεται ότι επιτελεί το εκπαιδευτικό σύστημα, έχουν πλέον καταστεί αντιφατικές. Η εξειδίκευση της γνώσης και οι ισχυρές πιέσεις που ασκούνται από την οικονομία και τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας υποχρεώνουν το σχολείο να στραφεί κυρίως στον ωφελιμιστικό του ρόλο, περιφρονώντας την ανθρωπιστική πλευρά του. Η αντίφαση αυτή δεν είναι παρά τμήμα της ανθρωπολογικής κρίσης που χαρακτηρίζει το σύνολο των συγχρόνων κοινωνιών: οι αξίες, οι πολιτιστικές μορφές και οι τρόποι ζωής που έως τώρα δομούσαν την κοινωνική ζωή, βρίσκονται σε φάση αποσύνθεσης, υπό την πίεση του συντριπτικού βάρους της μαζικής κουλτούρας και του καταναλωτισμού. Η βαθμιαία εξαφάνιση των ριζοσπαστικών κινημάτων από τη δεκαετία του 1950 και μετά (τόσο των πολιτικών και κοινωνικών όσο και των πολιτιστικών ή διανοητικών) άφησε ελεύθερο το πεδίο στον αχαλίνωτο καπιταλισμό και στο ιδιαίτερό του πολιτιστικό πρότυπο. Πώς λοιπόν να προετοιμάσεις τους νέους για την άκρατη αναρρίχηση στις ιεραρχίες της εξουσίας και του χρήματος, επιστρατεύοντας τα πάντα προς αυτόν τον σκοπό και, συγχρόνως, να καλλιεργήσεις τη γνώση για τη γνώση, την κριτική σκέψη, την αγάπη του κοινού αγαθού;
Αυτές που κυριαρχούν από εδώ και στο εξής είναι οι «αξίες» της κοινωνίας της κατανάλωσης. Η ύλη που διδάσκεται στα εκπαιδευτικά ιδρύματα φαίνεται, όλο και περισσότερο, σα να μην έχει πια ιδιαίτερη σχέση με αυτό που σκέφτονται και αισθάνονται οι νέοι σήμερα. Το σχολείο μεταμορφώνεται σε στείρα υποχρέωση αποστήθισης «νεκρών» γνώσεων, που θα ξεχασθούν μετά την αποφοίτηση. Οι ίδιες οι συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν οι εκπαιδευτικοί έχουν αλλάξει βαθιά: η αυθεντία τους, η οποία δε μπορεί να βασίζεται παρά στο πάθος τους για τη γνώση, στον εμπλουτισμό της και τη μετάδοσή της, υποσκάπτεται από όλες τις μεριές, ακόμη κι από τα μέσα, συνοδεύοντας, έτσι, τη γενικότερη επιδείνωση των συνθηκών άσκησης του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το σχολείο δυσκολεύεται να μεταδώσει κάποια πολιτιστική κληρονομιά στους μαθητές του, καθώς αυτή η τελευταία φαντάζει εντελώς εκτός του πεδίου των καθημερινών ενασχολήσεων και και των τρόπων σκέψης τους. Τελικά δεν απαιτούνται υπερβολικά πολλά από το σχολείο, όπως συνήθως λέγεται· απαιτείται, μάλλον, κάτι που έχει καταστεί αδύνατο, δεδομένου ότι, κατά κάποιον τρόπο, η «επίσημη» ιδεολογία των κοινωνιών μας είναι πλέον η μαζική κουλτούρα που μεταδίδεται από την τηλεόραση και τις νέες τεχνολογίες.
Οι αρετές που, μέχρις ενός βαθμού, κατάφερε να προωθήσει το λαϊκό, ρεπουμπλικανικό σχολείο1 έχουν πλέον πλήρως παραμορφωθεί: το κριτικό πνεύμα έχει μετατραπεί σε κυνισμό, η απελευθέρωση από τη θρησκεία σε άλλοθι για την εμπέδωση της πνευματικής εκρίζωσης, η εγκυκλοπαιδική προοπτική σε επαγγελματικού τύπου πολυπραγμοσύνη, η υποχρεωτική και δωρεάν παιδεία σε αυθαίρετο και σωφρονιστικό καταναγκασμό... Η εκπαίδευση δε θεωρείται πλέον παράγοντας προσωπικής αυτο-εκπλήρωσης. Οι ανυπολόγιστες συνέπειες μιας τέτοιας πολιτιστικής ανατροπής διαφαίνονται ακόμα και στο πεδίο της αυστηρά ωφελιμιστικής λειτουργίας της εκπαίδευσης: δεν τίθεται πλέον θέμα εκμάθησης ενός επαγγέλματος -μιας «τέχνης»-, που απαιτεί γνώσεις και ικανότητες και του οποίου η κατοχή λειτουργεί ως πηγή μιας συλλογικής και ατομικής υπερηφάνειας· πρόκειται, αντίθετα, όλο και περισσότερο, για την προετοιμασία προς την αναζήτηση μιας προσωρινής θέσης εργασίας μέσα σε μια ανταγωνιστική αγορά, χωρίς άλλο νόημα πλην της παροχής ενός άμεσα καταναλώσιμου εισοδήματος. Ολόκληρη η κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών, δίνει το παράδειγμα της υποταγής σε αυτόν τον κλιματισμένο εφιάλτη της κατανάλωσης ως αυτοσκοπού. Το γεγονός ότι τίποτε πια, σταδιακά, δεν έχει νόημα για κανέναν μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, καθιστά αδύνατη κάθε πραγματική παιδεία.
Δεν είναι τόσο ότι η το σχολείο δεν τα πάει καλά: μάλλον η ίδια η κοινωνία δείχνει να μην «τραβάει», γενικώς. Η παιδεία του ανθρώπου δεν είναι προϊόν συγκεκριμένων εξειδικευμένων, εκπαιδευτικών θεσμών αλλά όλων των θεσμών, όλοκληρου του κοινωνικού ιστού και προωθείται μέσα από το σύνολο των σχέσεων που συνάπτουν οι άνθρωποι μεταξύ τους αλλά και με τη φύση. Είτε το θέλει είτε όχι, ολόκληρη η συλλογικότητα είναι επιφορτισμένη με την κοινωνικοποίηση των «νεοφερμένων», μεταδίδοντάς τους αξίες, γνώμονες, ήθη και πολιτιστικές πρακτικές. Σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, με ή χωρίς σχολείο, η παιδεία επιτελείται στην καθημερινή ζωή του ατόμου (οικογένειες πολλών γενεών, ζωή του χωριού, συντεχνίες, εκκλησία, θέατρο, θεάματα, δημοτικά τραγούδια, λαϊκά άσματα και μύθοι, γιορτές, συνδικάτα, πολιτικές κινητοποιήσεις κ.λπ.). Αυτή η «άτυπη» παιδεία αποτελούσε τη βάση για μια πρωτογενή κοινωνικότητα, για μια καθημερινή και κοινή ευπρέπεια, που ενσωμάτωνε χειρονομίες, εκφράσεις, κοινωνικές συμβάσεις και χαρακτήριζε τη συλλογική ζωή. Τι μεταδίδουν, όμως, σήμερα ο καταιγισμός των μέσων ενημέρωσης, ο γεμάτος αυτοκίνητα δρόμος, η ερημωμένη συνοικία; Τι διδάσκουν τα αστραφτερά περιοδικά, η διαφημιστική χυδαιότητα, τα ανώνυμα φάστφουντ, οι αριβίστες «καλλιτέχνες» του σταρ σύστεμ, τα μηδενιστικά πολιτικά σχήματα; Συσκευασμένη από πανίσχυρα εμπορευματικά συμφέροντα, αυτή η γυαλιστερή παιδεία, θλιβερή και επιφανειακή, το μόνο που μπορεί να παράγει είναι ένας είδος προσωπικότητες ανήσυχης, αριβίστριας και -συνάμα- καταθλιπτικής, τη στιγμή που η ανθρωπότητα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη από όλες της τις πνευματικές ικανότητες.
Το πραγματικό πρόβλημα, που αποκαλύπτεται μέσω της «κρίσης» του σχολείου, είναι η γενική κατεύθυνση του πολιτισμού μας. Τα ολοκληρωτικά επεισόδια του 20ού αιώνα δεν υπέσκαψαν μόνο τη νομιμότητα κάθε ανεξέλεγκτης ιεραρχικής εξουσίας αλλά και την πίστη στις υποτιθέμενες αρετές του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα. Τα κινήματα αμφισβήτησης, από την άλλη πλευρά, υπονόμευσαν ανοιχτά και στα μάτια όλων, μικρών και μεγάλων, τις ορθολογικές αιτιολογήσεις της αλλοτρίωσης, της αδικίας και της ανισότητας, που βασιλεύουν παντού, δίχως όμως, μέσω αυτής της υπονόμευσης, να επιτευχθεί μια ανανέωση της συλλογικής προοπτικής. Χιλιόχρονοι πολιτισμοί βρίσκονται μαζικά αντιμέτωποι, αβέβαιοι για την ταυτότητά τους, τις ρίζες τους, τα προτάγματά τους. Οι οικολογικές καταστροφές, παρούσες και μέλλουσες, ανατρέπουν τις κατηγορίες σκέψης και τις συσσωρευμένες γνώσεις αιώνων. Οι νέες τεχνολογίες εισβάλλουν σε όλες τις πτυχές της ζωής, σαν νέες πυθίες που μεταμορφώνουν ριζικά την καθημερινή μας σχέση με τη γνώση, την εξουσία, τη ζωή… Χωρίς αμφιβολία, τα πολιτιστικά μας πλαίσια, οι γνώσεις μας, οι υπάρξεις μας έχουν αποσυνδεθεί όσο ποτέ άλλοτε από τις απαιτήσεις της εποχής μας, ενώ αυτό που, ουσιαστικά, μας χρειάζεται είναι μια εκ βάθρων αναδιάρθρωση. Αναμφίβολα, επίσης, όσο η κατάσταση χειροτερεύει, ζητάμε, όσο ποτέ άλλοτε, σα να είμασταν παιδιά, να ασχοληθούν κάποιοι άλλοι με τα προβλήματα -οι πολιτικοί, οι ειδήμονες, οι τεχνοκράτες, οι ειδικοί-, ούτως ώστε εμείς να οχυρωθούμε στον χάρτινο πύργο της ιδιωτικής ζωής. Ο κόσμος των υπεύθυνων ενηλίκων μοιάζει να έχει αποσυρθεί σιωπηρά -γιατί λοιπόν μας εκπλήσσει η διαπίστωση πως ο κόσμος των παιδιών προκαλεί θόρυβο και υστερία;
Η εκπαίδευση των νέων γενεών εδώ και αρκετές δεκαετίες αποτελεί χειροπιαστό παράδειγμα αυτής της γενικευμένης παραίτησης που χαρακτηρίζει όλες τις τάξεις, τα επαγγέλματα και τους τομείς της κοινωνίας... Οι αντιδραστικοί πειρασμοί που αποσκοπούν στην «αποκατάσταση της τάξης» δεν μπορούν να δουν τις αιτίες της παρακμής κι έτσι απλώς τη συνοδεύουν, αποκρύπτοντας τη μοναδική ελπίδα: μια επανοικειοποίηση, από ολόκληρο τον πληθυσμό, του νοήματος της συλλογικής ζωής. Αυτός ο ριζικός αυτο-μετασχηματισμός θα μας επέτρεπε να αντιμετωπίσουμε τα καίρια προβλήματα της εποχής, μέσω της επανίδρυσης μιας πραγματικής δημοκρατίας, που δε θα είναι η εξουσία γραφειοκρατικών στρωμάτων, φρατριών από ειδήμονες και πολιτικών μαφιών -δηλαδή, με άλλα λόγια, η εξουσία της ολιγαρχίας που κυριαρχεί σήμερα αποκλειστικά και μόνο για την προάσπιση των συμφερόντων της. Η συμμετοχή όλων στις κοινές υποθέσεις, στη διαμόρφωση της πορείας της κοινωνίας, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ανθρωπίνων όντων που θα είναι υπεύθυνα για τις πράξεις τους, το λόγο και τους πόθους τους. Ταυτόχρονα απαιτεί την εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου σχέσεων με την εργασία, την εξουσία, τη γνώση. Μια τέτοια ρήξη συνεπάγεται την αναβίωση των καλύτερων στοιχείων της συλλογικής μας ιστορίας όπως επίσης και την επανασύνδεση μας με μια παιδαγωγική σκέψη και πρακτική άξια του ονόματός της.
Για μας, το σχολείο δε μπορεί να έχει νόημα παρά αν στοχεύει στην ατομική και συλλογική αυτονομία. Αυτό σημαίνει ότι θεσπίζουμε, επεξεργαζόμαστε, εφαρμόζουμε και αλλάζουμε τον κοινό νόμο μέσα από τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή: αν η πραγματική δημοκρατία έγκειται στη διαβούλευση του λαού που συναθροίζεται μέσα από συνελεύσεις, τότε η πραγματική εκπαίδευση δε μπορεί παρά να συνεπάγεται ένα μοντέλο λειτουργίας βασισμένο σε συνελεύσεις όπου συμμετέχουν καθηγητές, μαθητές, εκπαιδευτικό προσωπικό, τεχνικοί κ.λπ., με καθορισμένους κανόνες (δικαίωμα βέτο των ενηλίκων, αρμοδιότητες κ.λπ.). Ομοίως, οι παιδαγωγικές σχέσεις πρέπει να βασίζονται στην επιθυμία μάθησης και διδασκαλίας, που πρέπει να υποκινηθεί, να διατυπωθεί και να πραγματοποιηθεί. Ο ανταγωνισμός, η «επιτυχία», ο κονφορμισμός δεν μπορούν να αποτελούν εκπαιδευτικά κίνητρα: η προώθηση, χωρίς αυταπάτες και ωραιοποιήσεις, της βούλησής μας να συμμετάσχουμε στην ανθρώπινη περιπέτεια είναι ο μοναδικός φορέας κάθε αληθινής ύπαρξης. Τέλος, η προετοιμασία των νέων γενεών για τις μελλοντικές προκλήσεις, η μετάδοση των ανεκτίμητων κτημάτων των περασμένων χιλιετηρίδων, είναι έργο που απαιτεί από τον λειτουργό πραγματική δυνατότητα αυτόνομης σκέψης και πράξης. Μακριά από την αριστερή ή και μια ορισμένη αναρχική δημαγωγία που συμβαδίζουν πλέον, εκ των πραγμάτων, με το γραφειοκρατικό αυταρχισμό, πρόκειται για μια κριτική επιστροφή στην πρακτική του παιδαγωγού, για μια δίχως τέλος διερώτηση πάνω στη σκέψη του και την τεράστια ευθύνη που συνεπάγεται η αποδοχή, η αγάπη και ο μετασχηματισμός του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε.

ΜΑΪΟΣ 2010 Το κείμενο είναι μετάφραση από μπροσούρα που δώθηκε
σε μαθητκές διαδηλώσεις στο Παρίσι σε 4.000 αντίτυπα από την

Πολιτική Ομάδα Lieux Communs (Κοινοί Τόποι)
http://www.magmaweb.fr/spip/spip.php?article448